ΠΟΣΟ ΜΑΡΞΙΣΤΗΣ ΕΊΝΑΙ Ο ΜΑΡΞ;

 ΠΟΣΟ ΜΑΡΞΙΣΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΑΡΞ;
 ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
                                                                                                                                                                       Η πραγματεία Αντιφατική Μοναδολογία και Αντιφατική Λογικο-γλωσσική Σύνταξη είναι επαναδιαπραγμάτευση των εργασιών μου «Η Αντιφατικότητα είναι η Κίνηση κι η Υλικότητα»  Εκ. Δωδώνη 1983 και «Λογική Γλώσσα και Πράξη»  Εκδ. Δωδώνη1994.
 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ,5
ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .6
Η ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΣΩΜΑΤΩΝ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .7
Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΚΒΑΝΤΙΚΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ. . . . . . . . . . . . . . . . . . 9
Η ΔΙΑΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΒΑΝΤΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ
Η ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΑ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . 12
Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΚΒΑΝΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ. . . . . . . . . . . . .13
ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 17
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .  .. . . . . .21
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 44
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ. . . . . . . . . . .  . . . . . . 48
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΟΥΣ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .53
ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .61
ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ. . . . . . . . . 65
ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . .73
ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ. . . . .74
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .80

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Στην εργασία αυτή θα προσπαθήσω να αναδείξω: πως ο κόσμος θα μπορούσε να είναι ορατός με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα και έτσι να διακρίνουμε αν το Κεφάλαιο του Μαρξ κι ο Διαλεκτικός Υλισμός εκείνης της εποχής μπορεί ακόμα να περιγράφει διαλεκτικά υλιστικά τον σύγχρονο κόσμο.                                                                                                                                                 Ακόμα στην εργασία αυτή προτείνω πως θα μπορούσε να ήταν ένας νέος Διαλεκτικός Υλισμός και σκιαγραφώ πως θα μπορούσε να είναι η σοσιαλιστική πορεία σύμφωνα μ’ αυτόν και μετά τις επικές, τιμημένες και ιερές αποτυχίες του παρελθόντος.  Η κριτική αυτή τιμά τις προσπάθειες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αυτών που απέτυχαν, γιατί έτσι γίνεται πάντα. Όταν οι πρώτοι πίθηκοι κατέβηκαν από τα κλαδιά και προχώρησαν παραπατώντας, κάτω απ’ τη χλεύη των αποκατεστημένων σε περίοπτες θέσεις των δέντρων περιγελώντας τους, χάθηκαν ξανά και ξανά.  Ως τη στιγμή που κάποιοι απομακρύνθηκαν και πορεύονται ακόμα στον ορίζοντα του πολιτισμού. Στο δρόμο τους, ήταν πάντα αυτοί που βολεύονταν κι εγκαθίσταντο και άλλοι που έσπαγαν τους κανόνες την μονιμότητας προχωρώντας.                                                                                                                                                     Το γίγνεσθαι του κόσμου είναι σπάταλο στην εξέλιξη του, το πρώτο βήμα απαιτεί αιματηρές θυσίες οι οποίες συνήθως φαντάζουν ανόητες κι ανώφελες, όμως κάποτε γίνεται το Βήμα αυτό που ανοίγει τον δρόμο. Αυτό δε θα γινόταν ποτέ αν κάποιοι γελοίοι ξεροκέφαλοι δεν είχαν αποτύχει. Πόσο γελοίοι ήταν εκείνοι που προσπαθούσαν να πετάξουν με τα τενεκεδένια κατασκευάσματά τους, χάνοντας κάποιες φορές τη ζωή τους; Να όμως που σήμερα οι περισσότερες μεταφορές γίνονται πετώντας. Πόσο γελοίοι φάνηκαν οι αγράμματοι προλετάριοι που θέλησαν να πάρουν την εξουσία και να επανδρώσουν τις σοσιαλιστικές οικονομοτεχνικές δομές κι απέτυχαν! Όμως κάποτε θα θεωρείται πολύ φυσικό να εξουσιάζουν εκείνοι που παράγουν και που η υλική και πνευματική παραγωγή θα είναι αποτέλεσμα των επιλογών τους.
      Ο Δαρείος, ο Μέγας Βασιλεύς, αναρωτιόταν πως αυτές οι βάρβαρες πολιτείες της Ελλάδας μπορούσαν να διαβιούν χωρίς Ηγέτη-Βασιλιά ακυβέρνητες; Έτσι αποφάσισε να τις εκπολιτίσει με φωτιά και σίδερο.           Δεν τα κατάφερε.         Αυτές έμειναν απολίτιστες και ακυβέρνητες.
      Ακόμα και σήμερα οι λαοί ζητούν κάποιο τρόπο να είναι ακυβέρνητοι από ισχυρούς και να επιλέγουν μόνοι το δικό τους μέλλον. Είναι αλήθεια ότι ως τώρα απέτυχαν, αλλά μέσα στην ψυχή του επαναστάτη ανατροπέα φτερουγίζει πάντα το όνειρο.  Η ουτοπία:                                                       
                                          Θέλει να αλλάξει τον κόσμο.
                                                                                                                                                 5
       ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Εισαγωγή: Ποτέ δεν έπαψε να αιωρείται το ερώτημα αν η φιλοσοφία δύναται να έχει δικαιώματα στο χώρο της επιστήμης ή η επιστήμη στο χώρο της φιλοσοφίας. O κόσμος μας πηγαίνοντας μπροστά γυρίζει με κάποιο τρόπο πίσω. Η φιλοσοφία ξεκίνησε με τον Αναξίμανδρο, όπως είναι γενικά αποδεκτό, ως ένα είδος πρωτόγονης φυσικής επιστήμης, όπου η φαντασία, η ενόραση, η παρατήρηση και κάποιες πρωτόγονες πειραματικές διαδικασίες, συνιστούσαν ένα ενιαίο γίγνεσθαι. Απ’τον Αριστοτέλη, είχε αρχίσει η επιστήμη, με κάποιον τρόπο να ξεχωρίζει απ’τη φιλοσοφία, που ως την εποχή του Νεύτωνα, δεν υπήρξε κάποιος ξεκάθαρος διαχωρισμός. Οι Νεοθετικιστές όρισαν τη φιλοσοφία ως ειδική επιστήμη, την «λογική της γλώσσα», όπου κάθε άλλη διάστασή της να θεωρείται έωλος και ασαφής διαλογισμούς. Ο ντετερμινισμός από κει και πέρα έγινε συνώνυμο της επιστημονικότητας κι ο χώρος της φιλοσοφίας μέσ’την επιστήμη ελαχιστοποιήθηκε τόσο που σχεδόν μηδενίστηκε. Με την είσοδο στο επιστημονικό προσκήνιο της Θεωρίας της Σχετικότητας, της Κβαντομηχανικής και της “θεωρίας” του Χάους, και τον ντετερμινισμό ν’απαξιώνεται, διακεκριμένοι επιστήμονες οι οποίοι θα έπρεπε να πρόσκεινται στον ντετερμινισμό, βλέπουμε να ανοίγουν ένα μακρόχρονο ιδεολογικό πόλεμο, επάνω στις αρχές και τις εξελίξεις της σύγχρονης επιστήμης. Αυτή η διαμάχη εμπλέκει βίαια την φιλοσοφία μέσα στην καρδιά της επιστήμης, σε βαθμό που να μην είναι πια εφικτός ένας νέος διαχωρισμός. Την εποχή που ορισμένοι διακεκριμένοι φιλόσοφοι, έκλειναν τη θύρα της επιστήμης στη φιλοσοφία, κάποιοι επιστήμονες διακεκριμένοι, παραμερίζοντας όλες τις θεωρητικολογίες της εποχής τους περί διαχωρισμού επιστήμης και φιλοσοφίας, αυθόρμητα κι όλο ζωντάνια της άνοιγαν την πόρτα προσφέροντας απλόχερα μερίδιο ηγεμονικό. Έδειχναν έτσι ότι δεν μπορεί πρωτοπόρα επιστήμη χωρίς φιλοσοφικό γνώμονα, αλλά συγχρόνως και φιλοσοφία με τη σύγχρονη έννοια, χωρίς επιστημολογική γνώση.                                                 
       Δεν θα υπήρχε λόγος να αναφέρουμε τον Αριστοτέλη, αφού ο Νεύτων είναι ο πιο ολοκληρωμένος εκπρόσωπος του αντικειμενικού τρόπου επιστημονικής σκέψης σήμερα. Όμως αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί δεν είναι μόνον η αντίληψη της αντικειμενικότητας και της επιστημονικότητας, όπως ορίζεται απ’ τη νευτώνεια σκέψη, που τελικά συνοψίζεται σήμερα ως ντετερμινισμός, αλλά κι η αριστοτελική λογική που στο γίγνεσθαι της Σχετικότητας, της Κβαντομηχανικής αλλά και της Θεωρίας του Χάους φαίνεται να πλήττεται καίρια.  
      Ο νευτώνειος τρόπος αντίληψης για τον κόσμο, θα μπορούσε να πει άφοβα κάποιος, ότι είναι ο πιο ολοκληρωμένος αριστοτελικός.  Δηλαδή υπάρχει μια μεγάλη πορεία που ξεκινά από τον Αριστοτέλη και ολοκληρώνεται στον Νεύτωνα.  Ό, τι πλήγμα λοιπόν δεχτεί η νευτώνεια σκέψη, στρέφεται με κάποιο τρόπο κι ενάντια στην αριστοτελική λογική πάνω στην οποία βασίζεται κι ο ντετερμινισμός.

6
Επειδή όμως σήμερα η επιστήμη «ότι έχει» στην έρευνα, είναι η τυπική λογική κι ο ορθολογισμός, οι επιστήμονες μολονότι θέλουν ν’ απορρίψουν το ντετερμινισμό, κρατούν την ίδια την καρδιά του που είναι η τυπική λογική κι ο ορθολογισμός, δημιουργώντας διγλωσσία και σύγχυση. Η Θεωρία του Χάους συγγενεύει πάρα πολύ με την κβαντομηχανική αφού οι μετρήσεις της σχετίζονται με φάσματα, κύματα και συχνότητες, έτσι θα πρέπει να εντάξουμε κι αυτήν στην πράξη μέτρησης που αφορά στην κβαντομηχανική και τις ερμηνευτικές διαστάσεις που έχει πάρει σχετικά με τη φιλοσοφία.
 

Η ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΣΩΜΑΤΙΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗ ΝΕΥΤΩΝEΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ  ΚΒΑΝΤΙΚΗ  ΑΝΤΙΛΗΨΗ                                                                                                                                                                       Ο νευτώνειος τρόπος αντίληψης για το μικρόκοσμο, μπορεί να θεωρηθεί κόσμος δυνάμεων και σωματιδίων που διαθέτουν κάθε στιγμή ιδιότητες μέσα στο χώρο, όπως η μάζα που είναι στατική, αφού δεν αλλάζει κατά τη διάρκεια του χρόνου κι η ταχύτητα που είναι δυναμική αφού αλλάζει. Σύμφωνα με την νευτώνεια αντίληψη, το γίγνεσθαι στον κόσμο είναι αποτέλεσμα δυνάμεων που δρουν στα σωμάτια εξωτερικά, δημιουργώντας συγκρούσεις, συνδυασμούς σωματιδίων και κίνηση. Ο Νεύτων, αποφεύγει να σχολιάσει τη φύση αυτών των δυνάμεων με την περίφημη φράση του «hypotheses non fingo» (δεν κάνω καμιά υπόθεση).
     Το σύμπαν του Νεύτωνα είναι απόλυτα ορθολογημένο μέσα στα προαναφερθέντα όρια των προϋπαρχόντων και ανεξαρτήτων μεταξύ τους Χώρου και Χρόνου. Εκεί είναι δεδομένο ότι οι ιδιότητες των σωμάτων, άσχετα αν τις παρατηρούμε ή όχι, είναι παρούσες. Με κορμό την αριστοτελική λογική, η νευτώνεια αντίληψη έχει καθιερωθεί σαν αναμφισβήτητη στην ανθρώπινη καθημερινότητα και μέχρι χθες, στην επιστημονική κοινότητα.
      Η πρώτη αμφιβολία για το κύρος αυτού του μοντέλου, γεννήθηκε από την ειδική θεωρία της σχετικότητας. Ο Αϊνστάιν δείχνει εκεί ότι οι έννοιες του χώρου και του χρόνου δεν μπορούν πια να γίνονται αντιληπτές με το νευτώνειο τρόπο. Δηλαδή δεν μπορούν να θεωρούνται ξέχωρες, αλλά σαν μια ενότητα, τον χωρόχρονο. Πέραν τούτου όμως, ο ίδιος ο Αϊνστάιν κι η δουλειά του, δεν αντιστρατεύονται τη νευτώνεια τάξη, σε βαθμό που να διαφωνεί με την αντικειμενικότητα όπως είναι εκεί αποδεκτή. Αυτό, σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, θα εστρέφετο ενάντια στην επιστημονικότητα, όπως είχε πια διαμορφωθεί ως ντετερμινισμός. Η Θεωρία της Σχετικότητος, σε θέματα αντίληψης περί ιδιοτήτων των αντικειμένων, δεν αντιστρατεύεται την ουσία της νευτώνειας σκέψης.  Την ίδια εποχή ο Πλάνκ  ανακαλύπτει την κβαντική φύση της ακτινοβολίας του θερμού αντικειμένου. Εκεί αναφαίνεται ότι η ενέργεια εκλύεται σε ορισμένα ελάχιστα ποσά που το μέγεθός τους εξαρτάται από τη συχνότητα του φωτός, δηλαδή το χρώμα του. Λέγεται ότι οι συνέπειες αυτής της εργασίας, υπονόμευσαν το κύρος του νευτώνειου οικοδομήματος σχετικά με τις αντιλήψεις των επιστημόνων για τον μεγάκοσμο και τον μικρόκοσμο.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                7
      Σύμφωνα με τη νευτώνεια αντίληψη, για να διαπιστωθεί η θέση κάποιου βλήματος, που αυτό λογίζεται σαν αντικείμενο ή πράγμα κάποια ορισμένη χρονική στιγμή, το φωτίζουμε στατικοποιώντας το ιδεατά σε αυτή τη θέση, πάνω στο φωτογραφικό φιλμ.  Το φως μέσω του οποίου γίνεται η διεργασία, δηλαδή τα φωτόνια που αντανακλώνται από το σώμα και βρίσκουν τη φωτογραφική πλάκα, αν επιδρούν στο βλήμα δεν ενδιαφέρει την έρευνα,  γιατί η διαφορά που προκύπτει είναι αμελητέα. Για το ηλεκτρόνιο όμως το θέμα είναι πολύ διαφορετικό, λόγο της μεγάλης ταχύτητας και του μικρού μεγέθους του ηλεκτρονίου. Το φωτόνιο που θα βρει το ηλεκτρόνιο, πρέπει να έχει υψηλή συχνότητα για να δώσει στοιχεία μέτρησης, που σε μεγάλο βαθμό αλλοιώνει την κατάσταση αυτού που ερευνάται.

Για να γίνει αντιληπτή η περιγραφή του μικρόκοσμου από την κβαντική θεωρία, υπάρχει το κλασικό πείραμα που περιλαμβάνει κάποιον εκτοξευτή ο οποίος εκτοξεύει σφαιρίδια, κύματα νερού ή ηλεκτρόνια αναλόγως. Αυτά μετά την εκτόξευση κατευθύνονται προς ένα παραπέτασμα που στο κέντρο έχει δυο οπές και κατά την απαίτηση του πειράματος, πότε η μια και πότε οι δυο μαζί είναι ανοικτές. Πίσω από το παραπέτασμα, υπάρχουν ανιχνευτές που καταγράφουν την παρουσία και την συμπεριφορά των εκτοξευομένων αντικειμένων.
      Α. Αν εκτοξεύσουμε μαύρα σφαιρίδια μέσω της μιας οπής, αυτά θα έχουν μια φυσιολογική διανομή αναμενόμενη για σφαιρίδια, όπου θα μπορούσε απόλυτα να υπολογιστεί η θέση τους.  Αν ανοιχτούν καί οι δυο τρύπες και διοχετευτούν μαύρα σφαιρίδια απ’τη μια κι άσπρα απ’την άλλη, αυτά θα διαμοιραστούν πάλι όπως θα αναμενόταν, δη-λαδή έχοντας συμπεριφορά σωματιδίων.
      Β. Αν κάνουμε το ίδιο με τα κύματα νερού, το αποτέλεσμα θα ήταν επίσης αναμενόμενο. Θα έχουμε συμπεριφορά  κυμάτων.
      Γ. Αν εκτοξεύσουμε ηλεκτρόνια, αυτά όταν είναι ανοικτή η μια οπή συμπεριφέρονται ως σωματίδια, όταν όμως ανοιχτούν κι οι δύο οπές, υπάρχει παρεμβολή κυματιδιακής φύσης. Τα ηλεκτρόνια καταφτάνουν σαν ανεξάρτητα σωματίδια, όμως η άφιξή τους εκεί υπακούει σε κυματιακές διαδικασίες, κάνοντας αδύνατο τον προσδιορισμό από πια τρύπα έχουν περάσει.  Από κει προέρχεται το ερώτημα, πως είναι δυνατόν τα ηλεκτρόνια να διαθέτουν ιδιότητες και σωματιδίων και κυμάτων, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Έτσι δημιουργήθηκε στο μικρόκοσμο ένα πρόβλημα περιγραφής, που η νευτώνεια άποψη αμφισβητήθηκε περισσότερο.  
                                                                                                                                                               8          
Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΒΑΝΤΙΚΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ
Για να γίνει η περιγραφή ενός φαινομένου στη σύγχρονη επιστήμη, πρέπει να προταθεί ένα μοντέλο, το οποίο με μια μαθηματική διαδικασία, θα παίρνει υπόψιν του όλες τις ιδιότητες και τις ιδιομορφίες που αφορούν το φαινόμενο.   Έτσι στην περίπτωση του ηλεκτρονίου ως κβαντικού γεγονότος, χρειάζεται μια μαθηματική δομή, που να μπορεί να περιλάβει τις στατικές του ιδιότητες, που είναι το φορτίο και η μάζα και τις δυναμικές, που είναι η θέση και η ορμή (μάζα επί ταχύτητα), η διεύθυνση του σπιν, κλπ. Ακόμα, αυτή η δομή πρέπει να αντανακλά την κυματο-σωματιδιακή συμπεριφορά του κβαντικού γεγονότος.  Το πρόβλημα της περιγραφής του κβαντικού γεγονότος, έχει λυθεί με τρεις τρόπους απ’τους Ντυράκ, Χάιζενμπεργκ και Σρέντιγκερ. Λέγεται πως και οι τρεις περιγραφές είναι μαθηματικά ισάξιες, αλλά η περιγραφή του Σρέντιγκερ, καθιερώθηκε σαν πιο εύχρηστη.   Ο Σρέντιγκερ συνέλαβε μιαν εξίσωση που μπορεί να περιγράψει τις μετατροπές του γεγονότος σε κάθε δυνατή θέση στο χώρο κατά την διάρκεια του χρόνου. Η εξίσωση αυτή περιέχει ιδεατά όλες τις ιδιότητες, που θα πρέπει να διαθέτει ένα κβαντικό γεγονός, που στη δεδομένη περίσταση είναι το ηλεκτρόνιο.  Για να μπορέσουν να υπολογιστούν όλες οι αλλαγές της κάθε συγκεκριμένης αξίας κάθε ιδιότητας, πρότεινε μια    συμπληρωματική μαθηματική διαδικασία που περιέχει όλες τις πιθανότητες.
      Όταν κάποιο ηλεκτρόνιο εκλύεται από ένα διεγερμένο άτομο, στην κβαντομηχανική παρουσιάζεται σαν κυματοσυνάρτηση που διαδίδεται από το άτομο, όπως ένα αρμονικά διαστελλόμενο κύμα. Το πλάτος διανομής του κύματος, δίνει τις πιθανότητες της θέσης του μέσα στο χώρο μια χρονική στιγμή.     Κατά την παρατήρηση ενός ηλεκτρονίου, τη στιγμή που προσκρούει σε ένα από τα άτομα του αργύρου που ευαισθητοποιούν τη φωτογραφική πλάκα, λέγεται ότι δίνει όλη την ενέργειά του αφήνοντας ένα ίχνος στην πλάκα. Αυτή ακριβώς είναι η στιγμή που η κυματοσυνάρτηση η οποία εκπροσωπεί το ηλεκτρόνιο, λέγεται ότι καταρρέει, αφήνοντας μόνο το ίχνος της στο φιλμ. Επίσης λέγεται πως με την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης χάνεται κι η αβεβαιότητα, μένοντας μόνο η συγκεκριμένη τιμή της ιδιότητας. Ας υποθέσουμε ότι η ποσότητα W(x,t), αναπαριστά την κατάσταση ενός κβαντικού σωματίου σε χρόνο t και χώρο x. Ας ορίσουμε με Α τη θέση που είναι η ιδιότητα προς διερεύνηση.  Ο Σρέντιγκερ όρισε, ότι κάθε ιδιότητα πρέπει να σχετίζεται με τη δική της ομάδα κυμάτων. ΄Ετσι λοιπόν, η ομάδα κυμάτων που φαίνεται να αντιστοιχεί στη θέση του ηλεκτρονίου, παρουσιάζεται ως w1(xt), w2 (xt) …κλπ.                                                                                                                                                                                                                                                               9
Η αξία της εργασίας αυτής, συνίσταται στο ότι μπορεί να διαπιστώνει τη σχέση κάθε μέλους αυτής της ομάδας κυμάτων, με μια από τις αξίες που πιθανόν  πάρει η ιδιότητα  όταν μετρηθεί.  Αυτές οι ομάδες
έχουν άπειρες τιμές, κι έτσι η Α έχει απειροστικό αριθμό πιθανοτήτων να οριστεί.  Η κατάσταση W(xt), μπορεί μ’ ένα μοναδικό τρόπο να αναλυθεί στους όρους της ομάδας κυμάτων, που σχετίζονται με την ιδιότητα Α. Αυτό σημαίνει ότι θα δημιουργηθεί μια σειρά αριθμών c1, c2,c3… έτσι που W(xt)=c1w1(xt)+c2w2(xt)+c3w3(xt)... όπου w1(xt), w2(xt), w3(xt)…., είναι η ομάδα κυμάτων που αντιστοιχεί στην ιδιότητα της θέσης. Στην περίπτωση όπου το λευκό φως διέρχεται από ένα πρίσμα κι αναλύεται στα χρώματα της ίριδας, από κβαντική άποψη, η κυματοσυνάρτηση W(xt) αντιστοιχεί στο λευκό φως και η ομάδα κυμάτων{wi(xt)},i=1,2,3…στα συγκεκριμένα χρώματα της ίριδας.
      Για κάθε ιδιότητα που θέλουμε να διερευνήσουμε, αντιστοιχεί ένα διαφορετικό πρίσμα, μέσω του οποίου μπορούμε να αναλύσουμε την κυματοσυνάρτηση στο δικό της φάσμα κι έχουμε διαφορετική ομάδα κυμάτων {wi(xt)} και διαφορετική ομάδα αριθμών [ci] στην ανάλυση, που εξαρτάται από ποιο πρίσμα ιδιότητας θα χρησιμοποιήσουμε για να αναλύσουμε το W. Για να διαπιστώσουμε, μέσα στο πλήθος της διασποράς των τιμών που δίνει αυτή η ανάλυση, την τιμή που θα πρέπει να πάρει η ιδιότητα Α, πρέπει να συνδυάσουμε τον ξεχωριστό αριθμό{ci}, που σχετίζεται κάθε μέλος της ομάδας κυμάτων wi(xt) με την i-οστή αξία, που η ιδιότητα Α μπορεί να πάρει όταν μετρηθεί.
  Βλέπουμε λοιπόν μεγάλη διαφορά στον κβαντικό τρόπο περιγραφής, απ’αυτόν που προτείνει η νευτώνεια άποψη. Σύμφωνα με την νευτώνεια άποψη, οι ιδιότητες ενός βλήματος, είναι προϋποτιθέμενες σε σχέση μ’αυτό και δεν μπορεί να μην υπάρχουν. Για το ηλεκτρόνιο όμως η περιγραφή του Σρέντιγκερ, υπολογίζει πιθανότητες τιμών της συγκεκριμένης αξίας της μετρούμενης ιδιότητας, που θα μπορούσε να πάρει το κβαντικό γεγονός όταν μετρηθεί. Η περιγραφή αυτή δεν αναφέρεται στο θέμα σύμφυσης ή όχι των διερευνουμένων ιδιοτήτων του υπό μέτρησιν κβαντικού γεγονότος προ της μέτρησης. Στη νευτώνεια άποψη που δέχεται το ηλεκτρόνιο σαν βλήμα, η θέση κι η ορμή του, γίνονται δεκτά σαν απολύτως ακριβή και πραγματικά, που είναι απόλυτα σύμφωνο με την κοινή λογική. Όμως στην κυματοσυνάρτηση του Σρέντιγκερ, που είναι η κβαντική άποψη, υπάρχει απλά κύμα πιθανοτήτων το οποίο μορφοποιείται τη στιγμή της μέτρησης και όπως αποδέχονται οι περισσότεροι επιστήμονες είναι μαθηματικής μορφής. Αυτός όμως είναι ο μόνος τρόπος που μπορούν να περιγραφούν τ’αποτελέσματα των εργαστηριακών δραστηριοτήτων κι έχοντας δοκιμαστεί χρόνια τώρα, θεωρείται επαρκής και σύμφωνος με τα πειραματικά δεδομένα.  Έτσι προκύπτει θέμα ερμηνείας των πειραματικών αποτελεσμάτων.  Αυτοί οι μεγάλοι επιστήμονες δεν αρκούνται απλά μόνο στις διαπιστώσεις, αλλά αναγκάζονται να προχωρήσουν σε οντολογικές και φιλοσοφικές διερευνήσεις, για να συλλάβουν το νόημα αυτού του επιστημονικού γίγνεσθαι.

10
     Η ΔΙΑΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΒΑΝΤΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ
Ξεκινώντας οι ερευνητές από την επιστημονική προσέγγιση της πραγματικότητας, που στην περίπτωση αυτή αφορά τη μέτρηση, την περιγραφή και την ερμηνεία, αυτών των δραστηριοτήτων, καταλήγουν σε μια σειρά αλληλοσυγκρουομένων οντολογικών αποδοχών. Αυτές ξεκινούν από την αποδοχή της επιστημονικής αξίας του ντετερμινισμού και της αντικειμενικής ορθολογικότητας και περνώντας από όλες τις πιθανές αντιντετερμινιστικές προσεγγίσεις που αμφισβητούν την αξία τους, καταλήγουν σε έναν αχαλίνωτο αντιντετερμινιστικό μυστικισμό.
       Το γεγονός προ της μέτρησης, περιγράφεται από κάποια κυματοσυνάρτηση, η οποία, όπως ισχυρίζονται κάποιοι μεγάλοι επιστήμονες, αντιπροσωπεύει ιδεατά ορισμένες ιδιότητες των κβαντικών γεγονότων, όπως π.χ. η θέση κάποιου ηλεκτρονίου, εδώ πρέπει να τονίσω ότι υπάρχουν εξίσου σπουδαίοι επιστήμονες, που την εν λόγω συνάρτηση θεωρούν πραγματική και όχι ιδεατή.                             Η κυματοσυνάρτηση αυτή, υποδηλώνει την σχετική πιθανότητα μιας ιδιότητας, ορίζοντας έτσι κάποια από τις εν δυνάμει αξίες που θα πάρει τη στιγμή της μέτρησης. Όμως όλα αυτά που φαίνονται απλά για την κοινή λογική, για την επιστημονική κοινότητα που έχει σαν αντικείμενο τον κβαντικό κόσμο, η έννοια του μέσου μέτρησης, είναι κάτι που χρειάζεται ιδιαίτερη διευκρίνιση. Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι το μέσο μέτρησης, είναι κάθε συσκευή που καταγράφει πιστά το αποτέλεσμα πειραματικής διαδικασίας. Μια σειρά όμως μεγάλων επιστημόνων, όχι αναίτια, έχει πολύ διαφορετική άποψη. Υποστηρίζουν ότι το αντικείμενο μέτρησης και το μέσο μέτρησης αλληλεπιδρούν σε βαθμό, που να μη μπορεί να γίνει λόγος γι’ανεξαρτησία του ενός απ’το άλλο. Ακόμα υπάρχουν μεγάλοι επιστήμονες όπως ο Νόυμαν, που ισχυρίζονται ότι κατά την διαδικασία της μέτρησης, που έχει ως οριακή στιγμή την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης, η ανθρώπινη συνείδηση, το μέσον μέτρησης και το μετρούμενο αντικείμενο, συνιστούν κβαντική ενότητα, όπου η ανθρώπινη συνείδηση είναι και ο βασικότερος παράγων, αφού είναι αυτή που εξαναγκάζει την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης.
                                                                                                                                            11                                       Η ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΑ
Σύμφωνα με την κβαντική περιγραφή, κάθε μια από τις ιδιότητες μιας κβαντικής οντότητας, ανταποκρίνεται σε μια σειρά κυμάτων. Σε μια ανάλογη ομάδα κυμάτων, ανταποκρίνεται κι η ανάλογη συζυγής της ιδιότητα·  (ενέργεια και χρόνος,  παλμός περιστροφής και γωνία, παλμός και τόπος, είναι συζυγείς ιδιότητες).
      Ας υποθέσουμε ότι έχουμε δύο πρίσματα, ένα για την ιδιότητα Α κι ένα για τη συζυγή ιδιότητά του Β, που ανταποκρίνονται, η Α σε κύμα W και η Β σε κύμα Μ.  Αν διοχετευτεί μια αυθαίρετη ομάδα κυμάτων Χ διά μέσου του πρίσματος W, θα λάβουμε ένα φάσμα  που θα αποτελείται  από έναν Νw αριθμό χρωμάτων. Ο αριθμός Νw είναι αντιστρόφως αναλόγου μέτρου προσομοίωσης του κύματος Χ, ως προς την ομάδα του πρίσματος W. Δηλαδή όσο ο αριθμός των χρωμάτων Νw του κύματος W μεγαλώνει, τόσο η ομοιότητά τους μικ-ραίνει κι αντίθετα. Το ίδιο συμβαίνει, αν από το πρίσμα Μ περάσουμε την ομάδα Χ. Παίρνουμε φάσμα Μ, που συντίθεται από Νm αριθμό χρωμάτων κι είναι αντίστροφου ανάλογης προσομοίωσης της ομάδας Χ με την ομάδα Μ. Το γινόμενο Nw επί Nm, είναι πάντοτε μεγαλύτερο του μηδενός, όπου Nw.Nm ≥R.  Για τους επιστήμονες αυτό σημαίνει ότι πρίσματα που ανταποκρίνονται σε ομάδες κυμάτων συζυγών ιδιοτήτων, δεν μπορούν ν’ αναλύσουν την ίδια στιγμή αντίστοιχες συζυγείς ομάδες με ακρίβεια. Υπάρχει ένας βαθμός αντίστασης βεβαιότητας μιας κοινής ανάλυσης, που σχετίζεται με το R. Η αρχή της αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ, είναι συνδεδεμένη καταρχήν με αυτό το θέμα. Δηλαδή αφορά τις συζυγείς ιδιότητες κι όχι αυτές που δεν είναι συζυγείς. Η ενέργεια και η θέση του ηλεκτρονίου, μπορούν να μετρηθούν με ακρίβεια μαζί.
        Αν θέλουμε να μετρήσουμε μια ιδιότητα Α, που είναι η θέση του ηλεκτρονίου, αυτή πρέπει να έχει το δικό της πρίσμα που ν’αντιστοιχεί σε ομάδα κυμάτων που σχετίζεται μ’αυτή την ιδιότητα. Παράλληλα έχουμε, αυτόματα κι άνευ φόρτισης, μια συζυγή ιδιότητα Β με το δικό της πρίσμα, που ανταποκρίνεται σ’ανάλογη ομάδα κυμάτων Β. Προηγουμένως αναφέραμε, ότι αν μια ομάδα κυμάτων Χ, που ανταποκρίνεται στη δική της ιδιότητα, περάσει μέσα απ’τα πρίσματα Α και Β, τα φάσματα που ενεργοποιούνται πρέπει να ικανοποιούν τη σχέση: «όσο περισσότερα χρώματα στο ένα φάσμα, τόσο λιγότερα στ’άλλο». Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μέτρο αντίστροφης ακρίβειας κατά τη μέτρηση της αξίας της ιδιότητας Χ. Αλλά αφού η αντίστροφη σχέση μπορεί να ισχύει για κάθε αυθαίρετη ομάδα, που μπορεί να είναι το Χ και θα ανταποκρινόταν στην ανάλογη ιδιότητα Χ, ας βάλουμε στη θέση του Χ την ιδιότητα Α. Περνώντας την ομάδα κυμάτων Α από το δικό της πρίσμα θα δώσει πολύ λίγα χρώματα, αφού αυτή είναι η υποχρέωση του πρίσματος Α να κάνει, όταν αντιμετωπίζει την ομάδα κυμάτων Α. Ακόμα είναι ανάγκη η συζυγής ομάδα κυμάτων Β, περνώντας απ’το πρίσμα Α να δώσει φάσμα μεγίστου αριθμού χρωμάτων, που θα πει ότι αυτό το πρίσμα δεν δίνει ακριβείς αξίες της ιδιότητας Β.   Αν αλλάξουμε τους ρόλους των Α και Β, βάζοντας στη θέση του Χ το Β, τότε θα έχουμε τις ίδιες συνέπειες. Εδώ έχουμε ένα πρίσμα, με το οποίο πρέπει να κάνουμε την ανάλυση κι ενώ αυτό είναι κατάλληλο για την ανάλυση του κύματος της μιας ιδιότητας, δεν είναι για την ανάλυση του κύματος της άλλης ιδιότητας.  (Ενώ τυπικά φαίνεται έτσι, έχω την αίσθηση ότι το πρόβλημα έχει βαθύτερες ρίζες που πάνε ακόμα μακρύτερα, στη φύση των συζυγών ιδιοτήτων.  Ίσως να μην είναι απλά και μόνον η αδυναμία του ενός πρίσματος, να κάνει ακριβή παράλληλη μέτρηση και στις δύο συζυγείς ιδιότητες, αλλά και η ίδια η σχέση των συζυγών ιδιοτήτων, που συνιστούν ένα είδος αντιφατικής ενότητας, που ενώ η μια δεν μπορεί χωρίς την άλλη, για κάποιο λόγο απωθούνται κιόλας.
      Έχω τη γνώμη ότι η χρήση του χρόνου ως διάρκεια και του χώρου ως έκταση δεν ταιριάζει σε κβαντικές διαδικασίες, επειδή ως καταλυτικο-συνθετικές τα γεγονότα είναι Άλλα-Αλλού. Κι ενώ ο χρόνος ως διάρκεια ανταποκρίνεται στον νευτώνειο αντικειμενικό κόσμο των πραγμάτων, η συχνότητα (ο ρυθμός επανάληψης χωρικών μέτρων), ως χρόνος, ανταποκρίνεται στον κβαντικό κόσμο όπου εκεί
αίρεται η αντικειμενικότητα . Εμείς λοιπόν στριμώχνουμε αυθαίρετα στο ίδιο επίπεδο του κόσμου, τον νευτώνειο χρόνο όπου μεσουρανεί η αντικειμενικότητα και τον κβαντικό χρόνο όπου η αντικειμενικότητα ακυρώνεται).                                                                                                                                                                                                                                                                                                                12
                      Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΚΒΑΝΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ
Ένα άλλο θέμα που διχάζει τους επιστήμονες είναι, “τι ιδιότητες μπορεί να έχει ένα κβαντικό γεγονός, προ της μέτρησης”. Οι βασικές θέσεις γι’αυτό το θέμα είναι δύο. Η θέση της σχολής της Κοπεγχάγης, που θεωρείται ορθόδοξη, με ηγέτες τους Μπόρ, Σρέντιγκερ, Νόυμαν, Χάιζενμπεργκ κ.λπ., αρνείται την αντικειμενικότητα των κβαντικών οντοτήτων ενώ η θέση της σχολής της αντικειμενικότητας με τους Αϊνστάιν, Ντε Μπρoγί, Μπώμ κ.λπ…την αποδέχεται.
         Οι Βασικές Θέσης της σχολής της Κοπεγχάγης.
α. Η κυματοσυνάρτηση δίνει πλήρη περιγραφή του συγκεκριμένου κβαντικού γεγονότος.
β. Όλα τα κβαντικά γεγονότα που εκπροσωπούνται απ’την ίδια κυματοσυνάρτηση, είναι εκ φύσεως ίδια.                                                                                                                                                              γ. Κάθε έλλειψη πληροφορίας για τις ιδιότητες των κβαντικών γεγονότων προ της μέτρησης, είναι έτσι γιατί δεν υπάρχουν εκεί συγκεκριμένες ιδιότητες να γίνουν γνωστές.                                                        δ. Οι όποιες παρατηρούμενες διαφορές μεταξύ όμοιων κβαντικών γεγονότων προ της μέτρησης, οφείλονται στον παράγοντα του τυχαίου ο οποίος είναι σύμφυτος με αυτά.
          Οι Βασικές Θέσεις της Αντικειμενικότητας.
α. Η κυματοσυνάρτηση δίνει μόνο μια στατιστική περιγραφή ενός συνόλου αντικειμένων, άρα δεν μπορεί να περιγράψει πλήρως κάθε συγκεκριμένο κβαντικό αντικείμενο.
β. Κβαντικά αντικείμενα που παρουσιάζονται από τις ίδιες κυματοσυναρτήσεις μπορεί να μην είναι απ’τη φύση τους ίδια.
γ. Η έλλειψη  παρατήρησης  ιδιοτήτων  των κβαντικών  αντικειμένωνυπαρχόντων προ της μέτρησης, οφείλεται στην ύπαρξη αγνώστων μεταβλητών, που η κβαντομηχανική δεν διακρίνει ή     αποκρύπτει.                                                                                                       

                                                                                                                                                        13
Οι εκπρόσωποι των περισσοτέρων σχολών, γενικά δέχονται τις βασικές αρχές της σχολής της Κοπεγχάγης, αλλά ο καθένας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο πάει σε διαφορετικές οντολογικές και κοσμολογικές διερευνήσεις. Αυτοί δεν αρκούνται στην απλή διαπίστωση των αποτελεσμάτων της έρευνας, μολονότι αυτό θα μας φαινόταν αρκετό για επιστήμονες που είναι αρματωμένοι στο φρούριο του ντετερμινισμού. Αντίθετα με ότι διακηρύσσουν οι σύγχρονοι θετικιστές, αυτοί νιώθουν την ανάγκη της φιλοσοφικής διερεύνησης ως συμπλήρωμα και πολλές φορές ως οδηγό στην έρευνα.  
       Όλες οι σχολές που συγγενεύουν μ’αυτή της Κοπεγχάγης, δέχονται ότι οι δυναμικές ιδιότητες των κβαντικών αντικειμένων είναι συμβατικές και γεννώνται κατά τη διαδικασία της μέτρησης. ΄Οπως έχουμε ήδη αναφέρει, αυτή η αντίληψη βασίζεται στην αποδοχή ότι το μέσο, το αντικείμενο μέτρησης και για πολλούς επιστήμονες κι ο παρατηρητής, συνιστούν κβαντική ενότητα. (Αφού το αποτέλεσμα της μέτρησης, αναμφισβήτητα θεωρείται επηρεασμένο απ’τη διαδικασία της).
       Η σχολή της Κοπεγχάγης απορρίπτει την ύπαρξη κρυφών μεταβλητών, βασιζόμενη στο μαθηματικό πόνημα του Νόυμαν, που στηρίζει και δικαιολογεί τις απόψεις της κβαντομηχανικής. Στην εργασία του Νόυμαν δεν μπορεί να οριστεί μαθηματικά το σημείο διαχωρισμού παρατηρητή, μέσου και αντικειμένου μέτρησης, απορρίπτοντας την ύπαρξη αγνώστων μεταβλητών.  Με αυτόν τον τρόπο ο Νόυμαν «συμπεραίνει» αυτή την ενότητα. Αυτό όμως όπως λέγεται, διαφαίνεται απ’ τις απόψεις του  χωρίς να το έχει διακηρύξει, έχοντας όμως ισχυριστεί πως η ανθρώπινη συνείδηση είναι ο καταλυτικός παράγων που κάνει τη διαφορά σ’αυτήν τη διαδικασία, όντας κι ο πιο ουσιώδης.  Ο Χουίλλερ, που συμμερίζεται σε μεγάλο βαθμό τις βασικές θέσεις της Κοπεγχάγης, συμφωνεί με τον Νόυμαν ότι η στιγμή της μέτρησης, μπορεί να θεωρηθεί μ’έναν ήπιο τρόπο, στιγμή δημιουργίας.  Ότι δηλαδή η ανθρώπινη συνείδηση, μπορεί να συμμετέχει στο γίγνεσθαι της δημιουργίας κβαντικών ιδιοτήτων αλλά μ’έναν περιορισμένο τρόπο και μόνο στο κβαντικό επίπεδο.
         Σύμφωνα με τον Χάιζενμπεργκ η κβαντική πραγματικότητα συνίσταται από δυο καταστάσεις: την εν δυνάμει και την εν ενεργεία, που συνδέονται με την διαδικασία της μέτρησης. Αυτή η άποψη είναι αποδεκτή σχεδόν απ’όλες τις σχολές οι οποίες συγγενεύουν με τη σχολή της Κοπεγχάγης αλλά με διαφορετικούς τρόπους.
        Ο εν ενεργεία κόσμος, σύμφωνα με τον Χάιζενμπεργκ υπάρχει ουσιαστικά, αλλά κάτω απ’αυτόν υφέρπει η καθαρή δυνατότητα, δηλαδή η τάση των πραγμάτων να ουσιαστικοποιηθούν μ’ένα συγκεκριμένο τρόπο όταν μετρηθούν, (να γίνουν εν ενεργεία αν παρατηρηθούν).         Λέγεται ότι ο Χάιζενμπεργκ υποστηρίζει ότι αυτή η συνάρτηση περιέχει την ουσία απ'την οποία πραγματοποιούνται όλα τα πράγματα της καθημερινότητας.  Δηλαδή αυτός όλος ο εν δυνάμει,  μη παρατηρήσιμος κόσμος, είναι κυματοσυναρτήσεις που αντιπροσωπεύουν τη δυνατότητα η οποία κατά τη μέτρηση γίνεται πραγματικότητα. (Η έννοια της μέτρησης στο παγκόσμιο γίγνεσθαι μπορεί να παίρνει άλλες μορφές, όπως επαφή, αλληλεπίδραση κ.λπ).                                                                                                           14
        Βλέπουμε ότι η εξίσωση του Σρέντιγκερ γίνεται αντιληπτή διαφορετικά από διάφορους επιστήμονες, που της δίνουν διαφορετική οντολογική διάσταση. Αυτοί θέλουν να διερευνήσουν οντολογικά το νόημα που θα μπορούσε να έχει το αποτέλεσμα του πειράματος, κάτι που άπτεται της φιλοσοφίας.
        Η πιο αποδεκτή άποψη περί αντικειμενικότητας, μέσα στα όρια της κβαντομηχανικής, θεωρείται αυτή του Μπωμ, που είναι μια άποψη κρυφών μεταβλητών. ΄Οπως όλοι οι υποστηρικτές ύπαρξης κρυφών μεταβλητών, ισχυρίζεται πως αν οι μεταβλητές γίνουν γνωστές, η αντικειμενικότητα της φύσης θα αποκατασταθεί.
      Πρέπει να τονιστεί, πως ορισμένες απόψεις που μας φαίνονται υπερβολικές και παράδοξες, έχουν προταθεί κι αιτιολογηθεί μαθηματικά από μεγάλους επιστήμονες. Από την άλλη όμως, το ότι αυτές είναι προτάσεις μεγάλων επιστημόνων που έχουν βασιστεί σε αυστηρά μαθηματικές διαδικασίες, δεν θα πει πως δε χωρούν αμφισβήτηση. Τα όποια μαθηματικά στα οποία στηρίζεται η επιστημονικότητα, είναι ένα απλό όργανο ανάπτυξης μιας φιλοσοφικο-ϊδεολογικής σύλληψης και είναι πιθανόν να περιέχει εξ αρχής ένα σφάλμα.  Ακόμα φαίνεται, ότι στον κόσμο των κβάντα, χρειάζεται μια άλλη λογική προσέγγιση κι αυτό θα σήμαινε και κάποιο άλλο μαθηματικό εργαλείο.
      Ο Αϊνστάιν κατηγορεί τη σχολή της Κοπεγχάγης για σιωπηρή αποδοχή ακαριαίων αλληλεπιδράσεων, όμως αν υπάρχουν κρυφοί παράμετροι πρέπει να είναι κι’ αυτοί υπερφωτεινοί. Μάλιστα ο ίδιος ο Αϊνστάιν με συνεπίκουρους τους Ποντόλσκυ και Ρόζεν, πρότεινε το γνωστό νοητικό πείραμα, όπου ένα ειδικό μηχάνημα εκτοξεύει δίδυμα ηλεκτρόνια. Αυτά κατά τον Αϊνστάιν πρέπει εξ αρχής να έχουν αντίθετο σπιν, ενώ για τη σχολή της Κοπεγχάγης, το σπιν είναι εν δυνάμει αντίθετο ως τη στιγμή της μέτρησης σε ένα απ’αυτά, εξαιτίας της οποίας αυτόματα πραγματώνονται παρουσιάζοντας αντίθετο σπιν.
      Ο Αϊνστάιν θέτει το ερώτημα: Αν αυτά τα δυο ηλεκτρόνια που εκτοξεύει αυτό το μηχάνημα έχουν απόσταση ετών φωτός, υπακούοντας στους νόμους του εν δυνάμει επιπέδου που αποδέχεται η σχολή της Κοπεγχάγης, πρέπει ν’ανταποκρίνονται αυτομάτως στη διαδικασία μέτρησης.  Δηλαδή τη στιγμή της μέτρησης στο ένα ηλεκτρόνιο, το δίδυμό του σε απόσταση ετών φωτός, πρέπει να εκδηλώσει αυτομάτως αντίθετο σπιν απ’το πρώτο. Ο Αϊνστάιν δείχνει μ’αυτό τον τρόπο, ότι η σχολή της Κοπεγχάγης αποδέχεται ακαριαίες αλληλεπιδράσεις στο εν δυνάμει επίπεδο του κόσμου, κάτι που αντιτίθεται στη Θεωρία της Σχετικότητος.  Αν οι αλληλεπιδράσεις αυτές δεν είναι ακαριαίες, πρέπει  να υπάρχει χώρος για μεταβλητές, που η κβαντομηχανική δεν μπορεί ν’ανιχνεύσει ή από αδυναμία αποκρύπτει, όντας ανεπαρκής. (Αυτό το πείραμα λέγεται ότι πραγματοποιήθηκε με επαρκείς όρους κι έδειξε ότι: Αν δύο κβαντικά αντικείμενα όπως αυτά τα δίδυμα ηλεκτρόνια έχουν αλληλεπιδράσει στο παρελθόν και απ’ ότι νομίζω έχουν απ’την ίδια τη γένεσή τους ως δίδυμα, τότε πράγματι ανταποκρίνονται αμφότερα ακαριαία στην κάθε επίδραση πάνω σε ένα από αυτά άσχετα από την απόστασή τους).                                                                                                                                                                               15
      Άσχετα αν οι αντικειμενιστές θεωρούν την κβαντομηχανική ελλιπή, είναι το μόνο όργανο που διαθέτουν. Αν είχαν να προτείνουν κάτι χρήσιμο στην έρευνα, ξεπερνώντας τα προβλήματα που λέγεται ότι προκύπτουν, θα έγερναν προς το ντετερμινισμό με χαρά, αφού όλοι αυτοί οι μεγάλοι επιστήμονες ετράφησαν στο τραπέζι του ντετερμινισμού, αλλά φαίνεται ότι βλέπουν άλλα πράγματα στο εργαστήριο. ΄Ολοι κάνουν κάθε προσπάθεια να περισώσουν ότι είναι δυνατόν, όμως φαίνεται ότι το κβαντικό γίγνεσθαι δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί αντιτερμινιστικό και ίσως με άλλη λογική διαδικασία.
       Ακόμα ο Χάιζενμπεργκ ισχυρίζεται ότι κατά τις αντιδράσεις διαχωρισμού κβαντικών σωματίων, από ένα τυπικά μικρότερο σωμάτιο είναι φορές που προκύπτουν μεγαλύτερα. ΄Ετσι που ούτε η έννοια της διαίρεσης ούτε η έννοια του στοιχειώδους μπορεί να λειτουργεί, όπως γίνεται τυπικά αντιληπτή. (Αυτό σύμφωνα με κάποιους αντιντετερμινιστές, φανερώνει ότι στις κβαντικές διεργασίες, εκτός απ’ το μέσο μέτρησης, το μετρούμενο αντικείμενο και τον παρατηρητή, παίρνει μέρος κι αυτό το ασαφές αλλά υπαρκτό εν δυνάμει υπόβαθρο. Αυτό στο οποίο πιθανόν οι αντικειμενιστές με τη σειρά τους να θεωρούν ότι εξελίσσονται οι «κρυφές παράμετροι»).  Απ’την άλλη, ακόμα κι όσοι υπερασπίζονται τον ντετερμινισμό φαίνεται πως έχουν αλλάξει κατευθύνσεις. Δεν μπορούν πια να αρνούνται την κβαντομηχανική πρακτική και ψάχνουν για ένα άλλο είδος ντετερμινισμού, ίσως πιο ήπιο κι εύπλαστο. Αυτό δείχνει η επισήμανση του Μπωμ ότι: «Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική περιγράφεται ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. ΄Ετσι κατά την σκέδασή του προς άλλη κατεύθυνση, ένα ηλεκτρόνιο θεωρείται περιστατικό που περιγράφεται ως καταστροφή ενός ηλεκτρονίου σε μια θέση και δημιουργία άλλου σ’άλλη θέση. Εκεί γενικά η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή ενός σωματίου σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού.  Η κίνηση γίνεται δεκτή, σαν μια σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που ως αποτέλεσμα έχει συγχρόνως την αλλαγή». Κατά τη θεωρία λοιπόν αυτή, δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί την ταυτότητά του.
     Νομίζω ότι εδώ ο Μπωμ ισχυρίζεται ό,τι κι οι προσωκρατικοί.  Αυτοί μας δείχνουν τη λογική που πρέπει ν’ακολουθήσουμε, για να μπορέσει το κβαντικό γίγνεσθαι να αποκτήσει λογικό κορμό αντάξιό του. Η ταυτότητα βρίσκεται, σύμφωνα με την αντιφατική διαλεκτική, όπως κάθε τι σε διαδικασία καταλυτικής-συνθετότητας όπου το αντικείμενο δεν αλλάζει θέση κινούμενο αυτό το ίδιο, αλλά είναι συνεχώς Άλλο Αλλού, όμοιο με τον εαυτό του. Η κίνηση γι’αυτούς τους διανοητές, είναι το γίγνεσθαι ως ουσία και η αλλαγή.                                                                                                                             16
                  ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Παραθέτω κάποια αποσπάσματα των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα τα οποία μπορούν συνοπτικά να περιγράψουν το πλαίσιο των βασικών αρχών της προσωκρατικής διαλεκτικής. Από αυτές εμείς μπορούμε να υποθέσουμε τον τρόπο που αυτοί οι διανοητές είναι πιθανόν θα αντιλαμβάνοντο το κβαντικό Γίγνεσθαι:                                                                                                                                                                     Ἀναξίμανδρος:                                                    
―Ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον.
―Ἀρχήν εἶναι τὴν ἀΐδιον κίνησιν καὶ ταύτῃ τὰ μὲν γεννᾶσθαι τὰ δὲ φθείρεσθαι…
―…ἀπείρου δὲ ὄντος τοῦ ἔξω καὶ σῶμα ἄπειρον εἶναι δοκεῖ καὶ οἱ κόσμοι.

                                  Ἡράκλειτος:
―Διαφερόμενον ἑαυτῷ ὁμολογέει.                                                                              
―Ποταμῷ οὔκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ, οὐδέ τῆς αὑτῆς οὐσίας ἅψασθαι κατ᾽ἔξιν, ἀλλ᾽ὀξύτητι καὶ τάχει μεταβολῆς σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει καὶ πρόσεισι καὶ ἄπεισι. (μᾶλλον δὲ οὐδὲ πάλιν οὐδ᾽ὕστερον ἀλλ᾽ ἅμα συνίσταται καὶ ἀπολείπει).
―Συνάψιες ὅλα καὶ οὔχ ὅλα, ξυμφερόμενον διαφερόμενον συνᾷδον διᾷδον κ’ ἐκ πάντων τὸ ἓν καὶ ἐξ ἑνός τὰ πάντα.  
―Γναφεῖῳ ὁδός εὐθεία καὶ σκολιή μὶα καὶ ἡ αὐτή.

                                        Ζήνων:
Τὸ κινούμενον οὔτ᾽ἐν ᾧ τόπῳ ἔστι κινεῖται, οὔτ᾽ἐν ᾧ μὴ ἔστι].
                                                                                                                                                                                        Μας λένε λοιπόν αυτοί οι διανοητές:
―Το Μεγάλο, που άρχει περιλαμβάνοντας τα πάντα, είναι το ποσοτικό Άπειρο, ενώ το Μικρό, το στοιχειώδες στην εξέλιξή του είναι το ποιοτικό άπειρο.
―Αυτό που άρχει, το άπειρο, είναι η αιώνια κίνηση κι αλλαγή, όντας αποτέλεσμα της συνεχούς γένεσης και φθοράς των όντων.
―Εφόσον το Σύμπαν είναι άπειρο, οι κόσμοι και τα πάντα μέσα του είναι άπειρα. . . .                  ―Αυτό που αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του.
―Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν, βίαια και γρήγορα χωρίζονται και ενώνονται, καταλύονται-συντιθέμενα,  φεύγουν-επιστρέφοντας, Είναι-ΜηΌντας.
―Τα πάντα συνιστούν ενότητες και όχι, συνίστανται-καταλυόμενα, συμφωνούν-διαφωνώντας με τον εαυτό τους.  Το Ένα συνίσταται από τα Πολλά και τα Πολλά από το Ένα.                                           ―Η ευθεία, είναι αποτέλεσμα περιστροφής.
―Το κινούμενο, δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται, είναι συνεχώς άλλο-αλλού.
                                                                                                                                                            17 
[Ο Ξενοφάνης εδέχετο ότι ο Ήλιος συνίσταται από φωτονιακά στοιχειώδη που ονόμαζε πυρίδια, κάτι με το οποίο συμφωνούσε κι ο Εμπεδοκλής: Σύμφωνα με μαρτυρία του Αριστοτέλη, ο Εμπεδοκλής έλεγε, ότι το φως διαδίδεται με τη μορφή σωματίων, που ξεκινούν από τον ήλιο, ταξιδεύουν στον ενδιάμεσο με τη γη χώρο και καταλήγουν στη γη, αλλά δεν το αντιλαμβανόμεθα λόγω της μεγάλης τους ταχύτητας. «Ἐμπεδοκλῆς φησιν  ἀφικνεῖσθαι  πρότερον τὸ  ἀπό τοῦ ἡλίου φῶς εἰς τὸ μεταξὺ πρὶν πρὸς τὴν ὄψιν ἢ ἐπὶ τὴν γῆν»… «Ἐμπεδοκλῆς ἔλεγεν ἀπορρέον τὸ φῶς σῶμα ὃν ἐκ τοῦ φωτίζοντος σώματος γίνεσθαι πρῶτον ἐν τῷ μεταξύ τόπῳ τῆς γῆς καὶ τοῦ ουρανοῦ εἶτα ἀφικνεῖσθαι πρὸς ἠμᾶς λανθάνει δὲ τὴν τοιαύτην αὐτοῦ κίνησιν διὰ τὴν ταχυτῆτα»].
       Έχοντας υπόψιν τις φιλοσοφικές τους απόψεις, ας κάνουμε μια υπόθεση για το πως θα έβλεπαν το ηλεκτρόνιο και την κίνησή του: “Το κινούμενο δεν κινείται, ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται” έλεγε ο Ζήνων. Οι σχολαστικοί σπεύδουν να παγιδευτούν, αποφαινόμενοι ότι ο Ζήνων απορρίπτει την έννοια της κίνησης.  Ο προσεκτικός αναγνώστης όμως διαπιστώνει ότι ο Ζήνων δεν απέρριπτε την κίνηση, γιατί μιλούσε για «κινούμενον».  Απλά διαφωνούσε με τον τρόπο που η κίνηση γίνεται γενικά αποδεκτή και για τον τόπο πάνω στον οποίο εξελίσσεται.
      Είπε ο Χέγκελ, πως «κάτι κινείται όχι επειδή μια ορισμένη στιγμή βρίσκεται εδώ και κάποιαν άλλη στιγμή πιο πέρα, αλλά επειδή την ίδια χρονική στιγμή κάτι βρίσκεται εδώ και όχι εδώ». Δηλαδή τόνισε ο Χέγκελ, «η κίνηση είναι μια αντίφαση».  Η αποκάλυψη μιας έννοιας είναι πολυδιάστατη. Βλέπουμε εδώ μια προσέγγιση στην έννοια της κίνησης που μολονότι τονίζει την αντιφατικότητά της, δεν αντιστρατεύται την τυπική λογική, παρουσιάζοντας ένα αντικείμενο που διατηρεί την ταυτότητά του μέσ’ το χώρο και το χρόνο σ’ ένα  δυναμικό ορθολογικό σύστημα. Ο Ζήνων πηγαίνοντας μακρύτερα, απορρίπτει  αυτό το σκεπτικό.  Τα παράδοξά του, εκτός απ’τις αντινομίες του ορθολογισμού, μας φανερώνουν και τις αντινομίες του τρόπου που δεχόμαστε τις έννοιες του χώρου, του χρόνου, της ουσίας και της κίνησης.  Αυτό φαίνεται απ’τον τρόπου που ο Ζήνων δέχεται την έννοια του πράγματος και φυσικά την έννοια της ταυτότητας.  Όταν λέει πως «το κινούμενο, δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται, ούτε στον τόπο που δε βρίσκεται», φαίνεται ότι η αντίφαση της κίνησης όπως την αντιλαμβάνετο ο Χέγκελ δε θα τον έβρισκε σύμφωνο, αφού  οι προσωκρατικοί  το κινούμενο,  όπως κάθε τι,  θεωρούσαν σε συνεχές καταλύτικο-συντιθετικό γίγνεσθαι. Άρα την ταυτότητά του θεωρούσαν αντιφατική κι αμφισβητούσαν τον αληθινό Χρόνο ως  διάρκεια. Επίσης δεν εδέχοντο ότι υπήρχε αληθινά Χώρος ως έκταση επάνω στον οποίον να εξελίσσεται η κίνησή κάποιου σώματος.  (Η ταυτότητα κάθε κινούμενου, καταλύεται-συντιθέμενη κάνοντας το γεγονός που εκπροσωπεί συνεχώς Άλλο-Όμοιο με τον εαυτό του, ενώ ο χώρος πάνω στον οποίον εξελίσσεται η κίνηση είναι αυτός που περιέχεται ευκαιριακά μέσα στο ίδιο το εξελισσόμενο γεγονός. Δηλαδή ―κάθε γεγονός κινείται μέσα στον εαυτό του― ενώ ο χρόνος ως διάρκεια δεν μπορεί να υπάρχει, αφού το γεγονός είναι συνεχώς άλλο. Ο χρόνος εδώ είναι «ο ρυθμός επανάληψης» των υπογεγονότων που συνιστούν το γεγονός ως καταλυτική-σύνθεση, ή συχνότητα επανάληψης χωρικών μέτρων).   Ο Ζήνων μας δείχνει ότι η λογική είναι αλάνθαστο εργαλείο αν χρησιμοποιηθεί σωστά. Αν όμως δεχτούμε το πράγμα ως ουσία, άρα ως ταυτότητα, αναπτύσσοντας το συλλογισμό μας, γεννώνται αντινομίες στην έννοια της κίνησης ως μετακίνηση, του χώρου ως έκταση και του χρόνου ως διάρκεια. Μας δείχνει λοιπόν ότι ο Χέγκελ αντελήφθει επιδερμικά το θέμα της αντιφατικότητας της κίνησης, του χώρου, του χρόνου και πάρα πέρα του Είναι.                                                                                               18
      Σύμφωνα με τους Ηράκλειτο, Αναξίμανδρο, Ζήνωνα και τους περισσότερους προσωκρατικούς, η ουσία δεν είναι τα πράγματα αλλά το γίγνεσθαι. Αυτά βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία καταλυτικής-σύνθεσης, αφού σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, τίποτα δεν μπορούμε ν’ αγγίξουμε δυο φορές, όλα Είναι-ΜηΌντας, γιατί άλλα περνούν μέσα τους κάνοντάς τα πραγματικότητα, όμως συνεχώς διαφορετικά. “Είναι Αυτά, όντας συγχρόνως Άλλα”: Τα νερά διέρχονται από τον ποταμό, κάνοντας συνεχώς άλλον. Αυτά χύνονται στη θάλασσα, που είναι επίσης σε συνεχή αλλαγή, δεχόμενη νερά που συνεχώς εξατμίζονται σε σύννεφα βροχής. Έτσι αναδύεται ο κύκλος που οι ουσίες αναχωρούν-επιστρέφοντας, κάνουν τον ποταμό, τη θάλασσα και τον ουρανό “να Υπάρχουν Αυτά όντας Άλλα” και μ’αυτό τον τρόπο να κινούνται. Το ίδιο όμως ισχυρίζεται και για όλες τις ουσίες στερεές ή μη.  Κι αυτές συνίστανται από υπογεγονότα αείζωου πυρός, τα στοιχεία του οποίου με την αναχώρησή τους στο σύμπαν και την επιστροφή τους απ’αυτό, κάνουν αυτές τις ουσίες να καταλύονται-συντιθέμενες έχοντας αντιφατική φύση. Σύμφωνα μ’αυτή την αντίληψη και την άποψη του Ηράκλειτου ότι «η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής», τα υπογεγονότα που περνάν μέσα απ’την ουσία, τη συνθέτουν και φεύγοντας την αποσυνθέτουν κιόλας. (Φεύγουν στο σύμπαν, επιστρέφοντας συγχρόνως σ’αυτήν). Επειδή όμως το σύμπαν των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα είναι άπειρο και ανοικτό, (κι αφού αυτοί δέχονται το γίγνεσθαι ως ουσία), συνεπάγεται ότι τα υπογεγονότα που φεύγουν στο σύμπαν επιστρέφοντας, δεν κάνουν απόλυτο κύκλο αλλά μια πυκνή σπειροειδή-ελικοειδή περιστροφή,  που επαληθεύει-διαψεύδοντας το γεγονός λίγο διαφορετικό και λίγο πιο κει, έτσι το πράγμα κινείται όντας άλλο-αλλού. Σύμφωνα με τις απόψεις αυτών των διανοητών, το ηλεκτρόνιο δεν θα κινείτο Αυτό πηγαίνοντας Αλλού, άλλα υποκβαντικά γεγονότα (που συνιστούν το αείζωον πύρ) θα ταξίδευαν μέσα του, πραγματοποιώντας το, φανερώνοντάς το ως μετακινούμενο. Αυτό όμως συνίσταται-καταλυόμενο όντας αληθινά Άλλο-Αλλού.
     Αν υποθέσουμε ότι τα υπογεγονότα αυτά που κινούμενα συνιστούν το ηλεκτρόνιο είναι τα κβάντα ενεργείας. Το ηλεκτρόνιο μετατίθεται στις θέσει που αυτά το συνιστούν.  Αν για κάποιο  λόγο,  ένα κβάντο δεν επιστρέψει να επαληθεύσει το ηλεκτρόνιο στην αναμενόμενη θέση, τότε αυτό συνίσταται σε άλλη θέση αλματικά, όπου η απουσία αυτού του κβάντου, να το δικαιολογεί. Μια ανάλογη διαταραχή θα συμβεί όταν για κάποιο λόγο, αυτό δεχτεί ένα κβάντο περισσότερο από τα αναμενόμενα. (Το ίδιο βέβαια ισχύει και για καθένα από αυτά τα στοιχειώδη που θεωρούνται κβάντα ενεργείας, αφού καί αυτά καταλύονται-συντιθέμενα από άλλα μικρότερα και βαθύτερου επιπέδου επ’άπειρον, έως το επίπεδο του ακίνητου και ακαριαίου όπου αυτά τα στοιχειώδη είναι μηδενικά και άπειρα και όπου έχουμε το εν δυνάμει επίπεδο της γυμνής αντιφατικότητας).
      Η θέση του Χέγκελ ότι η κἰνηση είναι αντιφατική, επειδή το κινούμενο «είναι και δεν είναι σε μια θέση την ίδια στιγμή» ενώ φαίνεται σωστή, είναι μια προσέγγιση απλοϊκή. Ενώ η θέση των προσωκρατικών ότι “αυτό το ίδιο το κινούμενο ως καταλυτικο-συνθετικό είναι συνεχώς άλλο-αλλού”, δείχνει πιο σύμφωνη με τα σημερινά δεδομένα. Εκεί λοιπόν θα πρέπει ν’αναζητηθεί η αλήθεια και ο τρόπος που κάποιοι παράμετροι μπορεί να κρύβονται.                                                                                                                                                                                                                                          19                                                                                                                                                                                                                                  
      Είναι πιθανόν, τα αδιέξοδα ή τα παράδοξα της ερμηνείας των κβαντικών διαδικασιών αλλά και της θεωρίας της Σχετικότητας, να ερμηνεύονται με τη διαλεκτική διαδικασία που υπαινίσσονται οι προ-σωκρατικοί. Ο ορθολογισμός που μας προτείνουν, είναι ένας αντιφατικός ορθολογισμός, αφού η ταυτότητα που προτείνουν, είναι αντιφατικής φύσης. Έτσι υπάρχει δυνατότητα η διαλεκτική να επιστρέψει ως ένα είδος φορμαλισμού, που να υπηρετεί την έρευνα.  Βέβαια η διαλεκτική κι ο φορμαλισμός φαίνονται έννοιες ασύμβατες, εγώ όμως προτείνοντας τον τρόπο που η αντιφατική ταυτότητα είναι δυνατή σαν τυπική, νομίζω ότι κάνω ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, στα έργα μου:   «Αντιφατικότητα είναι η Κίνηση και η Υλικότητα» εκδ. Δωδώνη 1983. «Λογική Πράξη και Γλώσσα» εκδ. Δωδώνη 1994 και «Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη»  .thodoroskavasis.blogspot.gr.   
       Για μιαν ολοκληρωμένη αντίληψη περί αντιφατικής ταυτότητας, πρέπει ν’αναφέρω την περιγραφή της, η οποία δικαιολογεί τις απόψεις μου για την προηγούμενη διαπραγμάτευση. Επειδή όμως αυτή η περιγραφή ίσως δυσκολέψει τον αμάθητο στη διαλεκτική αντιφατικότητα, μπορεί να αρκεστεί σε ό,τι ανέφερα προηγουμένως και να την παραλείψει

 20                                                                                                          

  ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ
               ― ΤΟ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΣ―
                                                                                                                                                 ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Α: Επειδή ο κόσμος είναι σε διαδικασία συνεχούς καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι, όραμα αυτής της εργασίας είναι η ανάδειξη λογικο-γλωσσικής σύνταξης αντιφατικής διαλεκτικής τυπικότητας, γι’ αυτό προτείνει πως τα επόμενα ερωτήματα, που την αφορούν, μπορούν να ερμηνευτούν λογικά:
α. Πως η αντιφατική μονάδα, το αντιφατικό στοιχειώδες, η αντιφατική ταυτότητα και η αντιφατική αιτιότητα είναι λογικά δυνατά.
β.  Πως ο κόσμος είναι δυνατός σαν ανοικτό σύστημα.
γ. Πως η κίνηση και το γίγνεσθαι, ως αληθινά κι όχι φαινομενικά είναι δυνατά.
δ. Πως το Όλον (σύμπαν), ως αμφίδρομο επικοινωνιακό πλέγμα θέσεων καταλυτικής-συνθετότητας, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων και αντιφατικής ενότητας του Μεγάλου ως προς το Μικρό, είναι λογικά δυνατόν. Και πως αυτό συνιστά μιαν οντολογική λογικο-γλωσσική σύνταξη, μία Αντιφατική Βιογεωμετρική Μοναδολογία.
ε.  Πως η νόηση κι η ενόραση είναι διαλεκτικά-λογικά δυνατές.
                                                                                                                                                  ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Β: Το κείμενο που ακολουθεί είναι οι όροι για τη γένεση μιας Λογικο-γλωσσικής Αντιφατικής Ορθολογικής Τυπικότητας.
1. Η υλική πραγματικότητα υπάρχει με δυο τρόπους που ενώ είναι αντίθετοι, ο ένας δεν αναιρεί τον άλλον αλλά σε προέκταση τον ολοκληρώνει, συνιστώντας μια αντιφατική ενότητα.
2. Υπάρχει σαν συγκεκριμένο πεπερασμένο γεγονός, που σε κάθε του στιγμή είναι μοναδικό και αλληλοκαθορίζεται με τα άλλα συγκεκριμένα γεγονότα που καθένα τους είναι  πεπερασμένο.
3. Απ’την όψη των πεπερασμένων συγκεκριμένων γεγονότων, που μόνο μ’αυτά μπορούμε να έλθουμε σε άμεση επαφή, ο κόσμος υπάρχει πάντα με έναν τρόπο πεπερασμένο.
4. Κάθε συγκεκριμένο πεπερασμένο γεγονός έχει όρια ύπαρξης, τα άλλα συγκεκριμένα πεπερασμένα υλικά γεγονότα, που την κάθε δεδομένη στιγμή αλληλοδιαμορφώνεται κι αλληλοκαθορίζεται με αυτά, σε ευρύτερη ή στενότερη συνάφεια.
5. Υπάρχει μια ποσοτική κλίμακα που εκφράζει αυτή τη συνάφεια. Αυτή συνίσταται απ’τον αυτοκαθορισμό που ξεκινά βαθιά μέσα από τον εαυτό, περνά σ’ αλληλοδιαμόρφωση κι αλληλοκαθορισμό με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, στην συνέχεια του ευρύτε-ρου και τελικά με το σύμπαν, που είναι ο παντοτινά άλλος εαυτός. Αυτός που αναγκάζει το γεγονός σε κάθε αντιπαράθεση με τον εαυτό,  να είναι πάντα διαφορετικό. Αυτός είναι ο συμπαντιακός αντίλογος
του συγκεκριμένου και συγκεντρωτικού γεγονότος, έναντι του αποκεντρωτικού, που εκπροσωπεί τ’άλλο σκέλος της αντιφατικής ενότητας. Δηλαδή αυτή η αντιφατική σχέση, συνίσταται από την εδώ-δομή που είναι το συγκεντρωτικό συγκεκριμένο μέρος της αντίφασης και την άπω-δομή που είναι το αποκεντρωτικό κι αόριστο. Ό,τι συμ-βεί στο ένα μέρος πρέπει να συμβεί κάτι αναλόγως και στο άλλο.
                                                                                                                                                                                                                       21           6. Έτσι το πεπερασμένο γεγονός, από άλλη όψη, είναι ακριβώς αυτό το ίδιο Εν Δυνάμει Άπειρο, αφού όντας σε συνεχή εξέλιξη δεν μπορεί να οριστεί απόλυτα το τέλος κι η αρχή του.
7. Ο κόσμος, ως Όλον, είναι μια Kαθολικότητα αυτών των αλληλο-καθορισμών η οποία καταλύεται-συντιθέμενη και κάθε της στιγμή είναι Μοναδική και Πάντα Διαφορετική. Έτσι που αυτή η καθολικότητα είναι μια συνεχής έκρηξη αλλαγής και ακαριαία επαναφορά στη ίδια θέση.  Αυτό ουσιαστικά είναι μια ακαριαία ταλάντωση από το μηδέν στο άπειρο και αντιθέτως, η οποία ως ακαριαία δεν φαίνεται αλλά εμφανίζει την ύπαρξή της με τρόπο διαφορετικό σε κάθε παρουσία του Είναι.
8. Ο κόσμος καθαυτός ως καθολικός, υπάρχει αίροντας συνεχώς και ακαριαία τον εαυτό του. Είναι Πάντα Αυτός, όντας  Συνεχώς Άλλος.  Είναι η Αντιφατικότητα γυμνή ως Ουσία Καθαυτή, το εν Δυνάμει Είναι, το δυναμικό υπόβαθρο του Κόσμου, το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
9. Συνεπώς το Χθες δεν υπάρχει, το Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι Πάντα, το Τώρα που δεν Είναι, που Είναι Πάντα Άλλο. Έτσι ο Χρόνος είναι η αιώνια-μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος ανά-μεσα απ’το παρελθόν και το μέλλον· η οποία αιχμή τείνοντας προς το Μηδέν τείνει συγχρόνως προς το Άπειρο.
10. Η υλική καθολικότητα ως συνέχεια συγκεκριμένων ασυνεχών είναι η αφηρημένη έκφανση της γενικότητας των συγκεκριμένων αλληλοκαθορισμών.
11. Στη μέγιστη συνέχεια το αφηρημένο αίρεται ως τέτοιο κι εξυψώνεται σε νέο συγκεκριμένο, την Αέναη Κίνηση ως Ουσία.
12. Ο κόσμος είναι απεριόριστα ασυνεχή γεγονότα, που όσο πιο στατικά τόσο πιο συγκεκριμένα είναι και στη μέγιστη στατικότητα ή στην ελάχιστη χρονική τμήση, η στατικότητα αίρεται περνώντας στην Αέναη Κίνηση. (Οι ελάχιστες χρονικές τμήσεις τείνοντας προς στο Μηδέν, γίνονται άπειρη συνέχεια. Δηλαδή το άπειρο μέτρο και τα απεριόριστα ασυνεχή συγκεκριμένα, γίνονται μια αφηρημένη συνέχεια, ένα νέο συγκεκριμένο, ως Αέναη Κίνηση).
13. Τα συγκεκριμένα υλικά γεγονότα, είναι τόσο σταθμιζόμενα και συγκεκριμένα, όσο σχετικά, ενώ σε σχέση με αυτά, το αφηρημένο είναι ενιαίο, αστάθμητο και συνεχώς διαφορετικό. Όμως στην έσχατη διαφορότητα και ακαριαία αλλαγή, η αφηρημένη διαφορότητα αίρεται σε ένα νέο συγκεκριμένο, που προϋποθέτει άλλη λογική προσέγγιση.
22

14. Υπάρχουν δυο αντίδρομες λογικές προσεγγίσεις, οι οποίες  αλληλοπροεκτείνονται μεταξύ τους, όπου το συγκεκριμένο και το αφηρημένο συνιστούν ένα συνεχές: ―την εξύψωση σ’ένα νέο αντιφατικό συγκεκριμένο, την Κίνηση και το αέναο Γίγνεσθαι ως ουσία.
15. Ο κόσμος υπάρχει τόσο ως συνέχεια όσο ως ασυνέχεια, τόσο αφηρημένος όσο συγκεκριμένος, τόσο πεπερασμένος όσο άπειρος. Το τετμημένο-συγκεκριμένο-ασυνεχές γεγονός, προεκτείνεται στο Σύμπαν που είναι το συνεχές, ενώ το Σύμπαν και συνεχές, αντιπροεκτείνεται βυθιζόμενο στο τετμημένο κι ασυνεχές, συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα, όπου το ένα μάχεται το άλλο, αλλά συγχρόνως είναι και η αιτία της ύπαρξής του.
16. Όσο βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο γεγονός, τόσο μακρύτερα ταξιδεύουμε έξω απ’ αυτό, στην υλική ενότητα του σύμπαντος. Κι αντίθετα όσο απλωνόμαστε στο αφηρημένο, το Σύμπαν, τόσο επιστρέφουμε βυθιζόμενοι στο συγκεκριμένο, ―το γεγονός.
γεγονός και θέση
17. Κάθε γεγονός συνίσταται σε Θέση, εξαιτίας της ροής-αντιρροής υπογεγονότων σ’ αυτήν, που το κάνουν μια καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Η θέση αυτή συνεχώς λαμβάνει-εκπέμποντας υπογεγονότα και έτσι το γεγονός που συνίσταται εκεί, είναι ένας κώδικας σύνθετης ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων.
18. Κάθε γεγονός που βρίσκεται σε μια Θέση, είναι αποτέλεσμα ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής υπογεγονότων (μηνυμάτων), στο Σύμπαν κι απ’ το Σύμπαν, συνιστώντας σχέση αλληλοκαθορισμού κι αλληλο-διαμόρφωσης, αντίθεσης κι ενότητας των γεγονότων του κόσμου μας. Δηλαδή η ανταλλαγή των μηνυμάτων, προϋποθέτει τον αλληλο-καθορισμό, τη συνάφεια και την αλληλο-πραγμάτωση των συγκεκριμένων γεγονότων.  Έτσι η φύση των γεγονότων είναι τόσο όμοια όσο και ανόμοια μεταξύ τους, τόσο όμοια όσο και ανόμοια με τον εαυτό τους.
19. Είναι αδύνατο κάποιο γεγονός να λαμβάνει-εκπέμποντας μηνύματα, ν’αντιλαμβάνεται το γίγνεσθαι ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής απόλυτα ίδια με κάποιο άλλο γεγονός.
20. Υπάρχει μια κλίμακα διαφορετικής "αντίληψης" του κάθε γεγονότος για τον κόσμο, απ’την αντίληψη των άλλων γεγονότων και για κάθε άλλο γεγονός και τον κόσμο ξεχωριστά.
21. Η "αντίληψη" κάποιου γεγονότος για τον κόσμο ξεκινά απ’την όψη του γεγονότος αυτού για τον ίδιο του τον εαυτό (το Ένα, τον αυτο-καθορισμό του) και διαδοχικά διαφοροποιούμενη, περνά στην όψη αυτού του γεγονότος για τ’Άλλα γεγονότα του περίγυρου, δηλαδή στον αλληλοκαθορισμού του με τ’Άλλα, καταλήγοντας τελικά στον αλληλοκαθορισμό με το πρόσωπο του απωτάτου σύμπαντος που αντιστοιχεί στο Συμπαντιακό του Αντίλογο, ―τον άλλο τον απώτατο εαυτό.    Η "αντίληψη" αυτή διαμορφώνεται απ’την απόσταση και την πλοκή λήψης-εκπομπής, συνιστώντας κλίμακα σταδιακής διαφορικότητας που σε κάθε γεγονός είναι η δομή του και η Ταυτότητά του.                                                                                                                                                                                      23

22.  Κάθε γεγονός στέλνει μηνύματα που καταλήγουν στο σύμπαν.  Αυτά περνώντας σταδιακά και ξεχωριστά απ’όλα τ’άλλα γεγονότα του περιβάλλοντος, αντιπαρατίθενται μ’αυτά και επιστρέφοντας στον εαυτό μεταφέρουν την διαφορά.
23. Υπάρχει κλίμακα λήψης-εκπομπής, ροής-αντιρροής μηνυμάτων, που ξεκινά από την αντιπαράθεση με τον εαυτό, περνά στην αντι-παράθεση με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, μετά με του απώτερου και τελικά με το Σύμπαν, που είναι ο Αιώνια Άλλος Εαυτός, δηλαδή ο Συμπαντιακός του Αντίλογος.
24. Κάθε αντιπαράθεση είναι ένας κόμβος αναχώρησης-επιστροφής. Το μήνυμα διαμορφώνει το γεγονός που το έλαβε, διαμορφούμενο απ’ αυτό κι επιστρέφοντας διαμορφώνει και το γεγονός που το έστειλε. Τελικά μετά μία απεριόριστη διεργασία κλιμακούμενης αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων απ’το γεγονός προς όλα τα γεγονότα του κόσμου, διαμορφώνει το σύμπαν διαμορφωνόμενο συγχρόνως απ’ αυτό.
25. Κάθε μήνυμα κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής που συνιστούν κλίμακα διαφορικότητας, η οποία διαμορφώνοντας το σύμπαν, διαμορφώνεται συγχρόνως και απ’ αυτό.
26. Κάθε κύκλος αναχώρησης-επιστροφής, είναι κι ένας κόμβος που θέτει κάθε φορά τα όρια του συγκεκριμένου. Περνώντας το μήνυμα απ’όλους τους κόμβους διαφορικότητας, ορίζει σε κάθε κόμβο τον εαυτό ως προς την αντίθετή του όψη. Η ολοκλήρωση της γνώσης του εαυτού βρίσκεται στο βαθμό που το ίδιο πια έχει αρθεί, αφού το απώτατα αντίθετό του όντας απόλυτα ίδιο, αίρεται ως Αυτό, όντας Άλλο.
27. Κατά την διαδικασίας της ανταλλαγής, δηλαδή της αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων από τη συγκεκριμένη θέση προς το σύμπαν, αυτά επιστρέφουν τόσο πιο διαφορετικά όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση επαναφοράς τους και επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός στη θέση που ξεκίνησαν. Επειδή το σύμπαν είναι άπειρο και ανοικτό, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων δεν είναι κυκλική αλλά πυκνή σπειροειδώς-ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας στη θέση δεν επιβεβαιώνουν απόλυτα το γεγονός, αλλά το επιβεβαιώνουν-διαψεύδοντάς το λίγο πιο κει και λίγο διαφορετικό. Έτσι το ίδιο το γεγονός ξεκινώντας απ’την ίδια θέση με τον εαυτό, επανέρχεται-απομακρυνόμενο. Αυτό εκφράζεται σε μία κλίμακα συνεχούς άρνησης-ταύτισης με τον εαυτό, που ξεκινά απ’τη μέγιστη ταύτιση κι ελάχιστη άρνηση (που είναι η αέναη αναχώρηση) και που ως ταύτιση συνεχώς αραιώνει, καταλήγοντας σε ελάχιστη ταύτιση και μέγιστη άρνηση (που ακριβώς εκεί είναι η θέση της αέναης επιστροφής).  Ανάμεσα  στις δυο αυτές  ακραίες θέσεις,  που συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα υπάρχουν απεριόριστες θέσεις-κόμβοι άρνησης-ταύτισης, δηλαδή αναχώρησης-επιστροφής, όπου το γεγονός είναι τόσο υπαρκτό όσο σχετικό, ενώ στις δυο ακραίες και απόλυτες θέσεις δε μπορεί να υπάρξει, γιατί ως ακίνητο κι ακαριαίο έχει αρθεί όντας στο υπόβαθρο του κόσμου (το εν Δυνάμει Είναι).
                                                              24                                                                                                                                                                                                 σημείο, ευθεία, χώρος και χρόνος
28. Αν ο κόσμος μας εξελίσσεται αληθινά κι όχι φαινομενικά, δηλαδή είναι ένα ανοικτό σύστημα, που κάθε του στιγμή είναι μοναδική και περιέχει το στοιχείο του ανεπανάληπτου, πρέπει οι όροι της ύπαρξής του να είναι αυτοαναιρούμενοι. Δηλαδή πρέπει να έχουν φύση αντιφατική συνιστώντας μιαν Αντιφατική Γεωμετρία.
29. Η Αντιφατική Γεωμετρία πρέπει να έχει στοιχεία διαφορετικά από αυτά της Ευκλείδειας. Στην Ευκλείδεια Γεωμετρία, το σημείο, η ευθεία κι ο χώρος είναι έννοιες σε ιδεώδη κατάσταση, όντας κάθε μια ξέχωρη από την άλλη και ακίνητες. Εκεί ο χώρος είναι τρισδιάστατος ακίνητος και προεκτείνεται επ’άπειρον προς όλες τις κατευθύνσεις. Είναι κάτι ξέχωρο και μοναδικό που μέσα του μπορούν να τοποθετούνται όλα τ’ άλλα, χωρίς η ύπαρξή του να εξαρτάται απ’ αυτά. Μπορεί να υπάρχει και να είναι νοητός χωρίς αυτά που περιέχει, όντας τελικά μια έννοια.
―Το ευθύγραμμο τμήμα αν προεκταθεί επ’ άπειρον δεν συναντά τον εαυτό του και οι παράλληλες ευθείες δεν τέμνονται.
―Το σημείο είναι ιδεώδες, δηλαδή δεν έχει διαστάσεις.  
―Άσχετα με το τι μπορεί να συμβεί σ’ένα από τα στοιχειώδη αυτά, δεν είναι αναγκαίο να συμβεί τίποτα στ’άλλα.
30. Η Αντιφατική Γεωμετρία θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από εγγενή κίνηση και αλληλεξάρτηση των στοιχειωδών που την συνθέτουν:  Ο χώρος, η ευθεία, το σημείο και λόγω της εγγενούς της κίνησης καί ο χρόνος, είναι όλα μαζί ένα μοναδικό γεγονός σε συνεχή κίνηση κι αλληλεξάρτηση. Καθένα από αυτά τα στοιχειώδη είναι σε συγκεκριμένη κατάσταση, γιατί η σχέση του μ’ όλα τ’ άλλα το υπαγορεύει, συνιστώντας γίγνεσθαι συνεχούς αλληλεπίδρασης-αλληλοδιαμόρφωσης:
31. Το σημείο στην κατάσταση αδρανείας, δεν μπορεί παρά να νοηθεί ως κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά. Από την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία του σημείου συνίσταται η ευθεία που έτσι δεν είναι ιδεώδης, δηλαδή όπως την έχουμε μέσα στο νου μας, αλλά πραγματική έχοντας και την ανάλογη κυρτότητα.
32. Η πορεία του σημείου μέσα στο χώρο, μετατρέπεται από ευθύγραμμη σε κυρτή, αφού ο χώρος για να είναι αληθινός κι όχι ιδεώδης, ως αδρανειακή κατάσταση έχει την περιστροφή.
33. Χώρος για το κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά σημείο, (το Ένα), είναι απεριόριστη σειρά συγκεκριμένων ομοίων σημείων, (των Πολλών), που καθένα απ’αυτά πορεύεται ευθύγραμμα κι ομαλά, από διαφορετική αφετηρία και διαφορετική κατεύθυνση συγχρόνως. Έτσι η πορεία αυτού του Ενός τέμνει διαδοχικά τις πορείες όλων των Άλλων Πολλών συγκεκριμένων, που το Ένα σχετίζεται με αυτά. Γι’ αυτό τον λόγο τα Πολλά συγκεκριμένα συνιστούν Ένα Όλον, το οποίο σχετικά με το πορεύμενο-Ένα είναι ο περιστρεφόμενος χώρος του.

                                                                                                                                            25
34. Οι τομές της ευθύγραμμης πορείας του Ενός επάνω στις πορείες των Πολλών, λόγω της περιστροφής τους ως Όλον σε σχέση με το Έ-να, (που για το Ένα, αυτό το Όλον είναι ο Χώρος), διαψεύδουν μετατρέποντάς την ευθύγραμμη πορεία σε κυρτή.
35. Ας υποθέσουμε ότι το πορευόμενο-Ένα ευθύγραμμα και ομαλά, "θέλει" να πετύχει την απόλυτα ευθύγραμμη πορεία. Αρχίζει λοιπόν να επιταχύνεται για να προλάβει την περιστροφή. Μολονότι η πορεία του "ισιώνει", δεν μπορεί να γίνει απόλυτη ευθεία, παρά μόνον στην ακαριαία ταχύτητα. Στην ταχύτητα όμως αυτή κάθε απόσταση που θα μπορούσε να καλύψει ένα ευθύγραμμα και ομαλά κινούμενο σημείο χάνει το νόημά της, αφού στην ακαριαία ταχύτητα βρίσκεται συγχρόνως παντού έχοντας διασταλεί στο σύμπαν. Αν Α―Β είναι η απόσταση αυτού του υποθετικά ευθυγράμμου τμήματος που θα καλύψει το πορευόμενο σημείο, τότε τα σημεία Α και Β, στην ακαριαία ταχύτητα, απωθούνται στο άπειρο ενώ συγχρόνως  έχουν συμπέσει στην ίδια θέση (στο μηδέν), κάνοντας την απόσταση Α―Β μηδενική και άπειρη. Την απόλυτα ευθύγραμμη και ομαλή πορεία λοιπόν μπορούμε μόνο ν’αντιληφθούμε σαν μιαν ακαριαία έκρηξη αλλαγής και επαναφορά συγχρόνως στην ίδια θέση.                                                                                               
36. Αν ένα σημείο κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, δεν επιστρέφει ποτέ στη θέση που ξεκίνησε, περνά απεριόριστες φορές από κει και είναι συγχρόνως πάντα εκεί. Μόνον αυτός ο ορισμός μπορεί να εκφράσει την αντιφατικότητα της ευθύγραμμης πορείας, ως απόλυτης, η οποία είναι ένας ακαριαίος κραδασμός κι αυτή είναι η αφηρημένη αντιφατική ταυτότητα του Όλου.
37. Η απόλυτα ευθύγραμμη πορεία, είναι η κατάσταση όπου το γεγονός είναι συγχρόνως ακίνητο και ακαριαίο, μηδενικό και άπειρο όντας η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι, η αέναη αλλαγή, το Όλον ως αντιφατική Ουσία.
38. Η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία όμως, ως συμβατική, έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα. Είναι μία ευθεία που τη συνιστούν απεριόριστοι κόμβοι αναχώρησης-επιστροφής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, όπου κάθε κόμβος πορεύεται τείνοντας να καλύψει άπειρες θέσεις ελλειπτικής σφαίρας. Έτσι η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία είναι κάτι που το γεγονός επιτυγχάνει μη-επιτυγχάνοντας συγχρόνως. Το επιτυγχάνει στη μορφή της ελλειπτικής σφαίρας, αλλά συγχρόνως δεν το επιτυγχάνει στην επιβεβαίωση της απόλυτης ευθείας.
39. Αυτό το νοητικό πείραμα φανερώνει τη σχέση σημείου, πορείας και χώρου, όπου η συμπεριφορά του καθενός εξαρτάται από τη σχέση του μ’όλα τα άλλα, συνιστώντας μιαν ενότητα. Η ενότητα αυτή είναι μια αντιφατική χωροχρονικότητα, όπου ο Χώρος, ο Χρόνος, το Είναι και το Γίγνεσθαι είναι αδιαχώριστα.

26                                                                                                          
40. Ανάλογα με την ταχύτητα του σημείου, διαγράφεται κι η ευθύτητα της πορείας, η οποία όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο μεγαλύτερος κι ο χώρος που ορίζεται μέσα στην κυρτότητά της, επιτάσσοντας και την ανάλογη περιστροφή του πορευομένου σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, αλλά και την περιστροφή του χώρου αντίθετα προς αυτήν του σημείου. (Εδώ φαίνεται κι ο λόγος που η σχέση πορείας του σημείου με την περιστροφή γύρω απ’ τον εαυτό του μπορεί να ονομάζεται "χωρό-χρονος". Η πορεία κυρτότητας ορίζει την ροή μήκους κύματος των υπογεγονότων που συνιστούν-καταλύοντας το γεγονός, ενώ η περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό, την συχνότητα επανάληψης διόδου των υπογεγονότων απ’τη θέση του σημείου το οποίο συνίσταται-καταλυόμενο από αυτά).
41. Το περιστρεφόμενο σημείο είναι ένας αντίχωρος (χρόνος) που ξετυλίγεται-απλώνοντας στο χώρο, ενώ ο χώρος συμπτύσσοντας τυλίγεται στο σημείο. Αυτό γιατί οι θέσεις τομής της πορείας των Πολλών απ’το Ένα (που είναι ο χώρος που αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός), διαμορφώνεται σε μια κλίμακα θέσεων τομής, που ξεκινά από τη θέση τομής όπου το σημείο τέμνει την πορεία ενός εκ των Πολλών Άλλων και περνώντας απ’όλες τις πιθανές διαδοχικές θέσεις τομής Πολλών συγχρόνως, δηλαδή τη θέση τομής της πορείας δύο άλλων, τριών, τεσσάρων, πέντε Άλλων κ.λπ, καταλήγει στη θέση όπου το πορευόμενο-Ένα να τέμνει τις πορείες Όλων των Άλλων συγχρόνως. Όπου εκεί είναι το κέντρο του περιστρεφόμενου χώρου, που σχετίζεται μ’αυτό το σημείο. Έτσι το σημείο πορεύεται-διαστελλόμενο στο χώρο, ενώ ο χώρος αντιπορεύεται βυθιζόμενος-συστελλόμενος στο σημείο συγχρόνως).

42. Όλο αυτό, από άλλη όψη, είναι το πορευόμενο-Ένα, που τέμνον-τας διαδοχικά και κλιμακωτά τις πορείες των Πολλών-Άλλων, φτάνει στην τομή της πορεία αυτού που θεωρείται αντίθετό του και που αυτό είναι το κέντρο του χώρου που υποτίθεται ότι περιστρέφεται. Από κει αρχίζει να "επιστρέφει", κι έτσι κάποια στιγμή θ’αρχίσει να τέμνει τη δική του πορεία και συνεχίζοντας κάποτε θα συμπέσει με αυτήν.
43. Αυτή η κυρτή πορεία η οποία είναι ο χώρος που αντιστοιχεί στο πορευόμενο-Ένα είναι ανοικτή, γιατί η ολοκλήρωση της επιστροφής της έχει γίνει μόνον ως κατεύθυνση κι όχι ως απόλυτη επαλήθευση της ίδιας της υποτιθέμενης θέσης εκκίνησής της.
44. Το πορευόμενο-Ένα επαληθεύει-διαψεύδοντας την θέση της εκκίνησης (όπως και κάθε άλλη θέση)· δηλαδή σταδιακά την αγγίζει λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα, με την κλίμακα θέσεων τομής της πορείας  των Πολλών-Άλλων,  από  το πορευόμενο-Ένα, αλλά ποτέ    δεν μπορεί να συμπέσει απόλυτα μ’αυτή. Γι’αυτό το σύστημα μπορεί να θεωρείται ανοικτό.
                                                                                                                                          27
45. Ο χώρος ακολουθεί την διαδικασία του πορευομένου-Ενός σημείου, αντίθετα προς αυτό και διαστέλλεται-συστελλόμενος, φεύγει-επιστρέφοντας, περιστρέφεται-πορευόμενος,. Έτσι συνιστά μιαν αντιφατική ενότητα που συμπεριφέρεται σαν μονάδα, σε σχέση με το πορευόμενο-Ένα
46. Ο μόνος χώρος που δεν περιστρέφεται ούτε πορεύεται, είναι το Όλον που πάλλεται ακαριαία. Αυτό, αντίθετα με κάθε άλλη μορφή χώρου, δεν μπορεί να εκφραστεί ως συγκεκριμένη ουσία όντας το Εν Δυνάμει Είναι. Δηλαδή διαθέτει εν δυνάμει όλες τις μορφές και ιδιότητες, αλλά συγχρόνως καμία. Είναι μηδενικό και άπειρο, ακαριαίο κι ακίνητο, η αντιφατικότητα γυμνή, το γίγνεσθαι ως ουσία, η υλικότητα ως ουσία και γι’αυτό το έσχατο αντιφατικό χωροχρονικό επίπεδο του κόσμου μας.
47.  Όταν ο χώρος παύει να είναι το Όλον, το ακαριαίο φεύγει από την επιφάνεια και περνώντας στην υπόσταση χάνεται στο βάθος του Είναι, όντας πολλοί χώροι. Έτσι η αντιφατικότητα που παίρνει μορφή ως συγκεκριμένη και καθαυτή ουσία, φεύγει απ’την επιφάνεια και το ακαριαίο και κρύβεται στο βάθος του κόσμου, ξεχασμένη κι αόριστη. Σε ακραίες όμως καταστάσεις παρουσιάζει το αντιφατικό της πρόσωπο και μας ξαφνιάζει.
48. Εκτός απ’τον απόλυτο χώρο που είναι η αντίφαση γυμνή, (το ακαριαία παλλόμενο, το άπειρο και μηδενικό), ο σχετικός χώρος είναι περιστρεφόμενος, πορευόμενος, κυρτός, κι αποτείνεται σε σημείο περιστρεφόμενο γύρω απ’ τον εαυτό του, αντίθετα προς τον χώρο και πορευόμενο σ’ευθύγραμμη και σχετική πορεία. Σ’αυτή την περίπτωση, το σημείο είναι υπαρκτό έχοντας μέγεθος, πορεία και περιστροφή, με την ανάλογη κυρτότητα που επιτρέπει το μέγεθος κι η περιστροφή του σημείου, έχοντας και την ανάλογη παράκεντρη ταλάντωση, που απαιτεί η αντιφατική ισορροπία της ενότητας αυτής, ως ανάμνηση της ακαριαίας ταλάντωσης του αντιφατικού κι απόλυτου χώρου.
49. Τότε αυτός ο πεπερασμένος, περιστρεφόμενος-πορευόμενος χώρος, ορίζεται απ’ την κυρτότητα της πορείας του σημείου από τη μία, και την ανάλογη περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του από την άλλη.
50. Υπάρχει χώρος κι αντίχωρος [χώρος-χρόνος], που συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου η συχνότητα περιστροφής του σημείου είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος επαναφοράς των εκπεμπομένων μηνυμάτων (κυρτότητας) στο σύμπαν είναι ο χώρος. Ο χώρος περιλαμβάνεται μέσ’την κυρτότητα της πορείας του σημείου και ο αντίχωρος, (ο χρόνος), στην περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό του. Έτσι το Ένα (το μικρό),  διαστέλλεται στο σύμπαν,  ενώ το σύμπαν(το μεγάλο) που είναι τα πολλά, βυθίζεται στο μικρό επιστρέφοντας το χρέος του.
51. Οι δυο αυτοί χώροι συνιστούν μία ενότητα, ένα γεγονός,―τον αντιφατικό χώρο―, που είναι αδιαχώριστος από τα γεγονότα που σχετίζεται (ή που φαίνεται ότι περιέχει).
52. Αυτό που ονομάσαμε αντιφατικό χώρο, από την περιγραφή του γίνεται αντιληπτό ότι είναι είδος καταλυτικο-συνθετικού χωρό-χρονου. Εκεί, ανάλογα με το σημείο αναφοράς ή τον τρόπο σχέσης των αντιφατικών σκελών μέσ’ το σύστημα, χώρος μπορεί να χαρακτηριστεί το μήκος κύματος, ή η πορεία κυρτότητας των υπογεγονότων στο σύμπαν, που διέρχονται μέσα απ’το γεγονός και το πραγματώνουν. Ενώ ό,τι ορίστηκε αντίχωρος (περιστροφή του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, για το οποίο θα μιλήσουμε αργότερα), είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων στην θέση πραγμάτωσης (λήψης-εκπομπής μηνυμάτων), δηλ.ο χρόνος. Ο χαρακτηρισμός του χώρου ή του χρόνου σ’αυτή την αντιφατική σχέση, μπορεί ανάλογα με την περίσταση ν’αντιστραφεί, αλλά ποτέ δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ξέχωρα μεταξύ τους. (Ο χαρακτήρας της αντιστροφής θα δικαιολογηθεί αργότερα).
53. Ο σχετικός χώρος φεύγει-επιστρέφοντας, χωρίς να επαληθεύει απόλυτα τον εαυτό του, αφού το σημείο της εκκίνησης που ανταποκρίνεται σ’αυτόν, πορευόμενο-επιστρέφει και συμπίπτει κάποτε με τη διεύθυνση της πορείας του, αλλά ποτέ στο ιδεατά υποτιθέμενο σημείο που κάποτε ξεκίνησε. Δηλαδή αγγίζει τη θέση λιγότερο ή περισσότερο αλλά δεν συμπίπτει απόλυτα με αυτήν.
54. Το άγγιγμα του πορευόμενου σημείου στη θέση, ξεκινά από αυτό που μόλις αγγίζει το όριό της, όντας ελάχιστη επαλήθευση και μέγιστη διάψευση και σταδιακά περνώντας απ’όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις επαλήθευσης-διάψευσης, καταφτάνει στην μέγιστη επαλήθευση κι ελάχιστη διάψευση. Στις θέσεις της απόλυτης διάψευσης και της απόλυτης επαλήθευσης, που συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα, το γεγονός είναι συγχρόνως στην εκκίνηση και την κατάληξη, όντας ακίνητο-ακαριαίο και έχει ακαριαία ταλλάντωση, δηλ. είναι η αντιφατικότητα γυμνή, ο αντιφατικός κι ακαριαίος χωρό-χρονος. Αυτό εκεί παύει να είναι πλέον ένα γεγονός συγκεκριμένο, αλλά είναι το εν δυνάμει Είναι, το Είναι Καθαυτό ως Ουσία. Δηλαδή είναι το Γίγνεσθαι ως Ουσία, το Άπειρο ως Ουσία, η Αντιφατικότητα γυμνή, η Υλικότητα ως Ουσία καθαυτή.
Η κίνηση του σημείου κι οι κλίμακες αναχώρησης-επιστροφής
                                                                                                                                            29
55. Η πορεία αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων που κάνει κάποιο γεγονός πραγματικότητα, ανταποκρίνεται σε μιαν απεριόριστη σειρά διαψεύσεων-επαληθεύσεων, που ξεκινά απ’την απόλυτη επαλήθευση όπου είναι το ακαριαίο. Εκεί ο χώρος φεύγοντας ακαριαία είναι πάντα εκεί, απόλυτα διαφορετικός (ως αντιφατικότητα γυμνή) και περνώντας από όλες τις σχέσεις διάψευσης-επαλήθευσης καταλήγει στην απόλυτη διάψευση που είναι το ακίνητο αφού το γεγονός δεν έφυγε ώστε να επαληθευθεί. (Η απόλυτη επαλήθευση συμπίπτει με την απόλυτη διάψευση αφού το ακαριαίο είναι συγχρόνως και ακίνητο). Τα όρια του σχετικού χώρου, μολονότι είναι πεπερασμένος, είναι ασαφή κι αόριστα, γιατί το πορευόμενο-Ένα που η πορεία του οριοθετεί το χώρο, λόγω της καταλυτικής-συνθετότητάς του, δεν έχει απόλυτη αφετηρία κι έτσι τα όρια του χώρου αυτού μπορούν συνεχώς να αλλάζουν. Αυτά είναι πάντα σχετικά με μια κάποια πιθανή και συγκεκριμένη αφετηρία του σημείου, που είναι ο τρόπος που η αντιφατική μονάδα μπορεί να εκφράζεται σαν ελάχιστο εκείνη τη στιγμή.
56. Εφόσον κάθε σημείο κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα, η πορεία του από μια στιγμή και μετά, πρέπει να δημιουργήσει θέσεις τομής απ’τον εαυτό της. Αυτές είναι οι θέσεις όπου το πορευόμενο Ένα επαναλαμβάνεται περισσότερο από μια φορά δημιουργώντας κλίμακα διαδοχικών θέσεων αυξανόμενης επανάληψης με όρια, από τη μια το μηδέν κι από την άλλη το άπειρο, (που είναι οι δύο θέσεις επανάληψης μηδενός και απείρου, που συνιστούν το έσχατο επίπεδο του ακαριαίου κι ακινήτου).
57. Αυτό από μιαν άλλη όψη, είναι το ίδιο το πορευόμενο-Ένα που κάνοντας απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής και τείνοντας να επαληθεύσει τον εαυτό του, ορίζει και τον ανάλογο αντιφατικό χώρο που κάθε φορά του αντιστοιχεί.  Τόσο το μεγάλο χώρο, που είναι η κυρτότητα του μήκους της πορείας, όσο και το μικρό που είναι το μέγεθος του σημείου, που ορίζεται από τη συχνότητα περιστροφής γύρω απ’τον εαυτό του. (Η συχνότητα επιστροφής που είναι ο χρόνος και το μήκος κύματος που είναι ο χώρος).
     Οι κύκλοι αυτοί ξεκινούν απ’αυτόν που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ γιατί το σημείο είναι πάντα εκεί και προχωρώντας, αφού καλύψει όλους τους πιθανούς κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, φτάνει σ’αυτόν που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί, γιατί δεν θα επιστρέψει. Ο πρώτος κύκλος είναι της απόλυτης κατάφασης και ο τελευταίος της απόλυτης άρνησης. Κι οι δυο μαζί συνιστούν μιαν αδιαχώριστη ενότητα, τη σχέση μηδενός και απείρου, ακινήτου και ακαριαίου, που είναι η αντίφαση γυμνή. Εκεί όπου το γεγονός αρνείται απόλυτα τον εαυτό του και συγχρόνως τον επαληθεύει απόλυτα και έτσι αίρεται ως Κάτι και περνά στον αόριστο και αντιφατικό χωροχρονικό "κορμό" του όλου, που είναι ο ακαριαίος κραδασμός του Εν Δυνάμει Είναι.
58. Ανάμεσα σ’αυτές τις δυο ακραίες θέσεις (που θα πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας ότι συνιστούν αδιάρρηκτη χωρο-χρονική ενότητα), υπάρχουν απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής όπου το γεγονός επαληθεύεται σχετικά.  Στις θέσεις αυτές το γεγονός τέμνει την ιδεατή πορεία του,  αλλά όχι απόλυτα.  Δεν ξαναπερνά  ποτέ απόλυτα απ’τη θέση που έχει περάσει, αλλά την αγγίζει περισσότερο ή λιγότερο αναλόγως, (την επαληθεύει-διαψεύδοντάς την). Οι θέσεις αυτές συνθέτουν διαδοχικότητα τόσης επαλήθευσης, όση επιτρέπει η διάψευση και που συνιστώντας «πίνακες» εξελισσόμενης επιβεβαίωσης-διάψευσης απ’τον εαυτό, που αυτός είναι το κινούμενο σημείο.

30
59. Το πορευόμενο σημείο στο σύμπαν, κάνοντας αυτές τις διαδρομές  αναχώρησης-επιστροφής, ορίζει την σχέση του μεγίστου ως προς τον ελαχίστο χώρο. Έτσι εκφράζεται ο ιδεατός χωρο-χρονικός κύκλος διαδρομής του πορευομένου στο σύμπαν και τα ανάλογα όρια της περιστροφής του σημείου γύρω από τον εαυτό του.
60. Επειδή ο κύκλος αναχώρησης-επιστροφής δεν είναι απόλυτος (κλειστός), το πορευόμενο-Ένα επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση που ξεκίνησε, έτσι εκτός από περιστρεφόμενος, είναι συγχρόνως και πορευόμενος. Τότε το πορευόμενο σημείο, μη όντας ακαριαίο έχει όγκο, περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, έχοντας άξονα μετα-κινούμενο και ταλαντώμενο. Η ταλάντωση αυτή είναι η ανάμνηση του χώρου ως όλον που πάλλεται ακαριαία αλλά που στην κατάσταση του σχετικού και συγκεκριμένου χώρου, ο παλμός όντας παράκεντρος γίνεται κραδαίνουσα περιστροφή.
61. Υπάρχει σχέση της κυρτότητας της πορείας διαδρομής του πορευομένου-Ενός, με το μέγεθος ανοίγματος της περιστροφής, γύρω από τον εαυτό του. Η σχέση αυτή είναι εξελισσόμενη, που ξεκινά από μηδενικό μέγεθος ανοίγματος περιστροφής της θέσης του πορευμένου και απείρου χώρου άνοιγματος διαδρομής του, (που είναι το ακίνητο και ακαριαίο) και περνώντας από όλες τις πιθανές σχέσεις μικρού-μεγάλου, όπου το μέγεθος του ανοίγματος θέσης αυξάνεται κι ο χώρος διαδρομής ελαττώνεται, φτάνοντας στην αντίθετη, δηλαδή στην άπειρη θέση και τον μηδενικό χώρο, που είναι κι αυτή έκφραση του ακαριαίου.  Εδώ όπως είπαμε πριν, μπορεί να οριστεί επίσης η σχέση χώρου και χρόνου, που η περιστροφή γύρω απ’τον εαυτό του είναι ο χρόνος που σχετίζεται με την συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων στη θέση, ενώ το άνοιγμα διαδρομής είναι ο χώρος που σχετίζεται με το μήκος κύματός τους.
62. Αν δεχτούμε ότι υπάρχουν απεριόριστα τέτοια πορευόμενα ευθύγραμμα και ομαλά σημεία, που ακολουθούν αυτή τη διαδικασία αναχώρησης-επιστροφής, πρέπει κάθε σημείο (πορευόμενο-Ένα) να περάσει με τη σειρά του από τις θέσεις όλων των Πολλών Άλλων σημείων και όλα τα Πολλά-Άλλα σημεία να περάσουν απ’την ίδια θέση, δηλαδή τη θέση του Ενός.   Έτσι από τη μια έχουμε το Ένα, που πορευόμενο δια μέσου των Πολλών τα πραγματοποιεί και από την άλλη τα Πολλά, που πορευόμενα δια μέσου του Ενός, το κάνουν πραγματικότητα.
63. Έχουμε λοιπόν από τη μια σειρά θέσεων με περιοδικότητα επανάληψης διαφορετικών σημείων μέσα τους κι απ’την άλλη θέσεις περιοδικότητας τομής από την πορεία του ίδιου του εαυτού τους. Οι θέσεις αυτές συνιστούν περιοδική κλίμακα που ορίζει το μέτρο της αντιφατικότητας του γεγονότος.
                                                                                                                                    31
64. Επίσης έχουμε σύνθεση αντιθέτων ποσοτικών κλιμάκων θέσεων ροής-αντιρροής του Ενός μέσω των Πολλών και των Πολλών μέσω του Ενός.  
65. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σύσταση σφαίρας θέσεων με πόλους Α, που είναι η εκκίνηση του Ενός κι η κατάληξη των Πολλών και αντιΑ που είναι η εκκίνηση των Πολλών και η κατάληξη του Ενός. Στη θέση Α έχουμε μοναδική επανάληψη ροής του Ενός και μέγιστη επανάληψη αντιρροής των Πολλών-Άλλων, ενώ στη θέση αντιΑ το αντίθετο.
66. Σ’όλο αυτό το γίγνεσθαι (που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι η μονάδα, την αντιφατικότητα της οποίας περιγράφουμε τώρα όσο το δυνατόν με περισσότερη ακρίβεια), το πορευόμενο-Ένα, είναι αυτό που είναι, επειδή έτσι κι εκεί ακριβώς συνίσταται από την  αντιπορεία των Πολλών, ενώ τα Πολλά είναι εκεί όπου ακριβώς συνίστανται διαδοχικά απ’την πορεία του Ενός.
67. Η αντιπορεία αυτή συνίσταται απ’τις πορείες απεριορίστων μοναδικών, Πολλών, ομοίων, κινουμένων συγχρόνως καθένα προς διαφορετική κατεύθυνση, για να μπορούν να ξεχωρίζουν ως Πολλά. Έτσι καθένα απ’τα Πολλά καταλήγει μ’ένα διαφορετικό τρόπο στη θέση του Ενός συνιστώντας την συγχρόνως όλα μαζί κι αντι-πορευόμενα προς αυτήν κάνουν το Ένα διαφορετικό και κάθε φορά παράκεντρα περιστρεφόμενο. Επίσης τα Πολλά υπάρχουν συγχρόνως έτσι, αφού το Ένα διέρχεται με διαφορετική συχνότητα επανάληψης της τομής της πορείας του απ’τον εαυτό της, και κάθε φορά στο καθένα απ’τα Πολλά ξεχωριστά.
68.  Έγινε νύξη ότι τα δυό αντίδρομα ρεύματα που συνιστούν τις θέσεις ροής-αντιρροής, μπορούν να θεωρηθούν ως ολοκληρωμένη πορεία του Ενός-πορευομένου ευθύγραμμα κι ομαλά. Αφού ως αντιπορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η τομή της πορείας του Ενός απ’τον ίδιο τον εαυτό.
69. Ανάμεσα από τις θέσεις Α και αντιΑ, υπάρχει κλίμακα απεριορίστων θέσεων διαδοχικής διαφορικότητας σχέσης ροής-αντιρροής της πορείας του Ενός και της ανάλογης αντι-πορείας των Πολλών (όπως τονίσαμε: η πορεία του Ενός είναι έτσι γιατί το απαιτεί η αντι-πορεία των Πολλών κι αντίθετα). Κάθε θέση ως αναπόσπαστο σημείο της κλίμακας, είναι και μια οντότητα που έχει δικό της χαρακτήρα. Είναι μια διαφορετική σχέση ροής-αντιρροής Ενός και Πολλών, που παίρνει τη μορφή μιας ειδικής αντιφατικής ισορροπίας με δικό της Μέτρο. Αυτή η ισορροπία είναι μια σχέση αναχώρησης-επιστροφής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων μιας συγκεκριμένης και πορευόμενης θέσης στο σύμπαν.
70. Kάθε μία κλίμακα περιέχει απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων, που καθένα έχει τον δικό του "κώδικα". Ο κώδικας ορίζεται απ’την ανάλογη λήψη σε σχέση με την ανάλογη εκπομπή μηνυμάτων, που φεύγοντας για το σύμπαν επιστρέφουν συγ—χρόνως στην ανάλογη θέση. Αυτές οι θέσεις είναι γεγονότα με διαφορετικές ταυτότητες (αντιφατικές ενότητες με διαφορετικό Μέτρο).

32                                                                                                          
              η κίνηση, η μετακίνηση και το παράδοξο της ταχύτητας
71. Κάθε γεγονός συμπίπτει με μια θέση κάποιας κλίμακας, όντας και ένα αντιφατικό στοιχειώδες το οποίο στέλνει μηνύματα στο σύμπαν που επιστρέφουν επαληθεύοντας σχετικά τη θέση. Απ’τη μια, το γεγονός κινείται για να επαεπαληθεύεται από το μήνυμα στη θέση που το συνθέτει (δηλαδή λίγο πιο κει και διαφορετικό), κι απ’ την άλλη αλλάζει συνεχώς λαμβάνοντας μηνύματα όμοια από διαφορετική αφετηρία άλλης κλίμακας. Δηλαδή βρίσκεται στη ίδια θέση, αλλάζοντας κλίμακα.
72. Η αλλαγή της θέσης κλίμακας, αλλάζει και τον κώδικα λήψης-εκπομπής κι η αλλαγή του κώδικα λήψης-εκπομπής, αλλάζει την θέση της κλίμακας.
73.  Κάθε γεγονός βρίσκεται σε συνεχή και διαδοχική εναλλαγή κώδικα για να βρίσκεται στην ίδια κλίμακα ή κρατά συνεχώς τον ίδιο κώδικα αλλάζοντας συνεχώς κλίμακες.  Η θέση του γεγονότος είναι μια δίνη, στην οποία απ’τη μια βυθίζονται τα Πολλά κι απ’την άλλη αναβλύζουν επαληθεύοντας το Ένα, ενώ συγχρόνως το Ένα διαπερνά τη θέση κι εκτοξεύεται αντίδρομα, συνεχώς και διαδοχικά επαληθεύοντας κάθε ένα διαφορετικό μήνυμα που συντίθεται από τα Πολλά).
74. Υποθέσαμε ότι το μοναδικό πορευόμενο-Ένα (το γεγονός), που η τμήση της πορείας του απ’τον εαυτό της, έχει αποτέλεσμα το γίγνεσθαι Ενός-Πολλών, πορευομένων-αντιπορευμένων, όπου την στιγμή του ακαριαίου είναι το Όλον ως Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι.  Εκεί οι τομές της πορείας του Ενός απ’τον εαυτό της, όντας ακαριαίες δεν φαίνονται αλλά υπάρχουν εν δυνάμει ως ακαριαία συστολή-διαστολή στο βάθος του Όλου όπου έχουμε τις άπειρες τμήσεις μηδενικού μεγέθους. Όταν όμως μιλάμε για διακριτές μονάδες κινούμενες ευθύγραμμα και ομαλά, το ακαριαίο χάνεται στο βάθος του Είναι, βγάζοντας στην επιφάνεια την αντιφατική σχέση Ενός και Πολλών πορευομένων-αντιπορευομένων. Έτσι αναφαίνονται οι καθορισμένες και υπαρκτές τμήσεις και πορείες με την ανάλογη κυρτότητα.
75. Υποθέσαμε ύπαρξη «σφαίρας» θέσεων ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων με άξονα Α―αντιΑ. Υποθέσαμε επίσης ότι η πορεία του Ενός επαληθεύει την αντιπορεία των Πολλών και ότι αυτή η «σφαίρα» αποτελείται από θέσεις ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, που συνιστούν τα γεγονότα του κόσμου μας.

                                                                                                                                               33
76. Τη μετακίνηση του Ενός από θέση (α) σε θέση (β), θα μπορούσα-με να φανταστούμε ως ελάχιστο υπαρκτό αλματικό διάστημα μετακίνησης στον υποθετικό άξονα των πόλων «σφαίρας» ροής-αντιρροής. Αυτό είναι αλματικό επειδή οι τμήσεις της πορείας του Ενός από τον εαυτό της έχουν μέγεθος αφού η ταχύτητα δεν είναι ακαριαία. Αφού όπως αποδεχθήκαμε τα αντιπορευόμενα-Πολλά συνίστανται από το πορευόμενο-Ένα και το πορευόμενο-Ένα από τα Πολλά σε έναν αντιφατικό περιστρεφόμενο-πορευόμενο και όχι πλέον ακαριαίο χωρό-χρονο. Μόνο στο ακίνητο-ακαριαίο επίπεδο του Ζήνωνα, οι ελάχιστες αλματικές μετακινήσεις είναι μηδενικές-άπειρες-ακίνητες-ακαριαίες συγχρόνως.
77. Η διαδρομή του πορευομένου-Ενός στον άξονα Α-αντιΑ συντίθεται από την αντιδρομή αντιπορευομένων-Πολλών. Έτσι η αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών από θέση ) σε θέση (β), στον άξονα αυτής της υποθετικής σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ, φεύγει για τ’ απώτατα όρια της «σφαίρας» και συνιστά επιστρέφοντας το πορευόμενο-Ένα στη διαδρομή απ'τη θέση (α) στη θέση ).
78. Η ταχύτητα της διαδρομής του πορευομένου-Ενός επάνω στον υποθετικό άξονα Α-αντιΑ, από θέση (α) σε θέση (β), (η οποία είναι η υποθετικά μικρότερη καταλυτικο-συνθετική αλματική μετακίνηση του πορευομένου-Ενός), πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη απ’την ταχύτητα της αντιδρομής των αντιπορευομένων-Πολλών που το συνιστούν. Αυτό γιατί η καταλυτικο-συνθετική αντιδρομή που καλύπτουν τα Πολλά είναι όση η ανάπτυξη όλης της σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ, έναντι της διαδρομής που άξονα της σφαίρας, που αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός.
79. Αν δεχτούμε ότι το πορευόμενο-Ένα είναι ένα φωτόνιο και τα αντιπορευόμενα-Πολλά είναι τα υποκβαντικά γεγονότα τα οποία υποθετικά το συνθέτουν. Η θεωρούμενη ταχύτητα του φωτoνίου πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη, από την ταχύτητα των αντιπορευομένων (υποκβαντικών) υπογεγονότων. Επειδή η καταλυτικο-συνθετική πορεία του φωτονίου όμως, από θέση (α) σε θέση (β) δεν είναι ακαριαία, κατά την μετακίνηση του πορευομένου-Ενός υπάρχει μια τμήση, δηλαδή ένα διάστημα στατικότητας που συνιστά τη Θέση. Έτσι το κινούμενο-Ένα παρουσιάζεται να "στέκεται" στη θέση (α) για λίγο και μετά να χάνεται για να εμφανιστεί ξανά στη θέση (β).
80. "Χάνεται" σημαίνει ότι "δεν είναι ορατό". Αφού στο διάστημα απ’ τη θέση (α), που καταλύεται το πορευόμενο-Ένα ως τη θέση (β) που θ’ανασυσταθεί, κινείται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη απ’αυτή του φωτός. (Kαταλύεται-διαστελλόμενο στο σύμπαν κι επιστρέφει-συντιθέμενο στην επόμενη θέση). Έτσι που συνολικά εξισορροπεί τη στατικότητα της θέσης, με συνολική «ταχύτητα» ίση με αυτή του φωτός.

34                                                                                                             
81. Εδώ βλέπουμε δυο αντίδρομα συστήματα, που αλληλο-επαληθεύονται κινούμενα σε διαφορετικές διαστάσεις. Αυτά αλληλοσυντίθενται-αλληλοκαταλυόμενα παρουσιάζοντας το γίγνεσθαι της μετακίνησης του πορευομένου κι αντιπορευομένου γεγονότος στον υποθετικό άξονα (Α-αντιΑ) και στον αντίδρομό του (αντιΑ-Α). Κι ενώ έχουν ασύλληπτα διαφορετικές ταχύτητες, συμπίπτουν αρμονικά σε αυτό το γίγνεσθαι, γιατί το αντίδρομο "ρεύμα" καλύπτει πορεία "σφαιρικής διαδοχικής ανάπτυξης στο σύμπαν", ενώ τ’άλλο παράλληλα καλύπτει διαδοχικά, όλες τις θέσεις του άξονα ανάπτυξης της σφαίρας αυτής. (Συγχρόνως όμως συμβαίνει και το αντίθετο με το αντίδρομο σύστημα που αντιστοιχεί σ’αυτό το γίγνεσθαι).
82. Αν όπως είπαμε πριν, αυτό το πορευόμενο-αντιπορευόμενο γίγ-νεσθαι του άξονα (Α-αντιΑ) και το αντίδρομο γίγνεσθαι του (αντιΑ-Α) συνιστούν μια χωρο-χρονική σχέση, που ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί ν’αντιστρέφεται αμοιβαία κι όπου οι αντίδρομοι άξονες να μπορούν ν’αντιστρέφονται, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μετατροπή μιας κατάστασης από χωρική σε χρονική κι αντίθετα. Εδώ οι παραδοξολόγοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν, πως ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή και τον τρόπο που σκοπείται το σύστημα, μπορεί αυτό να κινείται από το μέλλον προς το παρελθόν. Εγώ θ’ απαντούσα ότι σ’ αυτό το υποτιθέμενο γίγνεσθαι, που θα μπορούσε να ονομαστεί κβαντικό, δεν υπάρχει ούτε Παρελθόν ούτε Μέλλον, αλλά μόνο Παρόν. Δηλαδή υπάρχει μόνον η αιχμή ενός φθίνοντος Παρόντος, μεταξύ παρελθόντος  και μέλλοντος που είναι ανύπαρκτα. Το Παρόν αυτό είναι χωρο-χρονικό και συντίθεται από τα δυο αντίδρομα ρεύματα, που δεν διαχωρίζονται. Αυτό όλο είναι Ένα καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι, όπου τα γεγονότα όντας συνεχώς Άλλα-Αλλού δεν μπορούν να έχουν ταυτότητα ώστε να διαρκούν κι έτσι για να έχουν χρόνο ως διάρκεια. Αλλά ούτε αληθινά να έχουν ταχύτητα. Εξ’άλλου στον κβαντικό κόσμο ο χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης χωρικών μέτρων και χώρος το μήκος κύματός τους.
                                                                                                                                                                                 οι κλίμακες καταλυτικής-συνθετότητας των γεγονότων
83. Η θέση Α δέχεται-εκπέμποντας πορευόμενες μονάδες, ενώ συγχρόνως εκπέμπει-δεχόμενη εναλλάξ κι αντιπορευόμενες. Αυτό την υποχρεώνει να περιστρέφεται γύρω απ’τον εαυτό της. Μαζί της περιστρέφονται αναλόγως παράκεντρα κι όλες οι άλλες θέσεις της κλίμακας, αφού και αυτές είναι αποτέλεσμα ροής-αντιρροής αντίδρομων ρευμάτων. Αυτές ξεκινούν απ’τη θέση Α, όπου η περιστροφή είναι αρμονική, ενώ διαδοχικά η περιστροφή αυτή γίνεται παράκεντρη, ανάλογα με τη διαφορά σχέσης συχνότητας των αντίδρομων ρευμάτων σε κάθε θέση.  Η παράκεντρη τάση αυξάνεται ως το μέσον του άξονα, (που είναι και το κέντρο της σφαίρας) και τείνοντας για θέση αντιΑ,  διαδοχικά  ισορροπείται.  Στην "καρδιά" της θέσης Α, υπάρχει ένα "κενό", μια σαφής δυναμική οπή με συγκεκριμένη διεύθυνση (που είναι το μάτι της δίνης), ενώ στις διαδοχικές θέσεις του άξονα, το κενό αυτό είναι κρυμμένο απ’το ασαφές "νέφος" της ταλαντώμενης διακύμανσης των αντίδρομα πορευομένων.

                                                                                                                                             35
84. Αυτό το νέφος της θέσης είναι μια δίνη, που ξεκινά από μιαν αόρατη αλλά υπαρκτή δυναμική οπή, η οποία διαστέλλεται στο σύμπαν κι επιστρέφει ως αντίδρομο απ’την αντίθετη θέση του συστήματος. (Αντίθετο στη θέση Α είναι το αντιΑ). Οι διαφορετικές θέσεις πάνω στον άξονα [(Α-αντιΑ)-(αντιΑ-Α)], α, β, γ,… έχουν διαφορετική σχέση συχνότητας λήψης-εκπομπής πορευομένων και αντιπορευομένων, έχοντας και ανάλογη γωνία διαφορετικής περιστροφής σε σχέση με τον υποθετικό άξονα, αλλά και την ανάλογη ταλάντωση.
85. Το πολύ μικρό, το σημείο, προεκτείνεται στο πολύ μεγάλο, το σύμπαν, και το σύμπαν αντιπροεκτείνεται (βυθίζεται) στο μικρό συνιστώντας μαζί αντιφατική μονάδα, όπου τα βαθύτατα όρια του εσωτερικού συμπίπτουν με τα απώτατα όρια του εξωτερικού.
86. Κάθε γεγονός του κόσμου συνίσταται-καταλυόμενο από τέτοια απεριόριστα "σημεία-υπογεγονότα", που καθένα τους αναχωρεί προεκτεινόμενο στο σύμπαν και επιστρέφοντας, επαληθεύει σχετικά τον εαυτό του. Όπως αναφέραμε, κάθε γεγονός αποτείνεται σ’όλα τα διαφορετικά σημεία των διαφορετικών κλιμάκων του σύμπαντος συγχρόνως και με τρόπο κάθε φορά διαφορετικό, περιέχοντας όλα τα πρόσωπα του σύμπαντος σε αυτήν την διαδικασία λήψης-εκπομπής. Άρα, το Πράγμα που αυτά τα γεγονότα συνιστούν-καταλύοντας, είναι η πολυδιάστατη συγκεκριμένη δομή τέτοιων στοιχειωδών τα οποία καταλύονται-συντιθέμενα κι αυτά από άλλα μικρότερα, φτάνοντας ως το επίπεδο του ακινήτου-ακαριαίου, μηδενικού-απείρου, του εσχάτου επιπέδου της παγκόσμιας αντιφατικότητας.
87. Έτσι κάθε θέση του σύμπαντος, υπάρχοντας μέσα σε μια συγκεκριμένη κλίμακα πορευομένων-αντιπορευομένων σημείων ροής-αντιρροής, είναι κι ένας σύνθετος κώδικας λήψης-εκπομπής μηνυμάτων. Αυτή η κλίμακα συνίσταται από απεριόριστες τέτοιες θέσεις που ξεκινούν απ’τη θέση μέγιστης λήψης κι ελάχιστης εκπομπής και περνώντας απ’ όλες τις διαδοχικά διαφορετικές θέσεις λήψης-εκπομπής (όπου μεγαλώνοντας η λήψη μικραίνει ανάλογα η εκπομπή), φτάνουν σε θέση ελάχιστης λήψης-μέγιστης εκπομπής.
88. Κάθε θέση αυτής της κλίμακας, αποτείνεται στις αφετηρίες όλων των άλλων πιθανών κλιμάκων, ακόμα και αυτής του ακαριαίου. Έτσι αυτή η ίδια μπορεί να αλλάζει διαδοχικά, στέλνοντας όλα τα δυνατά μηνύματα αναλόγως.
89. Αυτά τα μηνύματα ξεκινούν από θέση, όπου αναχωρώντας όλα μαζί συγχρόνως κι έχοντας διαφορετικό κύκλο διαδρομής (καθένα διαδοχικά μεγαλύτερο, ανάλογα με τη συχνότητα λήψης-εκπομπής τους), έχουν και την ανάλογη ταχύτητα επαναφοράς.  Έτσι που επιστρέφοντας στη θέση την επαληθεύουν-διαψεύδοντάς την, όλα μαζί συγχρόνως αλλά με διαφορετικό τρόπο.

36                                                                                                          
90. Η θέση αυτή μπορεί ν’ανήκει συγχρόνως και σ’άλλες κλίμακες συμπεριφοράς, έτσι που η κάθε θέση της κλίμακας μπορεί να εκπέμπει συνεχώς το ίδιο μήνυμα, αλλά συγχρόνως να εκπέμπει και απεριόριστη σειρά διαφορετικών μηνυμάτων, αποτεινόμενη ταυτόχρονα και στις αφετηρίες όλων των άλλων κλιμάκων.
91. Στην κλίμακα αυτής της συμπεριφοράς, όπως φαίνεται στο (89), υπάρχει ελλειπτική-ελικοειδής διαδοχικότητα διαδρομής μηνυμάτων που έχουν διαφορετική συχνότητα αναχώρησης-επιστροφής. Ενώ στους πόλους του άξονα της κλίμακας, υπάρχουν οι θέσεις όπου το μήνυμα είναι πάντα εκεί και συγχρόνως στο άπειρο. Δηλαδή αυτό είναι ακίνητο-ακαριαίο, μηδενικό-άπειρο, η ακαριαία ταλάντωση, δηλαδή το εν δυνάμει Είναι.
                                                                                                                                                                                            το σημείο μέσα στο σύμπαν και το αντίθετό του
92. Το γεγονός που είναι μια θέση μέσ’ το σύμπαν, απ' τη μια στέλνει συγχρόνως απεριόριστα μηνύματα, ευρισκόμενο σε συνεχή αλλαγή (αίροντας συνεχώς τον κώδικα μηνυμάτων του για να μπορεί να διατηρεί τη θέση του) απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς θέση για να διατηρεί τον κώδικά του. Αυτό δείχνει ότι το Ένα και Μοναδικό επαληθεύεται από την αντιπορεία των Πολλών και Διαφορετικών μέσα από Αυτό, ενώ συγχρόνως τα Πολλά επαληθεύονται από την πορεία του Ένός και Μοναδικού, μέσα από Αυτά. Αυτή η διαδικασία μολονότι εκπροσωπεί Ένα Αντιφατικό Στοιχειώδες, είναι συγχρόνως και ένα Ιδιαίτερο Πρόσωπο του Όλου.
93. Έτσι αυτό που λέμε στίγμα στο σύμπαν, απ’τη μια πορεύεται κρατώντας συνεχώς τον κώδικά του, μα αλλάζοντας κλίμακες για να επαληθεύεται απ’τα όμοιά του που βρίσκονται στην ίδια θέση άλλων κλιμάκων, ενώ από την άλλη, αλλάζει συνεχώς κώδικα (με την καταλυτικο-συνθετική διαδικασία), αλλάζοντας συνεχώς και διαδοχικά θέση στην ίδια του την κλίμακα.  Αυτό υποχρεώνει το γεγονός, από τη μια να είναι σταθερά στίγμα πορευόμενο και από την άλλη ένα συνεχώς διαστελλόμενο νέφος.
94. Έτσι το στίγμα μέσ’το σύμπαν, είναι μια θολή μονοκοντυλιά που έχει συγκεκριμένη "μύτη" κι αφήνει ταξιδεύοντας πίσω της, ένα ελλειπτικό νέφος συνεχώς διαστελλόμενο που εκτείνεται σε όλο το σύμπαν. Η μύτη αυτού του «στίγματος» πορευόμενη πάντα στο σύμπαν, επαληθεύει όλους τους κόκκους του νέφους της ουράς του, επαληθευόμενη συγχρόνως από αυτούς.
95. Από αντιφατική άποψη, αντίθετο σε κάτι, είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα, η οποία είναι το σύμπαν όπως διαμορφώνεται έναντι  της μοναδικότητας, που κάθε φορά εκπροσωπεί αυτό που είναι το συγκεκριμένο-Ένα  γεγονός.   Δηλαδή  το αντίθετο στο συγκεκριμένο-Ένα, δεν μπορεί να είναι απλά το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια διαφοροποιούμενα διαδοχικά, που περιέχοντας και τον ίδιο τον εαυτό, υπό συνθήκες θα παίξει το ρόλο του Μείον Ένα μια συγκεκριμένη στιγμή.

                                                                                                                                 37
96. Αντιφατικά, το αντίθετο σε κάτι, ξεκινά πολύ βαθιά μέσα απ’ τον εαυτό, χωρίς ν’αφήνει περιθώριο κάποιας ανεξαρτησίας και πορευόμενο πολύ μακριά έξω από αυτόν, κάνει απεριόριστες διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής οι οποίες επαληθεύουν-διαψεύδοντας τον εαυτό σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη αντιφατική σχέση.
97. Καθένα από την απεριόριστη σειρά ομοίων που υπάρχουν ταυτόχρονα, μπορεί να λογίζεται σαν κάποια ξεχωριστή θέση εκκίνησης μιας άλλης κλίμακας. Στην κατάσταση του ταυτόχρονου, αλληλο-επαληθεύεται με τα άλλα όμοια σε όλες τις θέσεις, εκτός αυτών που εκείνη τη στιγμή παίζουν ρόλο εκκίνησης των άλλων κλιμάκων. Έτσι μπορούμε να έχουμε ευκαιριακά διακριτές μονάδες, όπως το Ένα (που είναι έτσι ακριβώς όπως ορίσαμε την αντιφατική μονάδα πριν), το Δύο, το Τρία κ.λπ., που είναι κι αυτά αντιφατικές μονάδες, αλλά με διαφορετική εκκίνηση κλίμακας.
                                                                                                                                                                                                 ένα αντιφατικό συμπέρασμα
98. Μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο, που θα είχε ως υπόβαθρο ένα πλέγμα τέτοιων κομβικών στοιχειωδών θέσεων,  που θα συνιστούσαν μιαν αντιφατική ενότητα.  Κάθε μια τέτοια κομβική θέση ροής-αντιρροής λήψης-εκπομπής υπογεγονότων, θα ήταν και μια ξεχωριστή οντότητα (ένα πράγμα), που θα είχε συγκεκριμένη πλοκή ροής-αντιρροής.
99. Αυτά τα υπογεγονότα των οποίων το πλέγμα ροής-αντιρροής συνιστά κάποιο γεγονός, είναι μηνύματα λήψης-εκπομπής, που εκπροσωπούν το δυναμικό υπόβαθρο του παγκόσμιου αντιφατικού πλέγματος, παίζοντας το ρόλο της ενέργειας για την κάθε συγκεκριμένη οντότητα.
100. Κάθε γεγονός, οντότητα ή πράγμα, συνίσταται από σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού που λαμβάνει-εκπέμποντας μηνύματα στο σύμπαν κι απ’το σύμπαν. Έτσι κάθε συγκεκριμένη-συνεκτική (συγκεντρωτική) "Εδώ-Δομή" κάποιου πράγματος ή γεγονότος, πρέπει να έχει και την ανάλογη συγκεκριμένη αποκεντρωτική «Άπω-Δομή», η οποία θα περιλαμβάνει λογικά συντεταγμένα όλο το πολυδιάστατο «νέφος» αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων τα οποία ανταποκρίνονται στη «Εδώ-Δομή».
101. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γεγονός πρέπει να έχει συγκεκριμένο "Συμπαντιακό Αντίλογο" που είναι η εκάστοτε στιγμιαία απω-δομική-δομή του στο απώτατο σύμπαν.  Αυτό το απύθμενα πολυδιάστατο πλέγμα δομής-αντιδομής μηνυμάτων, αντιστοιχεί στην Αισθητική του ανθρώπου και θα μπορούσαμε  να το ονομάσουμε Πνεύμα ή Ψυχή.  Η κοινωνία μ’αυτό το συμπαντιακό πλέγμα επιτρέπει στον άνθρωπο να έχει όλες αυτές τις λεγόμενες «υπερφυσικές» δυνατότητες οι οποίες σχετίζονται με την αισθητική τη φαντασία την ενόραση κ.λπ., αφού αυτό το πλέγμα περιέχει μ’ένα μοναδικό τρόπο το Όλον απ’την οπτική γωνία κάθε συγκεκριμένης οντότητας.

38                                                                                                          
102. Ο συνεχής διάλογος "Εδώ" και "Άπω" κάθε πράγματος ή γεγο-νότος, είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί "υπόστασή" του και θα μπορούσε να έχει κάποια όρια που να συνιστούν το συγκεκριμένο Είναι του. Επίσης η κάθε αλλαγή στο "Εδώ" δε μπορεί παρά ν’ανταποκρίνεται και σε μιαν ανάλογη αλλαγή στο "Άπω" κι αντίθετα.  Ίσως κάποτε γνωρίζοντας τις "συντεταγμένες" σχέσεων "Εδώ" και "Άπω", ενός συγκεκριμένου συστήματος θα επεμβαίνουμε διορθώνοτας καταστάσεις ή δυσλειτουργίες σε όλο το σύστημα ή ακόμα στον ανθρώπινο οργανισμό προς όφελός μας.
103. Τα όρια του συγκεκριμένου που συνιστούν ευκαιριακά ένα γεγονός ως πεπερασμένο, παραβιάζονται ανά πάσα στιγμή, αφού τα στοιχειώδη κάθε γεγονότος "κοινωνούν" τελικά με το έσχατο δυναμικό αντιφατικό στοιχειώδες, το οποίο ως έσχατο υπόβαθρο του κόσμου είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το μηδενικό και άπειρο, το ακαριαίο και ακίνητο, περιέχοντας μια μοναδική μορφή του Όλου, που την κάθε στιγμή είναι απειροστική.
104. Έτσι, αν κάθε οντότητα που βρίσκεται σε μια κομβική θέση ή σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού, δεχτεί ενέργεια πέραν αυτής που δικαιούται για να βρίσκεται στη δεδομένη θέση, καταλύεται-εισερχόμενη στο αντιφατικό υπόβαθρο του Είναι κι ανασυντίθεται σχεδόν ακαριαία στη θέση που δικαιούται. (Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να γίνονται μετακινήσεις μέσα σ’ένα παγκόσμιο πλέγμα τέτοιων κομβικών θέσεων. Δηλαδή κάποιο σώμα να καταλύεται στο πλέγμα αυτών των κομβικών θέσεων και "κατερχόμενο" στο έσχατο πλέγμα του "ακίνητου και ακαριαίου", ν’ ανασυντίθεται "ανερχόμενο" σε άλλη επιθυμητή θέση άλλου πλέγματος τέτοιων κομβικών θέσεων σχεδόν ακαριαία).                                                                                           
105. Υπ’αυτή την έννοια, ο κόσμος είναι ένα πλέγμα ανταλλαγής πληροφοριών, που η πλοκή του είναι το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
106. Έτσι μια τυπική διαλεκτική λογικο-γλωσσική σύνταξη, θα θεω-ρούσε την Ταυτότητα, καταλυτικο-συνθετικό γεγονός σε συνεχή εξέλιξη, όπως η αντιφατική μονάδα και με τον τρόπο που παρουσιάστηκε γενικά σ’αυτή την εργασία. Έτσι η αρχή της ταυτότητας, η τόσο αναγκαία στις συγκριτικές Λογικές διεργασίες, θα επέστρεφε ως αρχή της αντιφατικής ταυτότητας.
107.  Επειδή όμως η αντιφατική ταυτότητα, που μπορεί να περιέχει κι ένα πρόσωπο του όλου, για να λειτουργήσει ορθολογικά, το εύρος της πρέπει να ορίζεται απ’ το είδος της έρευνας, το είδος των εμπλεκομένων μονάδων, τις ανάλογες αφετηρίες κι αντιστοιχίες αυτών των μονάδων σ’ άλλες παράλληλες κλίμακες.   
                                                                                                                                                39
108. Έτσι αφηρημένα θα μπορούσε να λεχθεί, ότι το γίγνεσθαι που αφορά το εύρος της αντιφατικής ταυτότητας κάθε συγκεκριμένη φο-ρά, θα είναι ένα είδος καταλυτικο-συνθετικής διεργασίας, που η τυπικότητα υπερβαίνεται πάντα απ’το περιεχόμενο της εκάστοτε πραγματικότητας.
109. Για να γίνει δυνατή αυτή η αντιφατικο-ορθολογική διεργασία πρέπει να έχουν συνταχτεί ιδεατοί πίνακες ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, όπως αυτοί που αφηρημένα και χωρίς υπολογιστικά όργανα συνέταξα εδώ και τους οποίους ονόμασα "πλέγματα κομβικών θέσεων ροής-αντιρροής μνημάτων". Αυτοί θα μπορούσαν να περιέχουν ολοκληρωμένα όλο το φάσμα αυτού του αντιφατικού γίγνεσθαι.
110. Για τη σύνταξη τέτοιων πινάκων, πρέπει να οργανωθεί μιαν Αντιφατική Βιο-Γεωμετρία με τους όρους που αναφέραμε πριν. Για κάθε μια συγκεκριμένη περίσταση ένταξης ενός γεγονότος στις συντεταγμένες κάποιου τέτοιου πίνακα, πρέπει να ορίζονται τα προσεγγιστικά όρια της αντιφατικής ταυτότητας του γεγονότος, ανάλογα με την έρευνα και το γεγονός που διερευνάται.
111. Η αντιφατική μονάδα για την οποία μιλήσαμε, είναι δυνατόν να παίρνει ένα νόημα συγκεκριμένο, κάθε φορά που ορίζεται η θέση εκκίνησης του υποθετικού σημείου στην κλίμακα αναφοράς που θα εξυπηρετούσε μια συγκεκριμένη έρευνα.
112. Αυτή η θέση εκκίνησης, η οποία θα μπορούσε να είναι η εκκίνηση για κάποιο καθορισμένο σύστημα αναφοράς, μπορεί συγχρόνως να σχετίζεται και με όλα τα άλλα απεριόριστα και πορευόμενα σημεία άλλων συστημάτων αναφοράς, με τρόπο για το καθένα διαφορετικό.
113. Aυτά τα συστήματα αναφοράς, πρέπει να συνιστούν ξέχωρες αντιφατικές ταυτότητες που στο βάθος του διαχωρισμού και της αντικειμενικότητας, έχουν κρυμμένη την ενότητα της μετοχής τους στο έσχατο καταλυτικο-συνθετικό επίπεδο, το ακίνητο-ακαριαίο του παγκοσμίου γίγνεσθαι, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή και το εν δυνάμει Είναι. Έτσι η αντικειμενικότητά τους είναι συμβατική, αφού συνεχώς αίρεται.
114. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες αυτές οι Μονάδες που θα μπορούσαν να φανούν ως ευκαιριακά αυτόνομες (ταυτότητες), όταν αγγίζουν τις θέσεις των πόλων των κλιμάκων τους, φέρνουν στην επιφάνεια το στοιχείο του ακίνητου και ακαριαίου. (Αυτό που όπως αναφέραμε είναι το μηδενικό και άπειρο, το εν δυνάμει Είναι, η ενότητα του Όλου, η αντιφατικότητα ως ουσία, όπου εκεί κάθε αυτονομία και αντικειμενικότητα αίρεται).
 40                                                                                                          
                  αντιφατική βιοχαρτογραφία κι αντιφατική βιογεωμετρία
115. Τα σημεία ταυτόχρονης εκκίνησης αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας στις θέσεις εκκίνησης, ή οι θέσεις εκκίνησης στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν λαμβάνοντας απ’αυτό. Αυτά επαληθεύουν-διαψεύδοντας τις θέσεις της δικής τους κλίμακας κι όλων των άλλων κλιμάκων, εκτός των θέσεων που λογίζονται ως θέσεις ταυτόχρονης εκκίνησης των κλιμάκων. Έτσι αναδύονται όρια όπου μπορεί μέσα τους ν’αναδεικνύεται το Ένα, το Δύο, το Tρία, το τέσσερα κλπ.
116. Θα μπορούσε λοιπόν να υποτεθεί ένα αιτιοκρατημένο κι οργανωμένο γίγνεσθαι, που θα σχετίζεται με τις θέσεις εκκίνησης, τα συστήματα αναφοράς, την διάρκεια έρευνας και τον τρόπο που θα συμπεριφέροντο τα μηνύματα αναχώρησης-επιστροφής σ’αυτό το αντιφατι-κό γίγνεσθαι.
117. Αυτό θα μπορούσε να είναι η επιστήμη, που θα οργάνωνε μιαν Οικουμενική Βιο-Χαρτογράφηση και θα ιχνηλατούσε την αντιφατική σχέση του Μεγάλου με το Μικρό. Αυτή θα ήταν μια Αντιφατική Μοναδολογία και Αντιφατική Βιο-Γεωμετρία που μόνο στα όριά της, μπορεί να περιγραφεί η Αντιφατική Tαυτότητα και κατά συνέπεια ο Αντιφατικός Ορθολογισμός.
118. Αυτή η φανταστική ιστορία του πορευομένου-Ενός σημείου ευθύγραμμα και ομαλά σε όλη του την ανάπτυξη, είναι ο ορισμός του Αντιφατικού Στοιχειώδους, της Αντιφατικής Μονάδας ή είναι η Αντιφατική Ταυτότητα.
119. Απ’το αντιφατικό γίγνεσθαι και τον ορισμό της αντιφατικής ταυτότητας, αναδύεται και η Αρχή της Αντιφατικής Αιτιότητας.
120. Η αντιφατική αιτιότητα δε μπορεί να είναι μονοδιάστατη, εκεί το αίτιο κι το αιτιατό λειτουργούν σταδιακά αμφίδρομα ή καί αμφίδρομα, ανάλογα με τις "αντιθέσεις" και τη "διάρκεια" που συνιστά ευκαιριακά κάθε συγκεκριμένο αντιφατικό γίγνεσθαι. (Όπως τονίσαμε, στην Ορθολογική (αντιθετική) διαδικασία τα αντίθετα διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, δηλαδή τα όρια της ταυτότητάς τους. Έτσι αποκαθάρουν την λογική διεργασία από την συμμετοχή του Μη-Είναι μέσα της, το οποίο ορθολογικά θεωρείται στοιχείο αντιφατικότητας και «ψεύδους». Ενώ στη Διαλεκτική (αντιφατική) διεργασία, τα ενάντια κατά τον διάλογό τους αλληλοπροεκτείνονται, χωρίς ν’αφήνουν περιθώρια ανεξαρτησίας μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες κι έτσι που η αλληλεπίδραση είναι αμφίδρομη.  Σε παράκεντρες καταστάσεις όμως, που τα θεωρούμενα ως αντίθετα μπορεί κοινωνούν και μ’άλλα αντιφατικά συστήματα, μπορεί να υπάρξει ευκαιριακά κάποια αιτιακή προτεραιότητα, χωρίς ν’αποκλείεται όμως ποτέ κι η αμφίδρομη διεργασία, αφού όλα συγχρόνως κοινωνούν με το έσχατο επίπεδο του κόσμου  (το ακίνητου και ακαριαίο,  την αντιφατικότητα γυμνή,  το Εν Δυνάμει Είναι). Από κει απορρέουν κι οι αρχές "της αντιφατικής σχετικότητας των αντιθέτων" όπως και "της αμφίδρομης αιτιότητας". Η αμφίδρομη αιτιότητα προϋποθέτει αιτία κι αποτέλεσμα ν’αλληλοκαταλύονται-αλληλοσυντιθέμενα, έχοντας απεριόριστες διαστάσεις που καταλήγουν στο Ακίνητο κι Ακαριαίο, Μηδενικό και Άπειρο, το Εν Δυνάμει Είναι, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή. Εκεί η Αιτιότητα συνίσταται από το γίγνεσθαι των αναχωρήσεων-επιστροφών, όπως χαρακτηρίστηκε στη διάρκεια αυτής της εργασίας.
                                                                                                                                           41
121. Η αμφίδρομη διεργασία (του ακαριαίου και ακινήτου), δεν μπορεί να λείψει ποτέ από τον όποιο υπολογισμό, αφού είναι το στοιχείο του απειροστικού υπόβαθρου κάθε όντος. Η αιτιακή διεργασία ξεκινά απ’την "αυτο-αλληλεπίδραση", πολύ βαθιά μέσα στον ίδιο τον εαυτό, και χωρίς ν’αφήνει κανένα απαραβίαστο περιθώριο, ταξιδεύοντας έξω από αυτόν, παραβιάζει τα όρια των άλλων που μπορεί να θεωρηθούν ενάντια κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Ανάλογα με το βαθμό της αντίθεσής τους και για κάθε αντίθεση ορίζεται κι η ανάλογη παραβίαση. Αυτή η παραβίαση μπορεί κάποιες φορές να είναι τέτοια που υπό όρους, ν’αφήνει ευκαιριακά κάποιο απαραβίαστο μέρος στο θεωρούμενο αντίθετό του. Γι'αυτό υπό συνθήκες μπορεί να λειτουργεί και ο ορθολογισμός.
122. Γενικά όμως ονομάζεται αντιφατικός ορθολογισμός γιατί μαζί με την ακαριαία συγκριτική διαδικασία (που είναι ακαριαία αλληλεπίδραση κι άρα αντιφατική), υπάρχει μέσα στα όρια της αντιφατικότητας και ένα περιθώριο αντιθετικής (όρθολογικής) διεργασίας.
123. Σ’αυτή την συγκριτική και αιτιακή διεργασία, όλα εξαρτώνται απ’τα όρια που θα τεθούν στην αντιφατική ταυτότητα και την αντιθετική αξία των σκελών της αντιφατικής σχέσης. Όμως δε θα πρέπει να ξεχνιέται ότι οι σχέσεις εκεί είναι συμβατικές και σχετικές με το γίγνεσθαι που συνιστούν ευκαιριακά οι παράγοντες της αντιφατικής σχέσης.
124. Η εργασία αυτή ακολουθείται απ’την αδυναμία ότι έχει την ανάγκη αμεσότητας και πράξης, αφού δεν μπορεί προφορικά να γίνει απόλυτα κατανοητή. Ακόμα προϋποθέτει και άλλη αντίληψη, περί χώρου, χρόνου και γίγνεσθαι. Επίσης χρειάζεται μιαν αντιφατικο-γεωμετρική μαθηματική σύνταξη την οποία αδυνατώ να συντάξω.                                                                                   
125. Όλη αυτή την φανταστική ιστορία του πορευομένου σημείου ευθύγραμμα και ομαλά, σ’όλη της την ανάπτυξη και την οποία εγώ χαρακτήρισα αντιφατική ταυτότητα, αντιφατική μονάδα ή αντιφατικό στοιχειώδες, πρέπει να λάβει υπόψιν η σύγχρονη επιστήμη, για να βαδίσει στο Νέο.
126. Υπ’αυτή την έννοια, η λογικογλωσσική σύνταξη της επιστήμης πρέπει να συμπέσει μ’αυτήν της αντιφατικής βιογεωμετρίας, όπου ο κόσμος θα είναι βιοχαρτογραφημένος σ’ ανάλογους πίνακες οι οποίοι θα ορίζονται κι από ανάλογα αντιφατικά συστήματα ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής. Θα υπάρξει κι εδώ αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη που θα παίρνει υπόψιν το αντιφατικό στοιχειώδες. Επίσης πρέπει να λάβει υπόψιν την αντιφατική οριοθέτηση της σκέψης, γονιμοποιώντας την έννοια του αντιφατικού στοιχειώδους.
127. Από κει και πέρα, όλες οι επιστήμες θα ξανακοιταχτούν, λαμβάνοντας υπόψιν τον αντιφατικό τρόπο βιοχαρτογράφησης και περιγραφής του κόσμου. Τότε η Επιστήμη θα πρέπει να γίνει Μία και θα συμπέσει ξανά με τη Φιλοσοφία, η οποία θα είναι μια αντιφατικο-ορθολογική γλώσσα, όπως ο Λόγος του Ηράκλειτου, δηλαδή την διαλεκτική ως σκέψη, λόγο και ουσία.                                                                                                                  
42
                      Ως Επίλογος, επισήμανση για τον αντιφατικό χώρο και χρόνο:
Τονίζω ξανά ότι από αντιφατική όψη, ο χρόνος δεν μπορεί να είναι διάρκεια, αλλά ούτε ο χώρος έκταση. Στον κβαντικό κόσμο, χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης χωρικών μέτρων σε θέση (υπογεγονότων) και χώρος το μήκος κύματος ή το μέγεθος διασποράς τους. Κι επειδή αυτό το επίπεδο σχετίζεται με φωτόνια ή κβάντα ενεργείας, με συχνότητες και μήκη κυμάτων, πρέπει να δεχτούμε ότι ο χώρος κι ο χρόνος συνιστούν μιαν αδιαχώριστη γενεσιουργό ενότητα με τα γεγονότα. Επίσης η ταχύτητα είναι εκεί διαφορετική απ’ότι έχουμε αποδεχθεί. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το φωτόνιο ως, καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, δεν μπορεί να έχει ταχύτητα, αφού ουσιαστικά σε κάθε του στιγμή είναι Άλλο-Αλλού-Όμοιο κι ανόμοιο μ'αυτό που ήταν. Έτσι όλα τα παράδοξα της θεωρίας της σχετικότητας πιθανόν να οφείλονται στο ότι το φωτόνιο είναι μια κβαντική οντότητα που εμείς καταχρηστικά και παράνομα θέτουμε στα όρια της νευτώνειας αντικειμενικότητας. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και στην "αβεβαιότητα" που διέπει τις μετρήσεις των συζυγών ιδιοτήτων των κβαντικών αντικειμένων: Στριμώχνουμε παράνομα χρόνο και συχνότητα του κβαντικού αντικειμένου στη νευτώνεια αντίληψη της διάρκειας και του τόπου ως έκτασης, εκεί όπου βασιλεύει η αντικειμενικότητα και ο ντετερμινισμός, ενώ στην κβαντική του διάσταση, χρόνος είναι η συχνότητα και χώρος το μήκος κύματος όπου η αντικειμενικότητα και ο ντετερμινισμός καταργούνται. Η ταχύτητα στον κβαντικό χώρο πρέπει να σχετίζεται με τον χρόνο της μετατροπής της Ταυτότητας του κβαντικού γεγονότος σε Άλλο-Αλλού. Κι επειδή αυτή η διαδικασία αφορά και το Αλλού, μπορεί παράδρομα να είναι και ταχύτητα αλλά με διαφρετική αντίληψη από αυτήν που αποδεχόμαστε. Δηλαδή να είναι η ταχύτητα της μετατροπής της αντιφατικής ταυτότητας σ’άλλη.
                                                                                                                                                 43                                                                                                                                                                                                    ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΣΉΜΑΝΣΗ: Τονίζω ξανά ότι: Αν η επιστήμη δε λάβει σοβαρά υπ’όψιν την πρότασή περί του Αντιφατικού Στοιχειώδους, της Αντιφατικής Ταυτότητας  και  του Αντιφατικού Ορθολογισμού  ή της Αντιφατικής Μοναδολογίας, όπως προτείνω σ’αυτή την εργασία ή σε πιθανές ανάλογες εργασίες άλλων διανοητών ίσως πιο σωστά τοποθετημένων από εμένα και με την ανάλογη μαθηματική κάλυψη, δεν θα μπορέσει να προχωρήσει άλλο θεωρητικά.  Αυτό γιατί ο κόσμος είναι δυναμικό γεγονός που έχοντας αντιφατική φύση για να ερμηνευτεί ως τέτοιο, χρειάζεται έναν ορθολογισμό που να λαμβάνει υπό-ψιν τον κόσμο αντιφατικά και καταλυτικο-συνθετικά. Πρέπει νέοι μαθηματικοί-διανοητές να παραμερίσουν για λίγο τη γνώση τους, να χρησιμοποιήσουν την επαναστατικότητα και τη δυναμική της διάνοιάς τους και να ασχοληθούν με την εργασία αυτή ή με κάποια τέτοια, ως ξεκίνημα για ένα μακρύ ταξίδι στο Νέο.  Πρέπει να δημιουργηθεί ένας νέος μαθηματικός λόγος, που να στηρίζει τους πίνακες αυτών των μοντέλων που θα περιγράφουν τις συγκεκριμένες καταστάσεις και τον κόσμο ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Τότε όλες οι επιστήμες θα μπουν σ’άλλο θεωρητικό πλαίσιο και σ’άλλη λογική, που θα λαμβάνει υπόψιν την καταλυτικο-συνθετική ταυτότητα των όντων και την αμφίδρομη αιτιότητα των σχέσεών τους. Έτσι όλες οι επιστήμες θα οργανωθούν ξανά από την αρχή.  Η μαθηματική αυτή γλώσσα θα στηρίζεται στην αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη και θα έχει βασικό κορμό τους αντιφατικούς πίνακες, για τους οποίους προϊδεάζω τον αναγνώστη.
     Προτείνω λοιπόν ότι απ’τη λειτουργία αυτής της λογικογλωσσικής σύνταξης μπορεί να γεννηθεί ένα είδος Αντιφατικής Βιογεωμετρίας και να ονομαστεί "Αντιφατική Μοναδολογία και Οικουμενική Βιο-χαρτογραφία".
                                                                                                                                                                       Ο ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ
                                                                                                                                                ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Ο Μπωμ επισημαίνει ότι η σύγχρονη επιστήμη δέχεται την κίνηση κβαντικών γεγονότων, σε καταλυτική-συνθετότητα, αφού διαπιστώνεται ότι κατά την κίνηση, είναι άλλα σε μια θέση κι άλλα σ’άλλη. Συμφωνώντας λοιπόν με την προσωκρατική διαλεκτική, πρέπει να δεχτεί ότι η ταυτότητα αυτών των γεγονότων αντιφάσκει.
       Αν γίνει αποδεκτή η αντιφατική ταυτότητα, δηλαδή το Είναι ως καταλυτική-συνθετότητα, το γεγονός είναι πάντα Αυτό-Άλλο-Αλλού.   Εκεί, λόγω της καταλυτικο-συνθετικής διαδικασίας, ούτε ο Χρόνος ως διάρκεια, ούτε ο Χώρος ως έκταση μπορούν να γίνουν αποδεκτά.
      Κατά την ανάπτυξη της αντιφατικής ταυτότητας, φαίνεται ότι ο χρόνος είναι η συχνότητα (ο ρυθμός) συνεχούς επανάληψης υπογεγονότων (χωρικών μέτρων) στη θέση καταλυτικής ανασύστασης του κβαντικού γεγονότος και χώρος το μήκος κύματός τους, δηλαδή η διαδρομή αναχώρησης για το σύμπαν και η επιστροφή τους από αυτό.

44                                                                                                            
      Τα γεγονότα σύμφωνα με την ηρακλειτική σκέψη (την οποία αναλύσαμε συνοπτικά σε προηγούμενο μέρος) καταλύονται-συντιθέμενα από υπογεγονότα (χωρικά μέτρα), που διέρχονται μέσα από συγκεκριμένη Θέση και ταξιδεύοντας στο σύμπαν κάποτε επιστρέφουν πραγματοποιώντας το γεγονός συνεχώς το γεγονός στη θέση. Όσο μικρότερο είναι το μέγεθος του χωρικού μέτρου, τόσο μεγαλύτερος ο κύκλος αναχώρησης-επιστροφής, που καί αυτός είναι μια άλλη διάσταση του χώρου. Η χωρική αυτή διάσταση είναι συμβατική, αφού τα στοιχειώδη υπογεγονότα που κάνουν κύκλο επαναφοράς, υπόκεινται κι αυτά στην ίδια καταλυτικο-συνθετική διαδικασία, όπου άλλα υπογεγονότα βαθύτερου επιπέδου, μικρότερα και ταχύτερα τα επαληθεύουν-διαψεύδοντάς τα και αυτό επ᾽ άπειρον. Ο χώρος είναι η έκταση που καταλαμβάνει το ίδιο το γεγονός, από τη στιγμή της εκκίνησης της διαδικασίας πραγμάτωσής του έως την ολοκλήρωση της ανασύστασής του και της μετατροπής του σε άλλο, όπου είναι και το σημείο κατάληξής του που παράλληλα σχετίζεται με το μήκος κύματος, δηλαδή το εύρος διασποράς του ταξιδιού των υπογεγονότων στο Σύμπαν. Τότε η διάρκεια πρέπει να είναι η χωρο-χρονική καταλυτικο-συνθετική σχέση της διαδικασίας μετατροπής του κβαντικού συμβάντος, σε άλλο. Δηλαδή ο Χρόνος δε μπορεί να σχετίζεται με την διάρκεια του ίδιου του γεγονότος, αφού αυτό είναι συνεχώς άλλο, αλλά με τη διάρκεια και την ταχύτητα της καταλυτικο-συνθετικής αλλαγής του σε Άλλο.
―Σύμφωνα λοιπόν με την καταλυτικο-συνθετική νοητική προσέγγιση, φαίνεται ότι οι ιδιότητες συχνότητα και χρόνος δεν είναι συμβατές, γιατί η συχνότητα ως ρυθμός επανάληψης είναι κι αυτή χρόνος. Έτσι χρόνος και συχνότητα είναι δυο όψεις του ιδίου πράγματος που εξελίσσονται σ’άλλη διάσταση, ενώ εμείς τα στριμώχνουμε παράνομα στον ίδιο νοητικό χώρο. Δηλαδή στο ίδιο μέρος της σκέψης μας, βάζουμε τον χρόνο του κόσμου των πραγμάτων που κυριαρχεί η αντικειμενικότητα και το χρόνο του κόσμου των κβάντα που η αντικειμενικότητα ακυρώνεται. Αυτό δεν το λαμβάνει υπόψιν ούτε η εξίσωση του Σρέντιγκερ κάτι που γεννά υποψίες για πιθανές αντινομίες και λάθη, που αν δεν τα διαπιστώνουμε τώρα θα τα διαπιστώσουμε κάποτε στο μέλλον.
―Ακόμα, όταν μιλάμε στη θεωρία της σχετικότητας για ταχύτητα του φωτός, αφού πρόκειται για κβαντικό γεγονός, δεν λαμβάνουμε υπόψιν ότι αυτό ως καταλυτικο-συνθετικό δεν δικαιούται να έχει ταχύτητα, ούτε καν κίνηση όπως τ’αντιλαμβανόμεθα. Αφού κατά την καταλυτικο-συνθετική πορεία το κβαντικό γεγονός είναι κάθε στιγμή Άλλο-Αλλού (διαφορετικό και όμοιο με τον εαυτό του).
―Η αντικειμενικότητα του απολύτως νευτώνειου διαχωρισμού των συστημάτων, που απορρέει από την αποδοχή του Χώρου ως ξέχωρου απ’τον Χρόνο, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή στον κβαντικό κόσμο. Επίσης, εξ αιτίας της καταλυτικο-συνθετικής φύσης των γεγονότων, ο ντετερμινισμός κι η τυπική λογική δεν μπορούν να λειτουργούν εκεί αξιόπιστα. Στον κόσμο των πραγμάτων, που όλες οι εξελίξεις γίνονται αργά και προσεγγιστικά δεν φαίνεται να παραβιάζεται η καταλυτική-συνθετότητά τους από τον διαχωρισμό και την στατικότητα των ερευνουμένων συστημάτων.
                                                                                                                                                  45
 Στον κόσμο των κβάντα όμως, όπου οι εξελίξεις κι οι αλληλεπιδράσεις είναι ταχύτατες κι ολοφάνερες στο αποτέλεσμά τους, πάνω σε πιο θεμέλιο θα μπορούσε να οριστεί έστω κι ένας προσεγγιστικός αντικειμενικός διαχωρισμός κάποιων συστημάτων που να έχει την αξία και να είναι χρήσιμη στον ντετερμινισμό;  Στον καταλυτικο-συνθετικό κόσμο που θα δεχόμασταν ως κβαντικό, ο διαχωρισμός μπορεί να είναι ευρύτερος και στα ακραία όρια ενός συμβατικά ολοκληρωμένου αντιφατικού συστήματος. Αυτό θα είναι κάτι, που δε θα μπορούμε απόλυτα να το επιλέγουμε εμείς σύμφωνα με της ανάγκες της έρευνάς μας, αλλά θα το υπαγορεύουν τα συμβατικά όρια του αντιφατικού συστήματος. Εκεί το ερευνούμενο θα αντιμετωπίζεται σαν αντιφατική μονάδα ή αντιφατική ταυτότητα, όπου μέσα του θα εξελίσσεται η έρευνα.  Μια έρευνα που θα αφορά εκπομπές-λήψεις μηνυμάτων και συντεταγμένες θέσεων.  Υπ’ αυτή την έννοια, τ’αντίθετα δεν τίθενται το ένα έναντι του άλλου, έχοντας σαφή κι απαραβίαστα όρια μεταξύ τους· αυτά μολονότι διατηρούν μιαν ευκαιριακή ιδιαιτερότητα κι ανεξαρτησία, αλληλοπροεκτείνονται, έτσι που συγχρόνως να μην αφήνουν περιθώριο απαραβίαστο μεταξύ τους, άρα να αναιρούν την ανεξαρτησία, την ευκαιριακή αντικειμενικότητά τους και την ιδιότητά τους ως κλειστό σύστημα. Έτσι τ’αντίθετα συνιστούν ενότητα αντιφατικής φύσης, όπου το ένα απορρίπτει και μάχεται τ’άλλο αλλά συγχρόνως δε μπορεί χωρίς αυτό, αφού είναι η αιτία της ύπαρξής του. Η πιο ριζική αντίφαση είναι αυτή του Ενός και Πολλών, Μεγάλου και Μικρού, Ενότητας και Τετμημένου, όπως το έδειξε ο Ζήνων: Δεν μπορεί να υπάρχει κάτι χωρίς μέγεθος, αν υπάρχει πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο κι απόσταση από κάποιο άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το περιθώριο αναλόγως, αφού κι αυτό πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα κάτι πρέπει να περισσεύει αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Ακόμα δεν μπορεί να υπάρχει κάτι άσχετα από κάτι άλλο. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, πρέπει να είναι συγχρόνως μεγάλα και μικρά. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους.       Ο Ζήνων έτσι δείχνει την αντιφατική σχέση ενότητας και τετμημένου, ενός και πολλών, απείρου και μηδενικού, ακαριαίου κι ακινήτου. Αυτή είναι η αντιφατικότητα γυμνή, δηλαδή η Ύλη ως τέτοια, η Υλικότητα,  (το Εν Δυνάμει Είναι όπου υπάρχουν συγχρόνως όλα τα πρόσωπα και κανένα). Αυτό είναι το Άπειρο του Αναξίμανδρου, ο Αιθέρας του Αναξιμένη και το Αείζωον Πυρ του Ηράκλειτου. Το άπειρο αείζωον πυρ, ο δυναμικός αιθέρας των Μιλησίων δεν είναι τίποτε άλλο απ’το Εν Δυνάμει του Χάιζενμπεργκ. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τον αδρανή αιθέρα των Ευρωπαίων, το οποίοι απερρίφθει από το πείραμα Μίκελσον-Μόρλυ.
46                                                                                                            
        Το αντιφατικό στοιχειώδες του Ζήνωνα δείχνει τον τρόπο και τον βαθμό που τα συστήματα μπορούν να διαθέτουν μιαν αντιφατική και ευκαιριακή αντικειμενικότητα, η οποία όμως ανά πάσα στιγμή αίρεται από την αντιφατικότητά της.   Σε μια τυπική-αντιφατική-ορθολογική διαδικασία, η ταυτότητα ως καταλυτικο-συνθετικό γεγονός διαψεύδει-επαληθεύοντας τον εαυτό του, όντας Αυτό συγχρόνως Άλλο-Αλλού κι εν εξελίξει. Η «αρχή της ταυτότητας» στην αντιφατική αυτή διαδικασία, πρέπει να μετατραπεί στην αρχή της «αντιφατικής ταυτότητας». Η ταυτότητα τότε θα είναι ένα κάποιο γίγνεσθαι, που το εύρος του θα ορίζεται κάθε φορά απ’το είδος της έρευνας. Εκεί η αναλυτική κι η συνθετική λογική διαδικασία συμπίπτει με την καταλυτική-συνθετότητα μέσα στην ίδια την αντιφατική ταυτότητα. Μόνον έτσι μια λογική τυπικότητα θα μπορούσε να πάρει μορφή που ν’αντανακλά τη ζωντανή φύση. Έτσι η πολυσυζητημένη θέση του ηλεκτρονίου θα έπρεπε να υπολογιστεί διαφορετικά: Αφού το ηλεκτρόνιο δεν μπορεί να θεωρείται αντικείμενο που διαθέτει σταθερή ταυτότητα, αλλά βρίσκεται σε κατάσταση καταλυτικής-σύνθετότητας, ως αντιφατική ταυτότητα δεν θα επαλήθευε απόλυτα τον εαυτό του, αφού συγχρόνως θα τον διέψευδε κιόλας, όντας Ταυτό και Διάφορο απ’τον εαυτό του.   Ο προσδιορισμός της θέσης λοιπόν θα έπρεπε να συμπίπτει συγχρόνως με τον προσδιορισμό του ηλεκτρονίου ως Είναι, δηλαδή της δομής αυτού του γεγονότος.  Γι’αυτό θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν οι έννοιες της κίνησης, της ταχύτητας, του χώρου και του χρόνου στις κβαντικές διαδικασίες.  ―Όταν λέμε πως κάτι συνιστά κβαντική ενότητα με κάποιο άλλο, πρέπει παντού και πάντα να θυμόμαστε ότι αυτά με την καταλυτικο-συνθετική τους φύση, συμπίπτουν στο αντιφατικό στοιχειώδες και εν δυνάμει επίπεδο του κόσμου όπως το συνέταξε ο Ζήνων, όπου βρίσκεται η βαθύτερη αιτία της ενότητας των κβαντικών συστημάτων.
        Για να γίνει δυνατός ο υπολογισμός σε μια τέτοια κατάσταση, πρέπει να συσταθούν υποθετικοί πίνακες θέσεων ροής-αντιρροής υπογεγονότων (που θα είναι θέσεις λήψης-εκπομπής μηνυμάτων). Στους πίνακες αυτούς, κάθε κομβική θέση ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, εκπροσωπεί κάποιο γεγονός του οποίου η μετακίνηση θα είναι αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητας που αναφέραμε και θα περιγράφεται πάνω στον πίνακα, ως καταστροφή σε μια θέση κι ανασύσταση σ’άλλη θέση του πίνακα.  Αυτοί οι πίνακες αναγκαστικά πρέπει να είναι υποθετικοί, γιατί δεν θα μπορέσουμε ποτέ να έχουμε πειραματική πρόσβαση στον υποκβαντικό χώρο. Με την χρήση όμως της διαλεκτικής σκέψης,  που ταιριάζει στον κβαντικό κόσμο, οι πίνακες αυτοί θα επιβεβαιώνονται ή θα διαψεύδονται και μετά από κόπους και χρόνο θα γίνει δυνατόν να οργανωθεί η χαρτογράφηση μιας Αντιφατικής Βιο-Γεωμετρίας. Δηλαδή μιας ολοκληρωμένης Διαλεκτικής Λογικής.
                                                                                                                                             47
Θα αναρωτηθεί κανείς τι σχέση μπορεί να έχει όλη αυτή η ακραία φανταστική επιστημολογική πρόταση με τον μαρξισμό, αφού ο μαρξισμός μάλλον στα όρια του νευτώνειου κόσμου βρίσκεται και όχι στα όρια του κβαντικού. Κι επειδή ο νευτώνειος κόσμος υπακούει στην δυναμική ορθολογική αντικειμενικότητα και στον ντετερμινισμό, πολύ σωστά για εκείνη την εποχή οι κοινωνικο-οικονομικές αναλύσεις των βάρδων της μαρξιστικής σκέψης θεώρησαν ως διαλεκτικό υλισμό τη δυναμική ορθολογική αντικειμενικότητα.  Όμως είναι αλήθεια ότι εδώ υπάρχει ένα ερώτημα στο οποίο δεν δόθηκε απάντηση: αυτός ο “διαλεκτικός υλισμός”, ακολουθώντας μια ορθολογική αντίληψη για τη σκέψη, απορρίπτει την αντίφαση ως αναληθή κι όταν την χρησιμοποιεί για λόγους δογματικούς, είναι ολοφάνερο ότι έχει διακοσμητικό χαρακτήρα.   Πριν όμως προχωρήσω στην προσπάθειά μου να αναδείξω και να υπενθυμίσω αυτό το οποίο η λαϊκο-δημοκρατική πρακτική έχει ήδη κατά καιρούς πραγματοποιήσει, θα κάνω μια μικρή αντιφατική διαδρομή στη θεωρία του Χάους η οποία μπορεί να αναδείξει έναν άλλο τρόπο σκέψης για τον σύγχρονο κόσμο.

          Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ

Η αριστοτελική κι η νευτώνεια αντίληψη και λογική δεν ταιριάζει στον κβαντικό κόσμο, αφού η αντικειμενικότητα που είναι το βάθρο στο οποίο πατά ο ορθολογισμός, δεν βοηθά πια τις λογικές διεργασίες.  Φαίνεται λοιπόν ότι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’έναν κόσμο όπου τ’αντικείμενα δεν είναι σαφώς αντικείμενα, αφού δεν έχουν σαφή διαχωρισμό μεταξύ τους, έτσι οι ιδιότητες που παραδοσιακά τους προσδίδουμε, θα πρέπει να ξανακοιταχτούν. Επειδή η ταυτότητα των κβαντικών αντικειμένων, βρίσκεται σε μια συνεχή σχετικιστική, καταλυτικο-συνθετική διαδικασία παρουσιάζοντας αντιφατική φύση, η τυπική λογική εκεί ακυρώνεται. Ακόμα η αντίληψη ότι μπορεί κάτι να συμβεί σ’ένα σύστημα χωρίς να είναι αναγκαίο να συμβεί κάτι στ’άλλα συστήματα δεν λειτουργεί εκεί.
      Έχοντας λοιπόν στο νου το ιδεολογικό περίγραμμα περί της προσωκρατικής σκέψης, της πράξης της μέτρησης και το μοντέλο της αντιφατικής μοναδολογίας που αναφέραμε στο προηγούμενο μέρος αυτής της πραγματείας, ας κάνουμε τον λογικο-φιλοσοφικό περίπατο στο χώρο της Θεωρίας του Χάους.
       Μολονότι έγινε μια λιτή προσέγγιση στην προσωκρατική σκέψη, πρέπει ν’αναφέρουμε τα παράδοξα του Ζήνωνα, σαν μια δεύτερη εισαγωγή. Ο Ζήνων είναι αυτός ο οποίος για πρώτη φορά εισήγαγε τη σκέψη στην αντίληψη κάποιας έννοιας χάους διαφορετικής απ’αυτήν που γίνεται αντιληπτή στις μέρες μας.  Επίσης όρισε και τις βάσεις  μιας διαφορετικής “Αρνητικής Διαλεκτικής” η οποία δρώντας παράληλα καί συμπληρωματικά με τη Διαλεκτική Σκέψη του Ηράκλειτου την ολοκληρώνει. Ας κάνουμε λοιπόν ένα μικρό περίπατο στα παράδοξά του με οδηγό όχι τους δοξογράφους που ήταν κατώτεροι των περιστάσεων αλλά τη διαλεκτική αντιφατικότητα.
48                                                                                                            

                                    ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ
Υπάρχουν μαρτυρίες για τέσσερα παράδοξα της κίνησης που απο-δίδονται στον Ζήνωνα. Για ευκολία θα συνοψίσω τα τρία στην κίνηση του βέλους:
     Α.  Ένα βέλος που εκτοξεύεται, για τα φτάσει στο στόχο πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσον της διαδρομής απ’το τόξο στον στόχο. Όμως πριν απ’αυτό πρέπει να φτάσει στο μισό της μισής διαδρομής κι αυτό επ’άπειρο. Το βέλος λοιπόν “έστηκεν”, έμεινε ακίνητο.
    Β. Ένα βέλος που εκτοξεύεται για να φτάσει στο στόχο, πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσον της διαδρομής απ’το τόξο στο στόχο, μετά στο επόμενο μισό της μισής διαδρομής κι αυτό επ’άπειρον. Το βέλος δε φτάνει ποτέ το στόχο.
      Γ. Ένα βέλος στοχεύει μια χελώνα που προχωρεί, την στιγμή που την πλησιάζει, αυτή πάει λίγο πιο κει κι αυτό επ’άπειρον.  Το βέλος δεν την φτάνει ποτέ τη χελώνα.
      Λέγεται ότι στο τέταρτο παράδοξο του Ζήνωνα υπάρχει κάποια σύγχυση στην παράδοση των διαφόρων κειμένων, ίσως γιατί ποτέ δεν έγινε κατανοητό.  Εγώ θα χρησιμοποιήσω αυτό που αναφέρεται απ’τις εκδόσεις Κάκτος, όπως μας το παραδίδει ο Αριστοτέλης στα Φυσικά Ζ 9 239b 33 Δ.: Όταν σ’ένα στάδιο κινούνται σώματα ίσων όγκων αντιθέτως, άλλα ξεκινώντας απ’το μέσον του σταδίου και κατευθύνονται πρός το τέρμα και άλλα ξεκινώντας από το τέρμα και κατευθύνονται προς την εκκίνηση, (νομίζει ο Ζήνων), πως μολονότι κινούνται με την ίδια ταχύτητα και στον ίδιο χρόνο, τα μεν διανύουν μισή απόσταση από τα δε].
       Θα προσπαθήσω να διερευνήσω το Δ. νοητικό πείραμα από διαφορετικές όψεις, λόγω της πιθανής ασάφειας που προσφέρεται:
     1. Το σώμα που κινείται αντίθετα από το τέρμα προς την εκκίνηση πρέπει να διανύσει διπλάσια απόσταση απ’αυτό που κινείται από το μέσον της διαδρομής προς το τέρμα. Αν τα δύο σώματα κινούνται με την διαδικασία της τομής της πορείας στη μέση, είναι φυσικό να έλθει στιγμή, κατά την οποίαν καί τα δύο θα πλησιάζουν στο σκοπό τους χωρίς να τον επιτυγχάνουν, αφού η απόσταση καί των δύο από τον στόχο θα τείνει προς το μηδέν, αλλά ποτέ δεν θα μηδενίζεται. Θα έχουν λοιπόν διανύσει σχεδόν διπλάσια απόσταση το ένα από το άλλο στο ίδιο χρόνο  και στην ίδια ταχύτητα.  Η διαφορά τους, όσο περνά ο
χρόνος θα λιγοστεύει, αλλά πάντα θα υπάρχει κάποια που θα τείνει κι αυτή προς το μηδέν. (Εδώ έχουμε βηματισμό προς τον απειροστικό λογισμό).
                                                                                                                                   49
     2. Τώρα ας αλλάξουμε λίγο αυτό το νοητικό πείραμα, βάζοντας δύο σώματα ίσου μεγέθους να κινούνται, το ένα απ’την εκκίνηση προς το τέρμα και τ’άλλο απ’το μέσον της διαδρομής προς το τέρμα, με την ίδια ταχύτητα και στον ίδιο χρόνο:  
α. Το σώμα που κινείται από την εκκίνηση προς το τέρμα, έχει να διανύσει πορεία διπλάσια από αυτό που κινείται από το μέσον της διαδρομής προς το τέρμα. Ακολουθώντας τη διαδικασία τομής της πορείας τους στη μέση, συμβαίνει το εξής: Όταν το ένα σώμα τείνει να φτάσει στο τέρμα, συγχρόνως τείνει να φτάσει και το άλλο. Μολονότι είχαν απόσταση μισού σταδίου, το δεύτερο έχει κολλήσει στο πρώτο κι η απόστασή τους τείνει να μηδενιστεί. Τότε μολονότι τα σώματα έχουν μέγεθος, η απόσταση των δύο σωμάτων τείνει να μηδενιστεί, αλλά συμβαίνει το ίδιο και με την απόσταση των δύο σωμάτων από το τέρμα.                                                         .                                                                                    β. Ας δούμε τώρα την κίνηση ενός μοναδικού σώματος πάνω σ’αυτό το ιδιόμορφο στάδιο: Το κινούμενο σώμα έχει μήκος Α―Β (με Α την αρχή του και Β το τέλος του).  Ας υποθέσουμε ότι το σώμα ακολουθεί κι αυτό τη διαδικασία της τομής της πορείας στη μέση. Υπολογίζοντας την απόσταση του σώματος από την αρχή Α, προς το τέρμα και την ίδια στιγμή υπολογίζοντας την απόσταση του σώματος από το τέλος Β προς το τέρμα, κάποια στιγμή το τέλος Β και η αρχή Α του σώματος τείνουν να φτάσουν συγχρόνως στο τέρμα της διαδρομής. Αυτό σημαίνει ότι το σώμα έχει χάσει σχεδόν όλο το μήκος του τείνοντας να μηδενιστεί. Δηλαδή το κινούμενο χάνει μέρος από το μήκος του κατά την διεύθυνση της πορείας του.
     Αν τώρα το μήκος του πορευομένου σώματος υπολογιστεί από την αρχή Α του πορευομένου σώματος προς το τέρμα και συγχρόνως από το τέλος Β του σώματος προς την εκκίνηση, τότε το σώμα διαστέλλεται προς τη διεύθυνση της πορείας του.
     Το παράδοξο αυτό αποδέχεται και η σύγχρονη σχετικιστική επιστήμη: Ο Λόρεντζ έχει αποδείξει μαθηματικά ότι το μέγεθος του κινουμένου μεταβάλλεται κατά την πορεία της κίνησής του, άποψη θεμελιακή για τη θεωρία της σχετικότητας.
Στα παράδοξα ο Ζήνων αναδεικνύει τις αντινομίες της τυπικής λογικής και του ορθολογισμού την οποίαν προσπάθησε να ορίσει ο Παρμενίδης, αλλά που φαίνεται ότι είχαν αποδεχτεί άνευ όρων μεγάλοι διανοητές όπως ο Πυθαγόρας, ο Ξενοφάνης και οι οπαδοί τους. Έτσι προκύπτει ότι ο Ζήνων δεν ήταν φερέφωνο του μεγάλου Παρμενίδη, αλλά ένας αξιόμαχος αντίπαλος-συζητητής και φίλος με τον οποίον ο Παρμενίδης πρέπει να χαιρόταν ένα αιχμηρό διάλογο ευφυούς αντιπαλότητας.  Πέραν τούτου όμως,  ο Ζήνων ήθελε νατονίσει  το ακανθώδες θέμα της σχετικότητας χρόνου και χώρου, το παράδοξο της κίνησης και το παράδοξο της ταχύτητας όπως γίνονται αντιληπτά από τον ορθολογισμό. Όπως φαίνεται είχε αποδεχτεί την ηρακλειτική άποψη, της ύπαρξης των όντων και του κόσμου ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι ροής-αντιρροής υπογεγονότων. Έτσι οι έννοιες του χώρου και του χρόνου δε θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές απ’αυτόν με τον αντικειμενικό τυπικό τρόπο του Παρμενίδη και του Αριστοτέλη, αλλά με αυτόν του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου.

50                                                                                                                                                               Αν ζούσε σήμερα ο Ζήνων θα ισχυρίζετο ότι: ο χώρος κι ο χρόνος καταλυτικο-συνθετικά είναι ένα συνεχές, όπου χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης στοιχειωδών στη συγκεκριμένη θέση πραγματοποίησης του γεγονότος, ενώ χώρος το μήκος κύματος που δημιουργείται από τη ροή των διερχομένων ποσών απ’τη συγκεκριμένη θέση. Το κάθε ον λοιπόν είναι ένα καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι “ροής-αντιρροής” σε θέση, η οποία συνεχώς αλλάζει. Δηλαδή αυτή η σχέση αλλαγής είναι η χωρο-χρονική σχέση “συχνότητας-μήκους κύματος” που συμπίπτει με το Είναι ως Αέναη Κίνηση.   Το βέλος λοιπόν για το οποίο γίνεται αυτή η συζήτηση, ως χωρο-χρονικό, και καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, πρέπει να γίνει αντιληπτό σαν κάτι διαφορετικό από ένα πράγμα. Το βέλος, υπ’ αυτή την έννοια, συνίσταται απ’την ροή-αντιρροή υπογεγονότων των οποίων η συχνότητά είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μικρότερο είναι το μήκος κύματός τους. Επίσης σ’αυτό που καταλύεται-συντιθέμενο, όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού, η ταχύτητα δεν υπάρχει με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει και κατανοούμε.                                                                                                                                         
         Ας συνοψίσουμε:
1.  Το κινούμενο σώμα, σύμφωνα με το πρώτο παράδοξο, θέλει να φύγει αλλά δεν μπορεί. Τείνει να φύγει συγχρόνως επιστρέφοντας. Δηλαδή περιστρέφεται τοπικά γύρω από τον εαυτό του.  Έχει “σπιν”.
2.  Σύμφωνα με το δεύτερο παράδοξο, το σώμα φεύγει αλλά λόγω της τομής της πορείας του στη μέση, εκτρέπεται από την ευθύτητά της ακολουθώντας πορεία κυρτή.
3. Σύμφωνα με το τέταρτο παράδοξο, το μήκος του σώματος αλλάζει κατά τη διεύθυνση της πορείας του. Μικραίνει όταν υπολογίζεται απ’ την εκκίνηση, μεγαλώνει όταν υπολογίζεται από το τέρμα.  
       Σύμφωνα με τις προηγούμενες επισημάνσεις έχουμε ένα σώμα κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά, το οποίο ακολουθεί πορεία κυρτή, έχει “σπιν” και το μήκος του μεταβάλλεται κατά την διάρκεια της κίνησής του. Επιβραδύνεται-επιταχυνόμενο και τη στιγμή της κρούσης είναι μηδενικό και άπειρο, ακίνητο κι ακαριαίο. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι τα κβαντικά αντικείμενα ή γεγονότα, αληθινά δεν μπορούν να αγγίξουν μεταξύ τους, γιατί αγγίζοντας παύουν να είναι Αυτά αλλά καταλύονται-εισερχόμενα στο εν δυνάμει επίπεδο του κόσμου, όντας συγχρόνως ακίνητα και ακαριαία.

                                                                                                                              51
              Μετά από αυτό ας δούμε τα παράδοξα με μιαν άλλη ματιά:
Το βέλος εκτοξεύεται και το μήκος του μεγαλώνει προς τη διεύθυνση της φοράς του. Όταν πλησιάζει τον στόχο, λόγω της τομής της πορείας στη μέση, επιβραδύνεται-επιταχυνόμενο και τη στιγμή που η απόσταση βέλους και στόχου τείνει προς το μηδέν, η χωρο-χρονική σχέση είναι μηδενική και άπειρη.  Έτσι όταν η απόσταση τείνει προς το μηδέν το μήκος του βέλους τείνει προς το άπειρο και το βέλος αγγίζοντας τον στόχο είναι ακίνητο και ακαριαίο. Δηλαδή τόξο, βέλος και στόχος συνιστούν μιαν ενότητα όπου συμβαίνουν τα εξής:  Για ν’αγγίξει το τόξο τον στόχο με το βέλος, το βέλος γίνεται άπειρου μήκους κι η απόσταση μηδενίζεται ή τα τμήματα του βέλους γίνονται άπειρου αριθμού μηδενικού μήκους. Έχουμε άπειρο μέτρο μήκους κύματος και μηδενική συχνότητα ή άπειρη συχνότητα και μηδενικό μέτρο μήκους κύματος (έχουμε το εν δυνάμει Είναι, το αντιφατικό στοιχειώδες του Ζήνωνα).
Ας υποθέσουμε τώρα ότι: το βέλος εκτοξεύεται προς κάποιο στόχο στο διάστημα. Η “πρόθεση” του βέλους είναι να κινείται ευθύγραμμα και ομαλά προς το στόχο.  Οι τμήσεις στο μισό της διαδρομής του όμως, είναι εκτροπές της πορείας του. Αυτό γιατί ο χώρος περιστρέφεται και λόγω της περιστροφής εκτρέπει το βέλος από την ευθύγραμμη πορεία του προς τον στόχο. Το βέλος για να προλάβει την περιστροφή δηλαδή την εκτροπή του από τον στόχο επιταχύνεται, όμως μολονότι η πορεία του κάπως “ευθυγραμμίζεται”, πάντα τείνει να χάνει κάτι.  Για να μπορέσει το βέλος να προλάβει την περιστροφή, πρέπει ν’αποκτήσει ταχύτητα ακαριαία. Το βέλος έχοντας ακαριαία ταχύτητα, υποχρεούται να βρίσκεται παντού και πουθενά, σ’ εκκίνηση και τέρμα,  όντας απείρου και μηδενικού μεγέθους συγχρόνως.
Τώρα ας δούμε το θέμα αλλιώς:  Το βέλος τείνει για το στόχο, αλλά λόγω της περιστροφής του χώρου, εκτρέπεται της πορείας του. Το βέλος λόγω κυρτότητας της πορείας του κάνει κύκλους αναχώρησης-επιστροφής και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα υποχρεούται να γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε. Αν το σύμπαν είναι κλειστό, το βέλος επαληθεύει τη θέση του από την αντίθετη πλευρά της κλείνοντας τον “κύκλο” του. Από αυτήν την όψη ο στόχος είναι ο αντίθετος εαυτός του. Αν το σύμπαν είναι ανοικτό, το βέλος επιστρέφει κάποτε στη θέση που ξεκίνησε αλλά όχι απόλυτα, επαληθεύει-διαψεύδοντας το στόχο, που είναι ο εαυτός. Θέλοντας όμως να επαληθεύσει απόλυτα το στόχο, κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, έτσι που αγγίζει μεν το στόχο αλλά με σταδιακά διαφορετικό ποσοτικό τρόπο κάθε φορά που επανέρχεται. Έτσι η επαλήθευση του στόχου-εαυτού, ξεκινά από ελάχιστη επαλήθευση και μέγιστη διάψευση και περνώντας απ’όλες τις ανάλογες επαληθεύσεις-διαψεύσεις, θα καταλήξει στη μέγιστη επαλήθευση και ελάχιστη διάψευση.       52                                                                                                                                                                 Στη μηδενική διάψευση  και απόλυτη επαλήθευση,  το βέλος δεν χει ακόμα ξεκινήσει, ενώ στην απόλυτη διάψευση και μηδενική επαλήθευση, το βέλος επαληθεύει τον στόχο απόλυτα αλλά σε απόλυτα άλλη θέση, δηλαδή τον διαψεύδει όντας Άλλο. (Οι δύο αυτές θέσεις είναι η ανάμνηση του ακαριαίου και ακίνητου, που τα πάντα περιέχουν μέσα τους). Υπάρχει κλίμακα αναχωρήσεων-επιστροφών όπου το μέτρο της επαλήθευσης είναι αντιστρόφως ανάλογο προς το μέτρο της διάψευσης πάντοτε.
Συνοπτικά: Το βέλος φεύγει-επιστρέφοντας κάνοντας έτσι απεριόριστους “κόμβους” επαλήθευσης-διάψευσης, έως ότου συναντήσει το στόχο από τη σωστή πλευρά και το τόξο από την αντίθετη.  Τότε τόξο, βέλος και στόχος συνιστούν μιαν ενότητα, όπου η ταχύτητα του βέλους είναι ακαριαία και μηδενική και το μήκος του βέλους μηδενικό και άπειρο. Αυτή είναι η διαδικασία της Κίνησης ως Γίγνεσθαι, όπως θα γινόταν αποδεκτή απ’την ηρακλειτική σκέψη σήμερα. Θα ήταν μια συνάρτηση κυματιακής φύσης, στην οποία η αλλαγή της θέσης θα ήταν αποτέλεσμα καταλυτικής-συνθετότητας του κινουμένου. Η συνεκτικότητα του βέλους όντας πάντα ρευστή, θα τεμαχίζετο συ-νεχώς κατά την κίνηση σε μικρά τμήματα, τα οποία τη στιγμή της κρούσης θα είναι άπειρα και μηδενικά (γυρίζοντας στο αξίωμα του Ζήνωνα όπου τείνοντας κάτι σε τμήματα μηδενικού μεγέθους, αυτά τείνουν συγχρόνως προς το άπειρο).
[Οι προσθήκες που έκανα στο τέταρτο παράδοξο του Ζήνωνα, δεν είναι απόλυτα αυθαίρετες, αφού στις διάφορες εκδοχές, χωρίς να διευκρινίζεται τίθεται ως όρος και το μέγεθος των κινουμένων. Έτσι τόλμησα να “παίξω” χρησιμοποιώντας τη σκέψη του Ζήνωνα με μεγέθη και αποστάσεις].
                         Η “ΘΕΩΡΙΑ” ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ
Μετά τις προηγούμενες διευκρινίσεις ο αναγνώστης έχοντάς τις κατά νου, θα μπορέσει να εκτιμήσει τις προτάσεις για τη Θεωρία του Χάους κι από μιαν άλλη οπτική γωνία.
      Τονίζω επίσης ότι η Θεωρία του Χάους, όπως ορίζεται, είναι μια προσεγγιστική μέτρηση που θέλει να υπερβεί το ύψος των δυνατοτήτων της. Πατά σε ελλιπείς βάσεις και υποπίπτει σε διγλωσσία.  Επίσης δεν γνωρίζει το βάθος του πηγαδιού μέσα στο οποίο έχει πέσει.  Όπως το γεωκεντρικό κοσμολογικό μοντέλο του Πτολεμαίου, έχοντας παραμερίσει το ηλιοκεντρικό σύστημα του Αρίσταρχου και βλέποντας τον κόσμο ανάποδα, έδινε κάποια προσεγγιστικά, αλλά χρήσιμα αποτελέσματα για τις θέσεις των αστέρων.
      Οι κοσμολογικές αντιλήψεις στις οποίες βασίζεται η Θεωρία του Χάους είναι αντίθετες από την πραγματικότητα, γι’αυτό μας εκπλήσσουν τα αποτελέσματα των περιγραφών της. Ακόμα κι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ως όργανο έρευνας, είναι θαυμάσιος για δυναμικά αντικειμενικά ορθολογικά συστήματα, αλλά ανεπαρκής για το προσωκρατικό  διαλεκτικό  καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι,  που συμφωνεί με την πραγματικότητα.
                                                                                                          53
      Νομίζω ότι η επιστήμη μας είναι ακόμα πολύ μακριά από το να μπορεί να οραματίζεται άθλους τέτοιους, που όμως οι βάσεις τους ετέθησαν πριν 25 αιώνες. Έτσι οι επιστήμονες με σεβασμό και επιμέλεια πρέπει να σκύψουν πάλι στα κείμενα των προπατόρων τους προσωκρατικών, οργανώνοντας εξαρχής τον επιστημονικό τρόπο σκέπτεσθαι. Ίσως τότε ξανακερδίσουμε το χαμένο χρόνο που αιτία είχε τη χριστιανική πυρά το 400 μ.Χ.
                        Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥΑΝΚΑΡΕ
Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Πουανκαρέ διαπίστωσε ότι δεν μπορεί να υπολογιστεί απόλυτα η τροχιά κάποιου ουρανίου σώματος, όταν ο υπολογισμός λαμβάνει υπ’όψιν την επίδραση άλλων δύο τουλάχιστον ουρανίων σωμάτων. Το πρόβλημα λοιπόν εδώ τίθεται ως θέμα χαρτογραφικής καταγραφής της πορείας τους.   
      Στον αληθινό κόσμο όμως και όχι σε αυτόν των διαγραμμάτων, οι τροχιές των ουρανίων σωμάτων είναι αποτέλεσμα καταλυτικο-συνθετικής αλληλεπίδρασης της ίδιας της δομής κάθε στοιχειώδους των σωμάτων με όλο το σύμπαν. Επίσης σύμφωνα με ό,τι συνάγουμε από τον Ζήνωνα, ο Χώρος, ο Χρόνος, το Είναι και το Γίγνεσθαι, συνιστούν μιαν ενότητα κατά την οποία, ως έσχατο υπόβαθρο έχουν το αντιφατικό στοιχειώδες, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι: [Δεν υπάρχει κάτι χωρίς μέγεθος, αν υπάρχει πρέπει να έχει και μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση το ένα από το άλλο. Το ίδιο ισχύει  και για το περιθώριο, αναλόγως.  Γιατί κι αυτό θα έχει μέγεθος και πάντα θα περισσεύει κάτι αναλόγως.  Θα το πω μια για πάντα. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Ακόμα δεν μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του, άσχετα από κάτι άλλο. Έτσι, αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μεγάλα και μικρά. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος και τόσο μεγάλα ώστε να είναι απείρου μεγέθους].
      Ερμηνεύοντας και αναπτύσσοντας την άποψη αυτή του Ζήνωνα σε συνδυασμό με τις απόψεις του Ηράκλειτου, καταλήγουμε στη διαμόρφωση του “αντιφατικού μοναδολογικού συστήματος” (που αναφέραμε σε προηγούμενο μέρος της εργασίας), όπου ο έσχατος χωρό-χρονος, πάλλεται ακαριαία.  Ο ακαριαίος αυτός παλμός, όταν η εξελικτική πορεία του κόσμου έχει προχωρήσει, μετατρέπεται σε παράκεντρο παλμικό κραδασμό. Έτσι τα πάντα περιέχουν μέσα τους αυτό τον κραδασμό ως ανάμνηση του εσχάτου χωροχρονικού καταλυτικο-συνθετικού αντιφατικού στοιχειώδους. Ακόμα κατά την αντιφατική, διαδικασία το αντίθετο σε κάποιο συγκεκριμένο Ένα δεν μπορεί να είναι το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια και  διαδοχικά  διαφοροποιούμενα,  που περιέχοντας

54                                                                                                             

και τον ίδιο τον εαυτό, υπ’ ορισμένες συνθήκες συνιστούν αυτό που μπορεί να παίξει μια συγκεκριμένη στιγμή το Μείον Ένα. Η αντίληψη λοιπόν περί του καταλυτικο-συνθετικού αντιθέτου, μαζί με τον παράκεντρο κραδασμό του, δείχνει ότι δεν υπάρχει κανένας απόλυτα προσδιορίσιμος όρος και από κει και πέρα δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτος προσδιορισμός σε τίποτα. Αφού όσο κι αν προσδιοριστούν οι παράμετροι του αντιφατικού δυναμικού συστήματος, ο ζωντανός κόσμος περιέχει ανά πάσα στιγμή το στοιχείο του ανεπανάληπτου. Αυτός όμως ο κραδασμός των αντιφατικών δυναμικών συστημάτων, σε συγκεκριμένες πια περιπτώσεις δεν είναι τελείως απροσδιόριστος. Γιατί αν αναλυθεί, εί-ναι το σύνολο των αντίδρομων ρευμάτων που συνιστούν το γίγνεσθαι του αντιφατικού δυναμικού συστήματος, ως αντιθέτου μέσα στην αντίφαση. Από πρώτη όψη, αυτά τα δυναμικά συστήματα μπορεί να φαίνονται χαοτικά παρουσιάζοντας αδυναμία σαφούς προσδιορισμού· αν όμως ληφθεί υπόψιν ότι στην αληθινή φύση είναι αντιφατικά, αυτά μολονότι γίνονται ακόμα πιο πολυδιάστατα, αναφαίνεται μέσα τους η έννοια του κλειστού συστήματος με αντιφατική μορφή. Τ’αντιφατικά συστήματα έχουν το χαρακτήρα του αντιφατικού απείρου, το οποίο ως καταλυτικο-συνθετικό, είναι άπειρο-πεπερασμένο κι έτσι ανοικτό-κλειστό. Η έρευνα λοιπόν θα μπορεί να ορίζεται μ’ένα μικρό σύνδρομο αοριστίας σε μικρά συμβατικά εν δυνάμει και ολοκληρωμένα συστήματα, παραβλέποντας ότι στο βάθος τους, ως αντιφατικά, είναι ανοικτά κρύβοντας την παγκόσμια ενότητα, αφού κοινωνούν του εσχάτου αντιφατικού στοιχειώδους όπως το περιέγραψε ο Ζήνων.
       Επειδή οι μετρήσεις κι οι περιγραφές σωμάτων και γεγονότων πρέπει στη σύγχρονη επιστήμη να είναι σωματιδιακο-κυματιακές, που έτσι να περιλαμβάνουν και την ίδια τη δομή των μετρουμένων και επειδή τα δυναμικά συστήματα που συνθέτουν είναι καταλυτικο-συνθετικά και απύθμενα αντιφατικά, ένα πλήρες σύστημα μπορεί να περιέχει ένα κάποιο στιγμιαίο πρόσωπο του όλου το οποίο τείνει για το άπειρο. Έτσι οι μετρήσεις που απαιτούνται σ’αυτό το είδος, με τον τρόπο που γίνονται σήμερα, που προσπαθώντας να περιγράψουν το αντιφατικό γίγνεσθαι της φύσης τυπικά κι ορθολογικά, είναι πολύ εκτός πραγματικότητας.
    Το πρόβλημα πρέπει να τεθεί σ’άλλη βάση: Το κινούμενο ουράνιο σώμα, του οποίου η τροχιά υπολογίζεται σε συνάρτηση με άλλες τροχιές του Ηλιακού συστήματος, συνιστά με τ’άλλα μια καταλυτικο-συνθετική αντιφατική δυναμική ενότητα. Σύμφωνα μ’αυτήν ο υπολο-γισμός της τροχιάς του σώματος σε σχέση με δύο άλλα σώματα του Ηλιακού συστήματος περιέχει ανεπαρκή στοιχεία. Το δυναμικό σύστημα που συνιστούν για να είναι πλήρες και σύμφωνο με την πραγματικότητα, κατεβαίνοντας στο έσχατο επίπεδο του Ζήνωνα, πρέπει να αλληλεπιδρά με όλο το σύμπαν. Οι επιστημονικές δυνατότητές μας λοιπόν ακόμα υπολείπονται για τέτοιους άθλους. Για να υπολογιστούν

                                                                                                            55
κινήσεις τέτοιας ακρίβειας, προϋποτίθεται η ύπαρξη καταλυτικο-συνθετικων πινάκων, σαν αυτούς που προτείνονται κατά την ανάπτυξη της “Αντιφατικής Μοναδολογίας και Οικουμενικής Βιοχαρτογραφίας” για την καταλυτικο-συνθετική “Αντιφατική Ταυτότητα” όπως ετέθει στο μέρος περί Αντιφατικής Μοναδολογίας. Αλλά ακόμα και τότε πρέπει να κυριαρχεί η αντιφατικο-διαλεκτική σεμνότητα, κατά την οποία τίποτα απόλυτο δεν μπορεί να υπάρξει, αφού όλα βρίσκονται σε συνεχή αλλαγή.

Το ίδιο ισχύει και με την περίπτωση του Λόρενζ: Όχι μόνον οι ασήμαντες διαταραχές σ’ένα δυναμικό σύστημα μπορούν να γίνουν δυσανάλογα τεράστιες στην εξέλιξή τους, αλλά κάθε στιγμή, ένα αληθινό δυναμικό σύστημα της φύσης πρέπει να δίνει συνεχώς διαφορετικές μετρήσεις, γιατί όντας πάντα εν εξελίξει είναι πάντα σχετικά διαφορετικά. Αυτό στον Νευτώνειο κόσμο δεν θα μπορούσε να φανεί· όμως κατά τις σύγχρονες αλλά ακόμα περισσότερο κατά τις μελλοντικές μετρήσεις και περιγραφές, για πάρα πολλούς λόγους, θα παίρνει μέρος και η ίδια η καταλυτικο-συνθετική η δομή του μετρουμένου. Στις μελλοντικές μετρήσεις, όταν θα είμαστε σε θέση να τις κάνουμε ολοκληρωμένα, όσο μεγάλο και αν είναι το σώμα, θα παίρνει μέρος με την ίδια τη διαδικασία καταλυτικής-συνθετότητάς του, που είναι κβαντική. Έτσι που τίποτα, δεν θα μπορεί ποτέ να είναι “ταυτόν με τον εαυτό του”, όντας συνεχώς άλλο σχετικά όμοιο με τον εαυτό του.
Το φαινόμενο της πεταλούδας: Αυτό βέβαια είναι ένα νοητικό πείραμα απ’το οποίο λείπουν πολλά δεδομένα. Η ορθολογική περιγραφή κι ανάπτυξη αυτού του δυναμικού συστήματος, βλέπει την πορεία του προς μία κατεύθυνση, αλλά όχι συγχρόνως κι αντίθετα. Έτσι βλέπουμε μόνο την διάσταση της δυναμικής “αναχώρησης” των στοιχείων του και όχι την πολυδιάστατη διαδικασία και της “επιστροφής” των αντιθέτων τους, όπως τα περιγράψαμε καταλυτικο-συνθετικά. Έτσι η τυπική περιγραφή, του πετάγματος της πεταλούδας, δε λαμβάνει υπόψιν την αντίδρομη περιοριστική δυναμική στο ολοκληρωμένο αντιφατικά σύστημα, που είναι η πραγματικότητα. Αυτή συνιστώντας αντίφαση, βάζει όρια στην αχαλίνωτη και χαοτική ανάπτυξη του φανταστικού τυπικού-ορθολογικού δυναμικού συστήματος. Αυτό θα πει ότι υπάρχει μια τεράστια σειρά αντιφατικών παραμέτρων που μας διαφεύγουν για να μπορεί μια τέτοια περιγραφή να είναι ακριβής. Παράμέτροι οι οποίοι περιορίζουν τον αχαλίνωτο καλπασμό των χαοτικών περιγραφών.                                                                      .
Συμπέρασμα: Μπορεί το πέταγμα της πεταλούδας να συμμετέχει σε κάποιο μηδαμινό βαθμό στις αλλαγές φυσικών συστημάτων, όπως όλο το γίγνεσθαι της συμμετοχής των όποιων “αμελητέων” παραγόντων, αλλά δεν μπορεί με τίποτα να φέρει καταιγίδα από μόνο
56                                                                                                            
του. Ούτε μπορεί ποτέ να θεωρηθεί κάποια απειροστικά απομακρυσμένη και ασήμαντη διαταραχή, αιτία εν δυνάμει καταστροφής του κόσμου.  Αυτό δείχνει ότι ο ορθολογισμός που είναι κατ’ έξοχήν όργανο καθημερινότητας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ακραίες κι οριακές καταστάσεις ή περιγραφές υψηλών απαιτήσεων, γιατί οδηγεί τον ευφυή σε ανοησίες και υπερβολές.    Η αληθινή φύση λοιπόν μιλάει μιαν αντιφατική γλώσσα, η οποία έχει κανόνες που μπορούν να περιγράψουν την καταλυτικο-συνθετική διαλεκτική της απροσδιοριστία.
Ο ελκιστής: Ο όρος ελκιστής παραπλανά αφού δεν υπάρχει κάτι που έλκει, δημιουργώντας έτσι νέφος μυστικισμού. Το αποτέλεσμα του δυναμικού συστήματος είναι ένα γεγονότος που εξαρτάται απ’ τους όρους λειτουργίας του, οι οποίοι μπορεί να υπάρχουν με δύο τρόπους:   Α. Ο ένας είναι το δυναμικό σύστημα το οποίο υπακούει στον ορθολογισμό. Αυτό αποδέχεται ότι η λογικογλωσσική του σύνταξη έχει στο βάθος της μια σειρά από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη που αλληλεπιδρώντας τη συνιστούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους. Αυτή η λογικογλωσσική του σύνταξη συνίσταται από απόλυτους όρους γεννώντας ένα κλειστό σύστημα. Έτσι λειτουργώντας, από κάποια στιγμή και μετά, το σύστημα αυτό αρχίζει να επαναλαμβάνει επ’άπειρον τον εαυτό του.  Δηλαδή από την στιγμή που ετέθησαν οι όροι λειτουργίας του, όλη η εξέλιξή του είναι προδιαγεγραμμένη τελεολογικά, έχοντας εξαρχής μια σειρά από συνθετικά πρότυπα του τέλους, τα οποία περιμένουν εκ των προτέρων να πραγματοποιηθούν.  Ο κλειστός αυτός κόσμος, που έχει εκ των προτέρων συγκεκριμένα όρια λειτουργίας, δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει έναν κόσμο ιδεών που υπάρχει από πριν, περιμένοντας να πραγματοποιηθεί μέσα από τη λειτουργία του λογικογλωσσικού αυτού νοητικού συστήματος. Δηλαδή αυτός ο Αντικειμενικός-Αντιθετικός Ορθολογικός τρόπος προϋποθέτει ένα Φαινομενικό Γίγνεσθαι.
Β. Ο άλλος είναι καταλυτικό-συνθετικό-αντιφατικό δυναμικό λογικο-γλωσσικό σύστημα που προϋποθέτει η λογικογλωσσική του σύνταξη να συνίσταται από αντιφατικά στοιχειώδη, έχοντας κορμό την αντιφατικότητα με τον τρόπο που επεξεργαστήκαμε στην πραγματεία περί του αντιφατικού ορθολογισμού. Στην αντιφατική λογικο-γλωσσική σύνταξη τ’αντίθετα αλληλεπιδρούν χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Στο γλωσσικό αυτό σύστημα, τα αντιφατικά στοιχειώδη που το συνιστούν, περιέχουν καθένα τους εν δυνάμει το Όλον μ’ένα δικό του τρόπο, που είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου όπως έχει εξελιχθεί ως τη μορφοποίηση αυτού του γεγονότος.     Ο τρόπος αυτός παραδόξως είναι κι ο αρχαιότερος λογικός κορμός αποδοχής του κόσμου που απορρέει απ’ το τραγικό πνεύμα, το διθυραμβικό. Το πνεύμα αυτό ορίζεται ολοκληρωμένα από τις προτάσεις του Αναξίμανδρου, τη Διαλεκτική (τον Λόγο) του Ηράκλειτου και τις επισημάνσεις της Αρνητικής Διαλεκτικής του Ζήνωνα, για τα οποία μιλήσαμε σε προηγούμενα μέρη.

                                                                                                           57

   Η έννοια λοιπόν του “ελκιστή” φαινομενικά ταιριάζει με την ορθολογική λογικογλωσσική σύνταξη, αφού προϋποθέτει ότι τα συνθετικά πρότυπα του τέλους, αυτού του δυναμικού συστήματος, όντας απόλυτα συγκεκριμένα, βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί απ’τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του ως κλειστού-προδιαγεγραμμένου. Δηλαδή περιμένουν (έλκουν) την εκ των προτέρων γεγραμμένη πραγματοποίησή τους.  Αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με τη θεωρία της χαοτικής απροσδιοριστίας, αλλά με τον απόλυτο προσδιορισμό του ντετερμινισμού. Αντίθετα στο δυναμικό σύστημα της αντιφατικής λογικογλωσσικής σύνταξης, όπου μια Διαλεκτικά “συντεταγμένη” απροσδιοριστία είναι δεκτή, δεν ταιριάζει η έννοια του “ελκιστή”. Εκεί ταιριάζει η καταλυτικο-συνθετική ώθηση του γίγνεσθαι, που όντας συνεχώς εν εξελίξει κι έχοντας ανά πάσα στιγμή το στοιχείο του ανεπανάληπτου και της μοναδικότητας, περιέχει μέσα της και το στοιχείο ενός αστάθμητου συντεταγμένου και όχι χαοτικού.
      Και τελικά ο όρος του “Χάους” είναι φαντασμαγορικός και υπερβολικός, αφού η έννοια που καλύπτει δεν είναι άλλη από την γνωστή μας “απροσδιοριστία” μέτρησης και περιγραφής, η οποία έχει ήδη εκφραστεί γενικά σε κάποιες ιδιότητες των κυματισμών της κλασικής φυσικής και ειδικά στον προσδιορισμό των συζυγών ιδιοτήτων κβαντικών αντικειμένων.
      Στα ουράνια σώματα βέβαια παρουσιάζεται σαν κάτι νέο. Όμως πρέπει να αντιληφθούμε ότι όπου υπάρχουν κυματοσυναρτήσεις και φάσματα, ακόμα κι αν τα σώματα φαίνονται συμπαγή και μεγάλα, πρέπει στις μετρήσεις τους και στους περιορισμούς τους χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε να συμμετέχει και η καταλυτικο-συνθετική δομή των σωμάτων, κάτι που τα εντάσσει στον κβαντικό κόσμο όπου συμβαίνουν κάποιου είδους απροσδιοριστίες.
  Η μαγεία των ορθολογικών μαθηματικών φορμαλισμών που ακολουθεί όλη αυτή την προσπάθεια των προσδιορισμών δεν πρέπει να παρασύρει τον διανοητή.  Η φύση είναι περισσότερο δημοκρατική απ’ότι νομίζουμε και μπορεί να εκφράζεται με πάρα πολύ κομψούς αλλά συγχρόνως παράκεντρους και πολυδάπανους νοητικά τρόπους. Όταν βρεθεί ο πιο άμεσος τρόπος προσέγγισης και προσδιορισμού αυτών των φαινομένων, θα αναγκαστούμε με πολύ λύπη να εγκαταλείψουμε τους μαθηματικούς φορμαλισμούς αυτούς,  που μας έδωσαν τόσο μεγάλη διανοητική ηδονή.
   Βέβαια όσο ψηλά και αν ανέβει το επίπεδο των προσδιορισμών και των μετρήσεων μας, θα υπάρχει πάντα μια διαλεκτική απροσδιοριστία αφού κάθε τι στον κόσμο μας καταλύεται-συντιθέμενο όντας Άλλο-Αλλού, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα το αληθινό γίγνεσθαι του Αναξίμανδρου κι όχι το φαινομενικό του Χέγκελ και του Παρμενίδη.
58                                                                                                            
Η αντιφατική απροσδιοριστία του ηρακλειτικού Λόγου, συμπίπτει με την διαλεκτική σεμνότητα, όπου κάθε απόλυτο αιώνιο κι αναλλοίωτο είναι υβριστικό και ανύπαρκτο, γιατί ο κόσμος μας ως καταλυτικο-συνθετικός, είναι σε συνεχή αλλαγή, δηλαδή Είναι-Μη Όντας.
Από όσα διαβάζουμε για τη Θεωρία του Χάους, αυτή συνίσταται από στοιχεία που φαίνονται ασύμβατα μεταξύ τους, αλλά κι η βασική σύλληψη αυτής της θεωρίας, δείχνει πρόχειρη σε βαθμό που να μη μπορεί ακόμα να είναι μια αληθινή θεωρία.
      Αυτή η θεωρία αναφέρεται στον υπολογισμό δυναμικών συστημάτων τα οποία γίνονται αποδεχτά με όρους ορθολογικούς, κάτι που είναι ασυμβίβαστο για τους χώρους που αποτείνεται.  Ακόμα οι πίνακες καταγραφής του εξελικτικού γίγνεσθαι αυτών των δυναμικών συστημάτων, είναι πτωχός σε δεδομένα για να έχει αδιάβλητα αποτελέσματα.   Το αποτέλεσμα λοιπόν της απροσδιοριστίας που αναφαίνεται στους υπολογισμούς αυτών των δυναμικών διαδικασιών, είναι τέτοιο γιατί δεν λαμβάνει υπόψιν ένα τεράστιο ποσό κρυφών παραμέτρων και μεταβλητών, οι οποίες σύμφωνα με το σκεπτικό μιας νεοηρακλειτικής και νεοζηνώνιας διαλεκτικής αντίληψης για τον κόσμο πρέπει να διαφεύγουν. Ακόμα σύμφωνα με αυτή τη διαλεκτική ο ορθολογικός τρόπος αντίληψης περί κόσμου πρέπει να είναι ασύμβατος.
      Αν η επιστήμη επιθυμεί να απομακρυνθεί απ’ το αρνητικό σύνδρομο της ορθολογικής στατιστικής προσέγγισης και να έχει πλέον ακριβέστερα αποτελέσματα μετρήσεων, πρέπει κατ’ αρχήν να δει τον κόσμο όπως είναι, δηλαδή ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Εκεί κάθε γεγονός θα συνίσταται από τη ροή-αντιρροή άλλων στοιχειωδών τα οποία με τη σειρά τους έχουν την ίδια τύχη. Δηλαδή συνίστανται κι αυτά από άλλα μικρότερα στοιχειώδη βαθύτερου επιπέδου και αυτό απ’ άπειρον, φτάνοντας τελικά με τον τρόπο αυτό σε ένα έσχατο καταλυτικο-συνθετικό επίπεδο του κόσμου, όπως έχει οριστεί από τον Ζήνωνα. Δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι, την Αντιφατικότητα Γυμνή, την Υλικότητα Καθαυτή.
      Σύμφωνα μ’αυτή την αντίληψη περί κόσμου, ένα δυναμικό σύστημα για να είναι πλήρες, πρέπει να έχει οριστεί όλο το φάσμα της αντιφατικότητάς του και των στοιχειωδών του.  Όμως με τον τρόπο που γίνονται σήμερα οι μετρήσεις σ’αυτό το γίγνεσθαι, είναι αδύνατον, αφού καί οι στατιστικοί πίνακες αλλά καί η δομική τους γεωμετρικότητα πρέπει να αλλάξουν. Ακόμα επειδή οι όροι και τα στοιχειώδη αυτού του συστήματος λόγω της συνεχούς αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον και κατά προέκταση με το σύμπαν αλλάζουν, τίποτα δεν μπορεί να υπολογιστεί απόλυτα. Αν λοιπόν λάβουμε υπ’ όψιν το δεδομένο της εξαιρετικής ευαισθησίας και της εξάρτησης αυτών των δυναμικών συστημάτων κατά τις αρχικές συνθήκες σύστασής τους, ουσιαστικά μια ακριβής μέτρηση ή ακόμα μια ακριβής επανάληψη μέτρησης  δεν μπορεί  να υπάρξει.   Όλα ταμετρούμενα γεγονότα για τους λόγους που ανέφερα, δηλαδή αφού καταλύονται-συντιθέμενα και συνεχώς Είναι-ΜηΌντας, έχουν στοιχεία που τους δίνουν έναν υπερβολικά μεγάλο χαρακτήρα μοναδικότητας που δυσκολεύει τη μέτρηση. Τα πάντα λοιπόν είναι ένα συνεχές γίγνεσθαι όπου η μοναδική “σταθερά” που έχουμε είναι ο μηχανισμός της αστάθειας ή της αντιφατικότητας αυτού του γίγνεσθαι. Έτσι το πρώτο βήμα για να λυθεί αυτό το πρόβλημα είναι ο ορισμός της αντιφατικότητας, δηλαδή μια ανάλυση ή μια ανατομία της αντίφασης, η οποία αντίφαση είναι ο μοναδικός σταθερός χαρακτήρας του Είναι, όπως αυτή την οποία προσπάθησα να δώσω. Και βέβαια μολονότι η περιγραφή μου είναι πολύ πρωτόγονη, είναι ένα πρώτο βήμα. Έκανα παραπατώντας κάποια βήματα κι απομακρύνθηκα από τα κλαδιά κι αυτή μου η πράξη έχει ήδη δεχτεί τη χλεύη των διακεκριμένων αλλά και των αδαών.
                                                                                                                                       59
 Επίσης επισημαίνω ότι η προσθεσιμότητα κι η διαιρετότητα που χρησιμοποιεί ο Ζήνων στα παράδοξά του, είναι βασικό στοιχείο και των «φράγκταλς» στη θεωρία του Χάους. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ασυμβατότητα του ορθολογισμού σε τέτοιες καταστάσεις.  Τα φυσικά φράγκταλς δεν μπορεί παρά στο βάθος της ομοιότητάς τους να κρύβουν μ’ ένα δικό τους τρόπο το στοιχείο της μοναδικότητας που είναι μια κρυφή δυναμική μιας ασυμμετρίας, η οποία αποτείνεται στο χαρακτήρα του αληθώς απειροστικού των όντων και ο οποίος είναι αντιφατικός-καταλυτικο-συνθετικός.
      Μετά απ’τις προηγούμενες επισημάνσεις, ας ξαναδούμε το όραμα του μαρξισμού μέσα από τον νέο κόσμο.  Ο αντικειμενικός ορθολογισμός κι ο ντετερμινισμός, οι μπίλιες του δόκτορος Χιούμ, τα ατσαλένια έμβολα, ο ατμός, το ντίζελ, οι τροχοί, τα γρανάζια κ.λπ. μολονότι θα παίζουν μεγάλο ρόλο για αρκετό καιρό στον κόσμο μας, έχουν αρχίσει να δύουν. Ζούμε την εποχή των ηλεκτρονικών ενεργειακών ροών-αντιρροών, των μηκών κυμάτων, των συχνοτήτων κ.λπ. Ζούμε στην εποχή του ανώτατου επιπέδου του ιμπεριαλισμού και της παγκοσμιοποίησης. Οι περιγραφές των κλασικών του μαρξισμού είναι πνιγμένες στο πέλαγος του αναχρονισμού. Πρέπει να αποκαθάρουμε από τις αντιλήψεις μας ότι είναι πλέον άχρηστο και να ανδείξουμε ότι μπορεί ακόμα να τεθεί ως βάση για μια νέα πορεία.. Όμως σαν αρχή πρέπει να δούμε ξανά τι είναι ο διαλεκτικός υλισμός και να τον διαχωρίσουμε από τον δυναμικό ορθολογισμό. Όπως είδαμε η αναγκαστική και γρήγορη ανάπτυξη παραμέρισε το προλεταριάτο από την εξουσία και δημιούργησε γραφειοτεχνολογικές τάξεις μέσα στους κόλπους του σοσιαλισμού μετατρέποντας τον σοσιαλισμό σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό κι εν συνεχεία σε κλασικό καπιταλισμό. Στα προηγούμενα μέρη του έργου προσπάθησα πατώντας στην αντιφατικότητα του Είναι, να αναδείξω από την παλιά διαλεκτική μια νέα. Στη συνέχεια θα ανασύρω τα αντιφατικά στοιχεία του μαρξισμού για μιαν αντιφατική ιδεολογοκή ανασυγκρότηση του σοσιαλισμού.
60                                                                                                            
                                                         ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ
Μολονότι υπάρχουν λίγοι αναγνώστες που έχουν την υπομονή και το σθένος να ανατρέξουν διαλογικά όλο το Κεφάλαιο του Μαρξ, ασκεί στους μαρξιστές μια ιδεολογική και ψυχολογική επίδραση η οποία είναι πολλές φορές υπερβολική κι αδικαιολόγητη, έτσι κανείς δεν τόλμησε να κρίνει πόσο διαλεκτικό είναι.  Είμαι κι εγώ ένας από αυτούς, που για λόγους κοινωνικο-ιδεολογικούς, δηλαδή από αποστροφή στην κατάφωρη κοινωνική αδικία που βίωνε ο λαός μας, είχα από νέος αποδεχθεί τον "μαρξισμό" χωρίς να έχω μελετήσει το "Κεφάλαιο", αλλά όπως οι περισσότεροι μαρξιστές, είχα τμηματικά διαβάσει κάποια θεωρούμενα σημαντικά του μέρη.  Βέβαια όπως η Αγία Γραφή, είναι ένα κείμενο που δεν έχουν διαβάσει οι περισσότεροι χριστιανοί, αλλά γνωρίζουν κάποια σημαντικά μέρη από τη διδασκαλία στην εκκλησία και τις θεολογικές συζητήσεις, έτσι το Κεφάλαιο αλλά και άλλα μαρξιστικά κείμενα έχουν περάσει στη συνείδηση των αριστερών απ’ τις αέναες συζητήσεις, που όμως αρκετές από αυτές απέχουν αληθινά από τον μαρξισμό. Ο Μαρξισμός έχει γίνει Στάση Ζωής των αριστερών, οι οποίοι τις πιο πολλές φορές έχουν διαμορφώσει στη συνείδησή τους έναν κάπως διαφορετικό μαρξισμό από τους "συντρόφους" τους.   Αυτό μολονότι παρακινδυνευμένο, γεννά μια δυναμική που παρασύρει στους κόλπους της αριστεράς πολύ περισσότερες μάζες που αναζητούν κοινωνική δικαιοσύνη. Οι περισσότεροι αγωνιστές που έχασαν τη ζωή τους στους αγώνες της αριστεράς για δικαιοσύνη είναι σίγουρο ότι ήξεραν απ’ το Κεφάλαιο κάποιες βασικές ατάκες.        
       Μου έλεγε ο ασπριτζής της γειτονιάς μας όταν ήμουν πιτσιρικάς: Για να μην σε μπλέκουν οι χαρτογιακάδες με τις παρόλες τους, εσύ δεν θα ξεχνάς ποτέ ότι, από τη στιγμή που πατάει ο εργάτης το ποδάρι του στο εργοστάσιο αρχινάει να χτυπάει η Υπεραξία για χάρη του αφεντικού. ―Και τι είναι η υπεραξία Μαστρολάμπρο; ―Είναι η απλήρωτη δουλειά που κλέβει το αφεντικό από τον εργάτη.
Όταν άρχισα να ξαναδιαβάζω το Κεφάλαιο με μεγαλύτερη επιμέλεια, διαπίστωνα συνεχώς ότι αυτό το έργο είναι ένα επιστημονικό πόνημα το οποίο θέλει να δείξει ότι όλες οι δομές της κοινωνίας μας υπόκειν-ται σε συνεχή αλλαγή ή ακόμα κι όπου δεν αναφαίνεται άμεσα υπο-φώσκει στις δομές της. Αυτό είναι μια αντικειμενική ανάλυση του κοινωνικού γίγνεσθαι, από την οπτική γωνία της εργατικής τάξης,  όπου ο Μαρξ αποδέχεται και δείχνει σε γενικές γραμμές, ότι η επισ-τήμη κι ο ορθολογισμός, οδηγούν το κοινωνικό γίγνεσθαι σε αλλαγή, αλλά ακόμα περισσότερο και στην συνειδητότητα αυτής της αλλαγής. Την επιστημονική εξέλιξη και αλλαγή βέβαια, το μέρος της άρχουσας αστικής τάξης που είναι υπεύθυνο και που εξουσιάζει τις δομές του κοινωνικού γίγνεσθαι πάντα την έβλεπε, τη λάμβανε σοβαρά υπ’όψη και την ακολουθούσε, προσπαθώντας να επωφεληθεί απ’της επιτυχίες
                                                                                                                                                         61
της. Ο Καπιταλισμός λοιπόν δεν αγνοεί την εξέλιξη του κοινωνικού γίγνεσθαι, αφού ως ένα μεγάλο βαθμό είναι αυτός υπαίτιος γι' αυτή την εξέλιξη. Δεν μπορεί λοιπόν παρά να συμφωνεί με όλες τις αναλύσεις του μαρξιανού Κεφαλαίου "περί προϊόντος και αξίας" "περί σχέσης χρήματος και εμπορεύματος" ή ακόμα πάρα κάτω και στις αναλύσεις του "περί της μετατροπής του χρήματος σε κεφάλαιο" αλλά και "του κέρδους που αποκομίζει ο καπιταλιστής ως επενδυτής, παραγωγός ή εμπορευόμενος". Ακόμα δεν νομίζω ότι υπάρχει κεφαλαιοκράτης που δεν αναγνωρίζει την αξία της “εργατικής δύναμης” μέσα στον παραγωγικό κύκλο, αφού βασικό του μέλημα εκτός από την προσπάθεια για την προμήθεια φτηνών πρώτων υλών, είναι κυρίως ο αγώνας του να κρατήσει τα μεροκάματα χαμηλά. Επίσης δεν νομίζω ότι ο αστός διαφωνεί με την περιγραφή της υπεραξίας που αποκομίζει μέσω της εργασίας, αφού είναι το βασικότερο και κυριότερο αποτέλεσμα που αναμένει από την παραγωγή και διάθεση των προϊόντων. Όσο για τη μετατροπή της εργασίας σε μισθωτή, είναι κάτι για το οποίο ο αστός υπερηφανεύεται, αφού όπως ισχυρίζεται, μέσω του μισθού απελευθέρωσε τον εργάτη από τη συνεχή δέσμευση με το μέσο και τον χώρο παραγωγής. Ο αστός κεφαλαιοκράτης δεν διαφωνεί με όλο αυτό το προτσές που περιγράφει ο Μαρξ ούτε εκπλήσσεται, αφού αυτό ακριβώς επιδιώκει.                                                  
       Το Κεφάλαιο του Μαρξ είναι ένα μνημειώδες επιστημονικό έργο, όπου περιγράφεται η μέσω του Κεφαλαίου και της παραγωγής εξέλιξη της αστικής τάξης, μέσα από την οπτική γωνία και το συμφέρον της εργατικής τάξης, στο οποίο όμως χρησιμοποιείται κυρίως η Ορθολογική Αντικειμενική Σκέψη και η Τυπική Λογική.  Αυτήν όμως την εξελικτική διαδικασία που ο Μαρξ περιγράφει στο έργο του, οι αστοί την έκαναν πράξη και άρα την γνωρίζουν πολύ καλά. Δηλαδή η επιστημονικότητα του Κεφαλαίου δεν είναι και τόσο επαναστατική, αλλά ούτε εμφατικά διαλεκτική.
       Εκεί που διαφωνούν οι αστοί, είναι η επαναστατική πρόταση ότι το κεφάλαιο διά μέσου των όρων σύστασής του και μέσα από την δική του ανάπτυξη, ολοκληρώνοντας την Εντελέχειά του, θα φτάσει στο Τέλος του. (Κατά τον Αριστοτέλη, κάθε τι περιέχει μέσα τους όρους που είναι η αιτία της ολοκλήρωσης και συγχρόνως του Τέλους του, δηλαδή την Εντελέχειά του). Το διαλεκτικό στοιχείο στο Κεφάλαιο,  είναι ότι βλέπει τον κόσμο σε συνεχή εξέλιξη και αλλαγή, ενώ το στοιχείο της επαναστατικότητας είναι αυτό που αναγνωρίζει στην εργατική τάξη το δικαίωμα της κατάκτησης της εξουσίας, έστω και διά της βίας, αφού είναι η εργασία που δημιουργεί τα πάντα ενώ η συμμετοχή του κεφαλαίου είναι απλά ένα παρασιτικό δημιούργημα στο σώμα της εργασίας.  Όμως κι αυτή η διαπίστωση, μολονότι δεν είναι αποδεκτή απ’τους αστούς, αφού τους παραμερίζει απ’την αιχμή της εξέλιξης της Ιστορίας και τους παίρνει το κουτάλι από τα χέρια, αναδεικνύεται μέσω μιας Αντικειμενικής Ορθολογικής Δυναμικής σκέψης.(Ο Ένγκελς στο μέρος της “Διαλεκτικής της Φύσης” όπου πραγματεύεται για τις Μορφές της Κίνησης της Ύλης και την “κατάταξη των επιστημών”, μιλώντας για τα μαθηματικά, υπερθεματίζει την ενίσχυση της “διαλεκτικής” απ’το Διαφορικό και τον Ολοκληρωματικό Λογισμό. Ξεχνά όμως ότι οι εξελίξεις όπως περιγράφονται εκεί δέχονται την ταυτότητα των κινουμένων να μην αλλάζει, συμφωνώντας με την αντιφατικότητα της κίνησης όπως την αντιλαμβάνεται ο Χέγκελ.

62                                                                                                           
     Είπε λοιπόν ο Χέγκελ: «η κίνηση είναι μια αντίφαση, όχι γιατί το κινούμενο είναι μια κάποια στιγμή εδώ και μιαν άλλη αλλού, αλλά γιατί είναι και δεν είναι στην ίδια θέση την ίδια στιγμή».  Ο Ηράκλειτος κι ο Ζήνων θα του απαντούσαν: η Κίνηση δεν είναι παρά μόνο το γίγνεσθαι, που εξελίσσεται μεσ’το γεγονός, ενώ η μετακίνηση είναι μια ψευδαίσθηση, αφού το κινούμενο όντας σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, Είναι-ΜήΌντας, αφού η ταυτότητά του έχει αλλάξει.  Δηλαδή το κινούμενο είναι άλλο σε μια θέση κι άλλο όμοιο σ’ άλλη θέση. Έτσι αληθινά η αντιφατικότητά του δεν συνίσταται στην μετακίνησή του, αλλά στην καταλυτική-συνθετότητα του Γίγνεσθαι, δηλαδή στο ίδιο το Είναι του.
    Ο Χέγκελ επίσης στη «Λογική» του τονίζει ότι «δε μπορούμε να χρεώσουμε στα πράγματα την αδυναμία της αντίφασης αλλά στο νοείν», δεχόμενος αναντιστοιχία μεταξύ Νοείν και Είναι. Αντίθετα οι αρχαίοι διαλεκτικοί και ορθολογιστές δέχονται την απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ Νοείν και Είναι, όντας συνεπείς στις απόψεις τους.  Στη Διαλεκτική του Χέγκελ λοιπόν τα πράγματα δεν είναι άλλα από τα μη γνώσιμα Καθαυτά, και το Γίγνεσθαι αφορά μόνο τη φαινομενικότητά τους που αντανακλάται στη νόηση. Ενώ αντίθετα στους προσωκρατικούς, (που δε ένοιώθαν την ανάγκη να δίνουν αναφορά στον Πλάτωνα ή στον χριστιανισμό, αφού δεν τους γνώριζαν), το Γίγνεσθαι είναι ουσιαστικό, δηλαδή η Ουσία του κόσμου. Η εγελιανή διαλεκτική, την οποία δείχνει στο θέμα αυτό να αποδέχεται κι ο Ένγκελς, δεν είναι άλλη από έναν δυναμικό-διαφορικό ορθολογισμό, που δεν απορρίπτει την τυπική λογική, αφού είναι το κύριο νοητικό όργανό του.
         Λέει ο Μπώμ: «Στην κβαντομηχανική η θεωρία του πεδίου περιγράφει κάθε κίνηση ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Έτσι αν υποστεί ένα ηλεκτρόνιο σκέδαση απ’την αρχική του κατεύθυνση σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως καταστροφή του αρχικού ηλεκτρονίου και δημιουργία άλλου το οποίο κινείται σε νέα κατεύθυνση.  Κατά τη θεωρία αυτή δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Αν δούμε βαθύτερα την παράσταση του πεδίου κίνησης, έστω κι ενός ελευθέρου  σωματίου,  ανακαλύπτουμε  ότι  η  κίνηση περιγράφεται μαθηματικά ως καταστροφή σ’ένα σημείο  και δημιουργία σ’άλλο γειτονικό. Έτσι η κίνηση αναλύεται σε σειρά δημιουργίας-καταστροφής, που ως συνολικό αποτέλεσμα, έχει την συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσ’το χώρο».
     Επ’αυτού λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε είμαστε και δεν είμαστε. Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, αναχωρούν-επιστρέφοντας, ενώνονται-σκορπώντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.

                                                                                                                                        63
    Οι επιστήμονες σήμερα μέσ’τα πολύτιμα εργαστήρια διαπιστώνουν ό,τι οι προσωκρατικοί προπάτορές τους είχαν συλλάβει μέσω της διαλεκτικής νοητικά 2500 χρόνια πριν. Δηλαδή την καταλυτική-συνθετότητα των όντων. Κι ενώ αυτοί μας την προσφέρουν, κι αφού οι αντινομίες του ορθολογισμού και του ντετερμινισμού δεν μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς αυτήν στη σύγχρονη επιστήμη, εμείς δεν απλώνουμε το χέρι να την πάρουμε, όντας πιο αριστοτελικοί απ’τον Αριστοτέλη. Διαπιστώνουμε επίσης ότι η σύγχρονη επιστήμη αντιλαμβάνεται πολύ διαφορετικά τον κόσμο απ’ότι ο Ένγκελς. Αυτό ακόμα θα πει ότι ότι η ορθολογική εξέλιξη της επιστήμης δίνει ορθολογικά συμπεράσματα που είναι αντίθετα προς τη διαλεκτική σκέψη)
        Ο Μαρξ στο “Κεφάλαιο”, κυρίως χρησιμοποιεί ορθολογισμό κι όχι διαλεκτική. Δηλαδή την εξελικτική πορεία του κοινωνικού γίγνεσθαι, που είναι μια διαλεκτική σύλληψη, αφού δέχεται την κοινωνία σε αέναη αλλαγή, αναλύει μέσω της δυναμικής ορθολογικής διαδικασίας. Βέβαια στο τέλος αυτής της πορείας, αναδεικνύει ότι η διαταραχή του Μέτρου σχέσης της μισθωτής εργασίας και του κεφαλαίου θα φέρει τη σύγκρουση και την άρση της σχέσης γεννώντας μια άλλη διαφορετική από αυτήν της κεφαλαιοκρατίας, όπου την εξουσία θα έχει η εργασία που είναι ο αληθινός κινητήρας του κοινωνικού γίγνεσθαι.
       Μολονότι ο Μαρξισμός χαρακτηρίζεται από Διαλεκτική-Υλιστική Σκέψη, αφού θεωρούμε ότι ο διαλεκτικός υλισμός είναι ο κινητήρας του, στο Κεφάλαιο που είναι το βασικό έργο του Μαρξ, χρησιμοποιείται ένας δυναμικός υλιστικός Ορθολογισμός, ο οποίος μολονότι επιστημονικότατος, δεν είναι αληθινή διαλεκτική. Έτσι πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν η ανάλυση του κοινωνικού γίγνεσθαι είναι δυνατή μέσ’από έναν ξεκάθαρο Διαλεκτικό Υλισμό ή μόνο η Διαλεκτική της Φύσης μπορεί να είναι διαλεκτική-υλιστική;  Κάποιοι ευρωμαρξιστές όμως, αντίθετα ισχυρίζονται ότι Διαλεκτική της Φύσης δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά μόνο Διαλεκτική του κοινωνικού γίγνεσθαι.                                   
      Για να μπορέσει να διαλευκανθεί αυτό το ερώτημα, πρέπει ν’αναδειχθεί μια κριτική πραγματεία όπου θα περιγραφεί αυτό που εννοούν αυτές οι δύο μαρξιστικές τάσεις ως “Διαλεκτική Υλιστική Λογική”. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε μια τέτοια πραγματεία, το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι γεγονός που εξελίσσεται μέσ’τον νευτώνειο κόσμο, που αφορά τα πράγματα ή τα γεγονότα που υπόκεινται στην αντικειμενική ορθολογικότητα, το ντετερμινισμό και  την τυπική λογική, η “διαλεκτική" των οποίων είναι ένας Δυναμικός ή Διαφορικός Ορθολογισμός. 
                                                                                                                                                61
     Αντίθετα στις φυσικές επιστήμες, με την είσοδο της Θεωρίας της Σχετικότητας και της Κβαντικής Θεωρίας, ο ντετερμινισμός, η τυπική λογική κι ο αντικειμενικός ορθολογισμός αμφισβητούνται βίαια, αφού δεν μπορούν πια να δώσουν ακριβείς περιγραφές του παγκοσμίου γίγνεσθαι. Στο κοινωνικό γίγνεσθαι όμως, η δυναμική ορθολογική αντικειμενικότητα, ο ντετερμινισμός και η τυπική λογική μεσουρανούν.  Φαίνεται λοιπόν ότι, η αντιφατικότητα η οποία είναι ο κινητήρας της διαλεκτικής σκέψης, χρησιμοποιείται στο κοινωνικό γίγνεσθαι μόνο σε θέσεις κλειδιά ή ακόμα κάποιες φορές παραμερίζεται ως άχρηστη και μάλιστα σε ειδικές περιστάσεις ως απόδειξη ψεύδους.  Κάτι τέτοιο ορίζει τη διαλεκτική μέσα στον αριστοτελικό ορθολογισμό. Λέγεται επίσης ότι ο Λένιν, βούρτσισε τα αρχαία ελληνικά του για να διαβάσει Αριστοτέλη στο πρωτότυπο. Επίσης δεν είναι λίγοι που κατηγόρησαν το Στάλιν ότι κοιμόταν με τον "Ηγεμόνα" του Μακιαβέλι στο προσκεφάλι του. Αυτό βέβαια οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κι ο Στάλιν ήταν αριστοτελικός, αφού αυτό το πόνημα του Μακιαβέλι είναι άκρως και τυπικά ορθολογικό.  Ακόμα όμως και κατά την πρακτική εφαρμογή του μαρξισμού, μολονότι η τυπική λογική θεωρητικά απαξιωνόταν, κυριαρχούσε ο ορθολογισμός.

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ:
Αν ο άνθρωπος είναι προϊόν της εξελικτικής πορείας του κόσμου, πρέπει να περιέχει κωδικά γεγραμμένες στη δομή του όλες τις στιγμές αυτής της πορείας ή ακόμα η μορφή κι η δομή του να είναι πρόσωπα της καταγραφής αυτής. Έτσι και ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι μια κωδική καταγραφή εμπειρίας και γνώσης της πορείας του κόσμου μέσα σε κάθε άνθρωπο. Όλες αυτές οι καταγραφές συνοψίζονται στον κώδικα ζωής, δηλαδή στο DNA του ανθρώπου. Αυτή λοιπόν η καταγραφή (το DNA), είναι η γλώσσα της φύσης γεγραμμένη μέσα μας, που δεν έχει ακόμα όλη διαβαστεί.
      Κάθε εμπειρία που διοχετεύεται στο κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό, από τη μια τον διεγείρει και τον αφυπνίζει, ξαναθυμίζοντάς του «αρχαίους δρόμους» που χάνονται βαθιά μέσα στους προγόνους, το ζώο και τη φύση, από την άλλη, μη όντας αυτή η εμπειρία απόλυτα η ίδια, με την αντιστοιχία της στον κληρονομικό μηχανισμό, αναδιαμορφώνει τον «αρχαίο δρόμο» που βρίσκει, πλουτίζοντάς τον. Έτσι την αποκωδικοποίηση του γνωστικού μηχανισμού, που γίνεται με τη διοχέτευση της εμπειρίας, ακολουθεί μια καταγραφή επανακωδικοποίησης ή συνειδητής κωδικοποίησης που αναδιαμορφώνει την δομή του ίδιου του εγκεφάλου.  Η πορεία αποκωδικοποίησης και επανακωδικοποίησης του γνωστικού μηχανισμού είναι η Συνείδηση κι η Λογική, ενώ το μέρος του εγκεφάλου που δεν έχει αποκωδικοποιηθεί, παραμένοντας όπως ήταν κληρονομικά, είναι το συναίσθημα, η ενόραση και γενικά όλες οι ανεξήγητες (θεωρούμενες λανθασμένα «μεταφυσικές» ιδιότητες του ανθρώπου από κάποιους) δηλαδή η Αισθητική.      Σύμφωνα με αυτή την οντολογική άποψη, «η γνώση είναι δυνατή», γιατί μέσω της εμπειρίας, αποκωδικοποιούμε την πορεία του κόσμου όπως αυτή είναι γεγραμμένη στον κληρονομικό γνωστικό μας μηχανισμό.  Όλες οι δομές του ανθρώπινου κληρονομικού γνωστικού μηχανισμού, είναι επανακωδικοποιημένες ξανά και ξανά, σε μιαν ατέλειωτη πορεία μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η πορεία αυτή είναι η γλώσσα της Νόησης και της Λογικής.  Η οντολογική αυτή άποψη γίνεται κατανοητή με δυο τρόπους:

                                                                                                                                                      65 
       Α. Ο ένας τρόπος είναι αντιθετικός (ορθολογικός) που δέχεται, ότι στο βάθος αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους.  Έτσι όμως αυτά τα έσχατα στοιχειώδη, που συνιστούν αυτό το λογικο-γλωσσικό σύστημα, δρώντας ως απόλυτοι όροι, προϋποθέτουν λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά, την επανάληψη μιας σειράς παιγνίων, των «συν-θετικών προτύπων του τέλους» αυτού του συστήματος. Δηλαδή η εξέλιξή του συστήματος αυτού είναι προδιαγεγραμμένη τελεολογικά, αφού από τη στιγμή που ετέθησαν οι απόλυτοι όροι του, τα «συνθετικά πρότυπα του τέλους του», που προϋποθέτουν αυτοί οι όροι, βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας να πραγματοποιηθούν.  Αυτός λοιπόν είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας κλειστός, πεπερασμένος, τετελεσμένος που έχει προκαθορισμένα όρια του τέλους ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του, μη μπορώντας παρά να προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών, ο οποίος υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι αυτού του συστήματος, περιμένοντας να πραγματοποιηθεί.  Ένας τέτοιου είδους κόσμος ιδεών, θα πρέπει να υπάρχει πριν απ’τα πράγματα, μετά τα πράγματα και μαζί με τα πράγματα, συνιστώντας το κλειστό αντιθετικό, αντικειμενικό λογικο-γλωσσικό σύστημα, μιας επιστημονικότητας που ξεκινά από τον Αριστοτέλη και καταλήγει στον Νεύτωνα.
      Β. Ο δεύτερος τρόπος είναι ο αντιφατικός (διαλεκτικός), που το λογικο-γλωσσικό του σύστημα είναι όλον σε συνεχή εξέλιξη κι αυτό είναι δυνατόν αν δεν υπάρχουν έσχατα, αναλλοίωτα στοιχειώδη. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, τα στοιχειώδη που υπάρχουν, αλληλεπιδρώντας προεκτείνονται το ένα μέσα στο άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Έτσι κάθε στοιχειώδες όντας αυτοαναιρούμενο, έχει αντιφατική φύση περιέχοντας το Όλον με ένα δικό του τρόπο, που αυτός είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα του, όπως αυτό έχει εξελιχθεί έως την μορφοποίηση του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο, όλες τις εξελικτικές στιγμές και
τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου.  Αυτή η οντολογική άποψη, προϋποθέτει  ότι ο κόσμος  είναι ένα Όλον, μια γλώσσα  και μια γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι. Μ’αυτή την προϋπόθεση, ο κληρονομικός μηχανισμός γνώσης και δράσης του ανθρώπου έχει αντιφατική φύση, προϋποθέτοντας έναν κόσμο ανοικτό, όπου κάθε στοιχειώδες να περιέχει  τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου.

66                                                                                                          
 Υπ’ αυτήν την έννοια, το σύμπαν ως αποτέλεσμα του εαυτού του, δεν είναι τεμαχισμένο σε χώρους που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Αυτό πρέπει να υπάρχει σαν μοναδική γραφή, που επανα-κωδικοποιείται συνεχώς πιο οικονομικά και πιο δυναμικά. Η νέα γραφή μολονότι θα πρέπει να είναι διαφορετική απ’την παλιά, θα μπορεί να εκφραστεί μέσω της παλιάς, με τρόπο αντιοικονομικό, δαιδαλώδη και παράκεντρο, ως συνέχεια της παλιάς.  Έτσι πρέπει να υπάρχει μια οντολογική γραφή του παγκόσμιου γίγνεσθαι, που δεν είναι ασυνάρτητη αλλά λογική και μοναδική στην κάθε της στιγμή. Αυτή η πορευόμενη κι εξελισσόμενη ιδιόμορφη γραφή, είναι γεγραμμένη στο γνωστικό μας μηχανισμό ή καλύτερα είναι αυτή η ίδια ο γνωστικός μας μηχανισμός που αναμένει να διαβαστεί (να συνειδητοποιηθεί).   
      Στην οντολογική αυτή άποψη γεννιέται το ερώτημα, πως καταγράφεται στον δικό μας μηχανισμό ένα γεγονός που μπορεί να συμβεί σε ένα άλλο ηλιακό σύστημα για να μπορεί να γίνει γνωστό κάποτε:  Παίρνοντας υπόψη την οντολογική άποψη του αντιφατικού στοιχειώδους, που σύμφωνα με αυτό, κάθε στοιχειώδες περιέχει εν δυνάμει το Όλον μ’ένα δικό του διαφορετικό τρόπο, αφού ο κόσμος είναι Ένας Αυτοδιαμορφούμενος κι όχι άθροισμα μερών που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, το πολύ μικρό, το στοιχειώδες όντας εν τω γίγνεσθαι, είναι ένα εν δυνάμει αντιφατικό πρόσωπο του Όλου, δηλαδή περιέχει το Όλον σπερματικά, όπως ανέφερα στο μέρος περί αντιφατικού στοι-ειώδους. Θα δώσω όμως επιγραμματικά μιαν ιδέα περί αυτού:
[Η αυτοδιαμόρφωση αυτή για να μην έχει τελεολογικό χαρακτήρα δεν μπορεί να συμφωνεί μ’έναν κόσμο χωρισμένο σε μέρη, που μεταξύ τους δεν επικοινωνούν, (δηλαδή απόλυτα καθορισμένα), αλλά σε μέρη ευκαιριακά και σχετικά. Το όποιο μέρος, για να μην έχει σαφή όρια, πρέπει να αποτελείται από αντιφατικά στοιχειώδη σαν αυτά που μας προϊδεάζει ο Ζήνων: Δεν υπάρχει κάτι χωρίς μέγεθος, αν υπάρχει, πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση το ένα από το άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το περιθώριο αναλόγως.  Γιατί κι αυτό θα έχει μέγεθος και πάντα θα περισσεύει κάτι αναλόγως. Δεν μπορεί να υπάρχει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Ακόμα δε μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του, (άσχετα από κάτι άλλο). Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μεγάλα και μικρά. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος και τόσο μεγάλα που να έχουν άπειρο μέγεθος.     (Αυτό είναι το αντιφατικό στοιχειώδες του Ζήνωνα)

                                                                                                                                                  67
Τ’αντιφατικά στοιχείωδη πλανώνται προεκτεινόμενα μακριά έξω στο Όλον, δηλαδή αναχωρούν-επιστρέφοντας, για να οριοθετήσουν μέσωτης κίνησης το γεγονός (τον εαυτό) απ’τον οποίο ξεκίνησαν. Αυτό ό-μως δεν είναι απόλυτα δυνατό λόγω της καταλυτικής-συνθετότητας του γεγονότος, της πολυδιάστατης και της πολύμορφης διαδικασίας αναχώρησης-επιστροφής των αντιφατικών στοιχειωδών του, αυτά επιστρέφοντας στη θέση βρίσκουν τον εαυτό που θέλουν να επαληθεύσουν σχετικά διαφορετικό. Έτσι το πορευόμενο που επιδιώκει την επαλήθευση, την κάνει σχετικά, δηλαδή τον επαληθεύει-διαψεύδοντάς τον. Το πορευόμενο λοιπόν θέλοντας να επιβεβαιώσει απόλυτα τον εαυτό, μπαίνει σε μια διαδικασία απεριόριστης φυγής-επιστροφής, καταγράφοντας συνεχώς το Όλον, όπως μορφοποιείται κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας.  Με τον τρόπο αυτό, όλα τα μέρη μαζί είναι μία πλοκή χωρίς σαφή όρια διαχωρισμού, όπου κάθε μέρος έχει συμβατικά ένα διαφορετικό (δικό του) πρόσωπο επειδή είναι «ορατό» από μια διαφορετική όψη. Έτσι κάθε γεγονός μπορεί να είναι αληθινά με θολές άκρες, αντανακλώντας κι έννοιες με θολές άκρες. Δηλαδή να είναι συρροή μηνυμάτων που φεύγουν-επιστρέφοντας, κάνοντας απεριόριστους κύκλους διάψευσης-επαλήθευσης του εαυτού. ΄Ετσι αυτός είναι μια πραγματικότητα που συνεχώς αλλάζει, γιατί «ασυνείδητα» μέσω της πορείας αναχώρησης-επιστροφής των στοιχειωδών του στο σύμπαν, φέρνει κι όλες τις αλλαγές που συντελούνται στο περιβάλλον μαζί του. Ονομάζω αυτό το γεγονός Αντιφατικό Στοιχειώδες και λόγω της κοινωνίας του με αυτό, κάθε ανθρώπινη γνωστική καταγραφή μπορεί να κοινωνεί με το όλον, έχοντας γνωστικές αντιστοιχίες με κάθε τι που υποτίθεται ότι δεν επικοινωνεί, όπως γεγονότα που συμβαίνουν σε άλλα ηλιακά συστήματα].
      Από αντιφατική άποψη λοιπόν το αντίθετο σε κάποιο Ένα είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα που είναι το σύμπαν, όπως διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας που εκπροσωπεί την κάθε φορά το Ένα συγκεκριμένο γεγονός. Δηλαδή το αντίθετο στο κάθε συγκεκριμένο-Ένα, δεν μπορεί να είναι απλά το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια που διαδοχικά διαφοροποιούμενα και περιέχοντας ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό, υπό συνθήκες όλο αυτό μαζί, θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του Μείον Ένα μια συγκεκριμένη στιγμή.
      Η Διαλεκτική αυτή μπορεί να ονομαστεί αντιφατικός ορθολογισμός, αφού εκεί η ταυτότητα καταλύεται-συντιθέμενη όπως όρισε ο Ηράκλειτος, όντας μια αντιφατική ταυτότητα. Από αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι, που χαρακτηρίζει την αντιφατική ταυτότητα, αναδύεται και η αρχή της αντιφατικής αιτιότητας η οποία δεν είναι μονοδιάστατη.  Εκεί το αίτιο και το αιτιατό,  λειτουργούν αμφίδρομα ή καί αμφίδρομα, ανάλογα με τις «αντιθέσεις» και τη «διάρκεια» που συνιστά το κάθε συγκεκριμένο αντιφατικό γίγνεσθαι.
      Το έσχατο επίπεδο αμφίδρομης (αντιφατικής) αλληλεπίδρασης, είναι αυτό του ακαριαίου και ακίνητου, μηδενικού και απείρου, της γυμνής αντιφατικότητας, όπως το όρισε ο Ζήνων και το οποίο δεν μπορεί να λείψει από κανενός είδους αλληλεπίδραση, αφού όλα διαδραματίζονται επάνω του κι είναι η αιτία που μπορούν να συμβαίνουν έτσι.

68
                        Αντίθεση, Αντίφαση και Μαρξισμός
Η Διαλεκτική όπως κι ο Ορθολογισμός πρέπει να ήταν σε αυθόρμητη χρήση από την σύσταση της ανθρώπινης κοινωνίας. Υπάρχουν αρχαία συγγράμματα, απ’τα οποία κάποια μπορούν να μας οδηγήσουν στη διαμόρφωση της αντίληψης μας για το θέμα αυτό.  
      Επειδή η ανά τους αιώνες Διαλεκτική «ήλθε» σ’εμας κάπως συγκεχυμένα και με διαφορετικά πρόσωπα, τέθηκε το θέμα: «ποια διαλεκτική είναι η σωστή και πως διαχωρίζεται απ’τον ορθολογισμό».
      Λέει, ο διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς Χαρ. Θεοδωρίδης, στην μικρή του πραγματεία «Περί της Έννοιας του Μηδέν στη Διαλεκτική Νόηση»: «…η διαλεκτική ήταν κι εξακολουθεί να είναι μπερδεμένη ―αυτό δεν πρέπει να διστάσουμε να το ομολογήσουμε― κι έδωσε αφορμή σε συζητήσεις που δεν έκλεισαν ακόμα» και συνεχίζει: «Ο Πλάτων με τη διαλεκτική του εννοούσε πρώτα τις απλές λογικές πράξεις και το ξεχώρισμα των αντικειμένων ή των εννοιών σε γένη και είδη. Ο Πλάτων ακόμα εννοούσε διαλεκτική, τη διαδικασία εξεύρεσης της αλήθειας με ερωτήσεις κι απαντήσεις». Και συνεχίζει: «Σήμερα η πιο απλωμένη αντίληψη για τη διαλεκτική, είναι αυτή που έχει στενή σχέση με το γίγνεσθαι, την κίνηση και την αλλαγή. Μ’αυτή την έννοια διαλεκτικοί και μάλιστα οι πρώτοι, ήταν αδιαφιλονίκητα οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι. Με την έννοια αυτή πήρε ο Χέγκελ τη διαλεκτική, ως δημιουργική κίνηση της ιδέας. Ενώ ο διαλεκτικός υλισμός, ξεκινώντας από τον Χέγκελ ξαναγυρίζει με κάποιον τρόπο στην Ηρακλειτική διαλεκτική άποψη».
   Ο Χ. Θεοδωρίδης μολονότι δέχεται την ύπαρξη Διαλεκτικής Λογικής επιμένει ότι δεν είναι κατασταλαγμένη.
  Ένας άλλος διακεκριμένος διανοητής της αριστεράς, ο Ε. Μπιτσάκης, στο μικρό δοκίμιό του για την νομιμότητα της διαλεκτικής σκέψης στο συνέδριο της φιλοσοφικής εταιρίας το 1988, με τη σειρά του θέτει το ερώτημα: «αν η διαλεκτική είναι επιστήμη ή αν οι νόμοι της έχουν το status των επιστημονικών νόμων», κι ο κ.Μπιτσάκης καταλήγει: «…η φιλοσοφία, δεν είναι ειδική επιστήμη όπως π.χ. η φυσική ή η χημεία.  Οι νόμοι της κατά συνέπεια δε μπορούν να έχουν το status των φυσικών γενικά των ειδικών επιστημών» … Και συνεχίζοντας ο κ. Μπιτσάκης θέτει το ερώτημα: «Υπάρχει ή όχι διαλεκτική λογική»; Κι απαντά: «Η Διαλεκτική Λογική είναι η λογική της αντίθεσης κι όχι της αντίφασης. Εκφράζει την ύπαρξη αντιθέσεων στα ίδια τα πράγματα την συγκεκριμένη και ιστορικά διαφοροποιούμενη ενότητα αμοιβαία αποκλειομένων κατηγορημάτων. Εκφράζει την ύπαρξη απλών αντιθέσεων, που συνιστούν  μια σχετικά στάσιμη αντιθετική ολότητα ή ύπαρξη αντιθέσεων, που η σχέση τους εξελίσσεται και που η αντίθεση μπορεί να λυθεί με την καταστροφή του ενός πόλου της».  Και ερωτά: «Πως όμως είναι δυνατό να εκφραστεί η σύνθετη αντιθετική κίνηση του πραγματικού, η γένεση κι η καταστροφή των μορφών στο επίπεδο της νόησης;» Και τελικά καταλήγει: «Η λογική αντίφαση είναι απαράδεκτη στη διαλεκτική λογική. Η λογική της αντίθεσης δεν είναι αντιφατική».

                                                                                                                                        69
       Στη συνέχεια ο κ. Μπιτσάκης παραθέτει την άποψη του Lefebvre:  «Η διαλεκτική νόηση ορίζεται κι αυτή από κανόνες και νόμους, διαψεύδει την τυπική λογική αλλά δεν την καταργεί, δεν πέφτει στο παράλογο. Η διαλεκτική δεν επιτρέπει για το ίδιο αντικείμενο, την ίδια στιγμή, να διατυπώνουμε αντιφατικές αποφάνσεις. Δεν επιτρέπεται να πούμε ότι αυτό το χαρτί είναι ταυτόχρονα λευκό και μαύρο. Απ’όπου και το αξίωμα ότι: η θεωρία των αντιθέσεων δε μπορεί να είναι αντιφατική».  Εδώ ο κ. Λεφέμπβρ ισχυρίζεται ότι «η αρχή της μη αντίφασης», που πάνω της πατά «η αρχή της ταυτότητας» κι επικροτεί ο κ. Μπιτσάκης, είναι η πεμπτουσία της λογικής και κατ’επέκταση της Διαλεκτικής, μια που και η Διαλεκτική Λογική δεν πρέπει ν’αντιφάσκει, αφού σύμφωνα με το απλοϊκό παράδειγμα τους, «το άσπρο χαρτί δεν μπορεί συγχρόνως να είναι και μαύρο». Θα μπορούσα ν’αντικρούσω αυτή τη βεβαιότητα των κ. Μπιτσάκη και Λεφέμπβρ, μια που όλοι ξέρουμε ότι στη φύση όλα τα χρώματα είναι προσεγγιστικές συμβάσεις, δηλαδή κάτι σαν φασματικές συρροές, όπου δεν υπάρχουν χρώματα ως καθαυτά, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση που θ’αποπροσανατόλιζε την ουσία αυτού του θέματος. Τονίζω επίσης ότι ο Χέγκελ, ο Έγκελς, ο Ηράκλειτος, αλλά κι ο Παρμενίδης ως πολέμιός της, δέχονται καθένας με τον δικό του τρόπο, ότι η αντιφατικότητα είναι η ουσία της Διαλεκτικής Λογικής.  Κι επειδή οι κ. Μπιτσάκης και Λεφέμπβρ ισχυρίζονται ότι η λογική αρνείται την αντιφατικότητα, ας κάνουμε μιαν αναδρομή στις ρίζες του ορθολογισμού για να δούμε αν και πόσο οι θέσεις του ορθολογισμού διαφέρουν από τη «διαλεκτική» των ευρωπαϊστών.
      Οι κ. Μπιτσάκης και Λεφέμπβρ υποτιμούν και τον ορθολογισμό και τη διαλεκτική, ακόμα κι όλους τους επιστήμονες που χειρίζονται χρόνια τώρα αυτά τα εργαλεία. Δεν γνωρίζω ορθολογιστή ή «λάτρη» της τυπικής λογικής από την αρχαιότητα ως σήμερα, να ισχυρίζεται ότι υπάρχει ταυτότητα που δεν αλλάζει μέσα στο χρόνο.  Όλοι έχουν πειστεί ότι όλα αλλάζουν, αλλά τα «στατικοποιούν» ιδεατά για να μπορεί την συγκεκριμένη στιγμή, να γίνουν αντικείμενα μιας συμβατικής λογικής επεξεργασίας. Ακόμα όλες οι μαθηματικές διαδικασίες διαφορικότητας έχουν προταθεί από ορθολογιστές, για να ξεπεραστεί η αδυναμία της στατικής προσέγγισης των σχημάτων της τυπικής λογικής διεργασίας. Δηλαδή να επεξεργαστούν με ακρίβεια καταστάσεις που δεν είναι δυνατόν να στατικοποιηθούν.

70                                                                                                            
Επίσης ηαπαγωγική και επαγωγική διαδικασία της τυπικής λογικής προβλέπουν ήδη την κίνηση και αλλαγή των ερευνώμενων καταστάσεων.  Έτσι όλοι οι κλασικοί του ορθολογισμού βλέπουμε ν’απωθούν το Καθαυτό, την ακινησία και τη στατικότητα στο βάθος του Είναι, πολύ βαθιά μέσα στην ουσία ή πολύ μακριά έξω από αυτήν, στο Όλον.  Τόσο μακριά από το γίγνεσθαι της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου το καθαυτό να «ορίζεται» ως άγνωστο ή μη γνώσιμο. Οι κλασικοί του ορθολογισμού λοιπόν δέχονται την ύπαρξη του καθαυτού όντος, μακριά από τις εν εξελίξει διαδικασίες «της σφαίρας της φαινομενικότητας», η οποία κατ’ αυτούς είναι το φαινομενικό γίγνεσθαι που βιώνουμε, και μπορεί να διερευνηθεί από μιαν Αντιθετική Διαλεκτική. Στην Αντιθετική Διαλεκτική (όπως τονίσαμε) ο «διάλογος» των αντιθέτων δεν παραβιάζει τα όριά τους, αλλά σταματά σε αυτά, μηδενίζοντας έτσι το χώ-ρο “δράσης” της αντιφατικότητας.
     Ο Παρμενίδης δέχεται ως Καθαυτό και Απόλυτο Ον, το Ἐόν (το Υπάρχον), δηλαδή την ουσιαστικότητα του Όλου, το οποίο θεωρεί κλειστό, πεπερασμένο και τετελεσμένο, αφού, κατ’αυτόν, το ΜηΕίναι δεν μπορεί να υπάρξει, υπάρχει μόνο το Είναι. Το Είναι λοιπόν πληρεί τα πάντα κι έτσι δεν έχει που αλλού να πάει, δηλαδή να κινηθεί ή να εξελιχθεί. Ορίζει λοιπόν τον κόσμο ως κλειστό σύστημα και γι’αυτό θεωρεί δυνατή την απρόσκοπτη ορθολογική διεργασία, (κάτι που ξεχνούν οι σύγχρονοι ορθολογιστές).   Ο Παρμενίδης απορρίπτει την ύπαρξη του Μη-Είναι, αφού είναι η αντίφαση καθαυτή και πάρα κάτω, απορρίπτει ως περιέχοντα ψεύδος κάθε αντιφατικό συλλογισμό αφού η αντίφαση Είναι-ΜηΌντας, δηλαδή περιέχει μερικώς το ΜηΕίναι. Επίσης απορρίπτει το Άπειρο και δέχεται το Γίγνεσθαι ως φαινομενικό.  Μας προϊδεάζει για τις αρχές της τυπικής λογικής, που σε συνδυασμό με την αποδοχή του Όλου ως κλειστού και τις προτάσεις του για αλάνθαστη μετάβαση απ’τα γνωστά στα άγνωστα μέσω του Ορθολογισμού, μας θυμίζει τον Ντετερμινισμό.  
     Ο Πλάτων, ακολουθώντας τα χνάρια του Παρμενίδη, για να υπερβεί τη διαφορικότητα της καθημερινότητας και να δώσει μιαν απάντηση στο μυστήριο του Νοείν και του Γνωρίζειν, τροποποίησε το Εόν (το Υπάρχον) του Παρμενίδη σε «Κόσμο των Ιδεών».  Αυτή ήταν μια σπουδαία σύλληψη για την κατανόηση της διαδικασίας της νόησης. Μολονότι θεωρούμε ότι σήμερα αυτή η άποψη έχει ξεπεραστεί από την επιστήμη, η βασική ιδέα είναι η ίδια. Σήμερα αντί ν’ αντλούμε τις συγκριτικές αντιστοιχίες για λογική βεβαιότητα κοινωνώντας με τις Ιδέες, ή την εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του όντος (Καντ), τις αντλούμε απ’τον κληρονομικό γνωστικό μας μηχανισμό, που περιέχεται στο DNA.  
                                                                                                                                        71
      Οι Ιδέες θεωρούντο σταθερά καθεαυτά θεμέλια, που επάνω τους θα μπορούσε να πατήσει ο ορθολογισμός, για να λειτουργήσουν οι συγκριτικές  διαδικασίες.  Τα σταθερά  αυτά θεμέλια, επειδή τα όρια τους δεν μπορούν να παραβιαστούν, συνιστούν μιαν αντιθετική διαλογικότητα, η οποία συνοψίζεται στις δυναμικές διεργασίες του ορθολογισμού, που ονομάζεται από κάποιους Διαλεκτική Λογική.
      Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, χωρίς την κοινωνία με τον «κόσμο των Ιδεών» (των κληρονομικών καταγραφών στο DNA, ―όπως έχουν οι Ιδέες μεταμορφωθεί σήμερα), η Λογική δεν μπορεί να λειτουργήσει.       Στη συνέχεια, ο Πλάτων στο έργο του «Παρμενίδης», φανερώνει τους όρους που έστω κι αρνητικά μπορούν να οριοθετήσουν αυτό που είχε οριστεί από τον Παρμενίδη (στο έργο του «Περί Φύσεως») ως αντιφατικό φαινομενικό γίγνεσθαι της καθημερινότητας.
      Ξεκινώντας ο Χέγκελ από κει προσπαθεί να ορίσει την πορεία της Ιδέας μέσ’τη φαινομενικότητα. Δημιουργικός μελετητής των Πλάτωνα και Παρμενίδη, περιγράφει την πορεία της Ιδέας μεταξύ δυο Απόλυτων πόλων, που εκπροσωπούν το Εόν, (το Υπάρχον) του Παρμενίδη. Φαίνεται ότι κάθε σχέση του Χέγκελ με τον Ηράκλειτο είναι συμπτωματική ή έχει προστεθεί αργότερα σαν μπάλωμα.  Ο Χέγκελ θέλει να «ολοκληρώσει» το έργο του Πλάτωνα «Παρμενίδης».  Εκεί ο προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει την προσπάθειά του να συγκεράσει τον ορθολογισμό με την αντιφατικότητα της κίνησης και της αλλαγής της Έννοιας. Όμως η συστηματική μετατροπή της αντιφατικότητας σε αντιθετικότητα τριαδικών σχημάτων και η εμπλοκή στο έργο του δύο λογικο-φιλοσοφικών νοητικών συντάξεων (της αντιθετικής ορθολογικότητας και της διαλεκτικής αντιφατικότητας), δημιουργεί συγχύσεις.
       Για να ολοκληρωθεί αυτή η συζήτηση, έστω κι επιγραμματικά, πρέπει να δείξουμε πως κι η Διαλεκτική θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί από την λειτουργία της δομής της γνωστικής καταγραφής του παγκόσμιου γίγνεσθαι στο DNA: «Αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης του κόσμου κι όχι αποτέλεσμα θεϊκής δημιουργίας, τότε αυτός ο ίδιος είναι μια καταγραφή του Παγκοσμίου Γίγνεσθαι. Αυτή η καταγραφή περιέχει κωδικά όλες τις στιγμές της εξέλιξης του κόσμου. Επειδή ο κόσμος σύμφωνα με την Διαλεκτική έχει φύση αντιφατική, τα στοιχειώδη που τον συνιστούν έχουν κι αυτά αντιφατική φύση, έτσι οι αντιστοιχίες που ανταποκρίνεται, (που είναι η δομή της κωδικής καταγραφής και που μέσω αυτής μπορεί να λειτουργεί η λογική), είναι οι παγκόσμιες εξελικτικές δομές που συνίστανται απ’τα αντιφατικά στοιχειώδη. Η γνώση του κόσμου λοιπόν από τον άνθρωπο είναι δυνατή γιατί ο κόσμος είναι κωδικά γεγραμμένος στο ανθρώπινο DNA».
       Η πρόταση για την αντιφατικότητα του κόσμου, στηρίζεται στις διαλεκτικές-υλιστικές αντιλήψεις περί του Είναι και του Γίγνεσθαι, των Αναξίμανδρου, Ηράκλειτου και Ζήνωνα. Στη Διαλεκτική που προτείνουν αυτοί οι μεγάλοι διανοητές, ο διάλογος των εναντίων παραβιάζει τα όριά τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες, μέσω των οποίων υπάρχει το Γίγνεσθαι κι η υπερβατική διαδικασία.  (Γι’αυτό μιλήσαμε σε προηγούμενο μέρος της εργασίας).
        Έχοντας στο νου την προηγούμενη συλλογιστική περί επιστήμης και Διαλεκτικού Υλισμού θα μπορούσαμε να αποκαθάρουμε την μαρξιστική σκέψη από την ορθολογική αντιθετικότητα και ν’αναδείξουμε απόψεις διαλεκτικής αντιφατικότητας, οι οποίες είχαν προταθεί με κάποιο τρόπο στο μαρξιστικό κίνημα και σήμερα με την ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού και του ευρωρεφορμισμού έχουν παραμεριστεί ως αναχρονιστικές μολονότι μας δείχνουν ακόμα το δρόμο της κοινωνικής αλλαγής.

72                                                                                                         
                              ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Επειδή η επιστήμη μέσα από τον ορθολογισμό και την τυπική λογική έκανε τεράστια άλματα κι όποτε έγινε προσπάθεια η φερόμενη ως «διαλεκτική λογική» λόγω κακής διαλογικής αντίληψης, κακής χρήσης, αλλά και της πτώσης της απ’τη διαλεκτική αντιφατικότητα στην ορθολογική αντιθετικότητα απέτυχε, για πολλούς μαρξιστές κι αριστερούς διανοητές έγινε διαλογικά ύποπτη.
      Επειδή οι ευρωπαϊστές της αριστεράς, έχοντας παρασυρθεί απ’τον Χέγκελ, δεν είχαν αντιληφθεί πως λειτουργεί η διαλεκτική αντιφατικότητα, έπεσαν βαθύτερα στον ορθολογισμό. Ονόμασαν “διαλεκτική” τις διαφορικές και δυναμικές διεργασίες του ορθολογισμού κι εστράφησαν κατά της αντιφατικότητας. Οι δυναμικές και διαφορικές διεργασίες του ορθολογισμού όμως ανακαλύφθησαν από ορθολογιστές μαθηματικούς για τη διερεύνηση και περιγραφή καταστάσεων εν εξελίξει. Επίσης στις λογικές διαδικασίες των ορθολογικών δυναμικών συστημάτων, μολονότι η κίνηση θεωρείται αντιφατική διαδικασία, δεν παραβιάζεται η αρχή της ταυτότητας. Ακόμα όταν τη θέση της ταυτότητας σε μια διαλογική διαδικασία, παίρνει ένα δυναμικό σύστημα σ’εξέλιξη, το γίγνεσθαι που δημιουργείται θεωρείται φαινομενικό κι έτσι ο αναλλοίωτος χαρακτήρας της ταυτότητας μετατίθεται αλώβητος στην υπόσταση του συστήματος. Το θέμα αυτό διευκρινίστηκε στα προηγούμενα κείμενα περί αντιθετικότητας ή αντιφατικότητας της διαλεκτικής, καταλήγοντας ότι η αληθινή διαλεκτική είναι αντιφατική.
       Συνοπτικά η Ορθολογική Αντιθετικότητα προϋποθέτει ότι στο βάθος ο κόσμος κι η λογικο-γλωσσική σύνταξη που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά εσχάτων αναλλοίωτων στοιχειωδών, (γνώσιμων ή όχι), τα οποία αλληλεπιδρούν  χωρίς να παραβιάζουν τα τελικά όρια μεταξύ τους. Έτσι συνιστούν ένα δυναμικό-διαφορικό ορθολογικό λογικο-γλωσσικό σύστημα. Ενώ η Διαλεκτική Αντιφατικότητα δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη, η οποία δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αντιφατικά και αυτοαναιρούμενα.  Αυτά αλληλεπιδρώντας δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες των οποίων τ’αντιφατικά σκέλη ορίζονται από κάποιο ποσοτικο-ποιοτικο Μέτρο. Όταν η ισορροπία του Μέτρου διαταραχτεί η αντιφατική σχέση καταρρέει και στη θέση της αναδύεται άλλη αντιφατική σχέση με διαφορετικό ποσοτικο-ποιοτικό Μέτρο.
      Έχοντας στον νου μας την διάκριση μεταξύ αντιφατικότητας και αντιθετικότητας, ας ξανακάνουμε μιαν αναδρομή στις βασικές θέσεις του μαρξισμού. Θέσεις στις οποίες οι «ευρωμαρξιστές», την αντιφατικότητα μετατρέπουν σε αντιθετικότητα, απωθώντας τη Λογική εκτός των ορίων του Διαλεκτικού Υλισμού.
                                                                                                                                               73

       ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Κάθε κοινωνικό σύνολο αποτελείται από τάξεις και στρώματα των οποίων τα συμφέροντά, δεν είναι απλά διαφορετικά, αλλά σχεδόν πά-ντα συγκρούονται, γιατί αντιφάσκουν. Υπάρχουν νόμοι σε κάθε χώρα που σκοπό έχουν να ρυθμίσουν τις σχέσεις κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά συμφέροντα. Οι ομάδες που έχουν κοινά συμφέροντα, οργανώνονται σε τάξεις και προσπαθούν να θεσμοθετούν νόμους που προωθούν τις επιδιώξεις τους. Στην προσπάθεια αυτή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός. ΄Οποια τάξη καταφέρει να υπερισχύσει, δηλαδή να πάρει την εξουσία, οργανώνει σύστημα λειτουργίας με το οποίο οριοθετεί τις δραστηριότητες των ατόμων μέσα στο σύστημα, αλλιώς αυτά απωθούνται βίαια στο περιθώριο. Το σύστημα που η κάθε τάξη νομοθετεί κι ασκεί την εξουσία ονομάζει δημοκρατία, αφού οι όροι λειτουργίας του είναι ίδιοι για όλα τα άτομα του συνόλου (χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν το ταξικό πλαίσιο κι οι μηχανισμοί που εγγυούνται τη λειτουργία και την άμυνα του συστήματος, που είναι το κράτος). Μολονότι οι όροι της κάθε δημοκρατίας είναι ίδιοι για όλους τους πολίτες ως άτομα, κάθε νόμος που ευνοεί μια τάξη δυσχεραίνει την κατάσταση αυτών που έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και δεν συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας.  Αυτό το σύστημα λοιπόν που λέγεται δημοκρατία, είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την τάξη που κυβερνά, όσο πιο δικτατορικό για τις τάξεις που δε μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας. Το αστικοδημοκρατικό σύστημα, που θεωρείται απ’τους φίλους του συνώνυμο της δημοκρατίας, έχει κι αυτό αντιφατική φύση. Είναι τόσο πιο δημοκρατικό για την αστική τάξη,  όσο πιο δικτατορικό είναι για την εργατική τάξη. Και ενώ οι όροι λειτουργίας αυτού του συστήματος φαίνονται δίκαιοι και τυπικά όλοι μπορούν, σύμφωνα με το νόμο, να συμμετέχουν στη λειτουργία αυτής της δημοκρατίας ή τουλάχιστον να έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις, στην πράξη υπάρχει ένας παράγων που ρυθμίζει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Ο παράγων αυτός είναι το χρήμα, που με αυτό κάποιος μπορεί να συμμετέχει παντού,  ενώ χωρίς αυτό πουθενά.  Οι άνθρωποι λοιπόν σ’αυτή τη δημοκρατία δεν είναι ίσοι, άλλοι γεννώνται δούλοι κι άλλοι ελεύθεροι. Ο γεννημένος φτωχός είναι αδύνατον ν’ανταγωνιστεί τον γεννημένο πλούσιο, στον αγώνα για ισότιμη κοινωνική μετοχή και κοινωνική καταξίωση.

74                                                                                                            
   Το κοινοβούλιο είναι «απαγορευτικό» για τον εργάτη αφού χρειάζονται πολλά λεφτά και γνωριμίες για να προβληθούν οι απόψεις του από τα «μέσα ενημέρωσης». Κι αν οι εργαζόμενοι καταφέρουν να προβάλλουν κάποιους, που να προωθούν τα συμφέροντά τους στο αστικό κοινοβούλιο, δεν διασφαλίζονται, αφού οι αντίπαλοί τους, άνθρωποι του χρήματος, μπορούν να τους εξαγοράζουν έμμεσα ή άμεσα ή να κρίνουν παράνομους όσους δεν εξαγοράζονται ή δεν κινούνται στα «νόμιμα» πλαίσια που τους έχουν καθορίσει. Ακόμα αν οι εργαζόμενοι πετύχουν να οργανωθούν, έτσι που να μπορέσουν κάποτε να πάρουν την εξουσία με τους όρους που έχει θέσει η αστική τάξη, δε θα τους επιτραπεί. Αφού το αστικό κράτος έχει μηχανισμούς «προστασίας» των θεσμών που σε κάθε τέτοια περίσταση επεμβαίνει «δικαίως», αφού η εργατική τάξη παίρνοντας την εξουσία, είναι φυσικό ν’αλλάξει όλες τις κοινωνικές δομές της οικοτεχνικής βάσης, το πολιτισμικό εποικοδόμημα και τους μηχανισμούς προστασίας των θεσμών. Δηλαδή θέλει ένα άλλο είδος κρατικού μηχανισμού, λαϊκό ή προλεταριακό.
      Η δημοκρατία είναι ένα αντιφατικό γεγονός γιατί η κοινωνία έχει αντιφατική φύση. Δε μπορεί να υπάρξει κεφάλαιο χωρίς μισθωτή εργασία, ούτε μισθωτή εργασία χωρίς κεφάλαιο, αυτά, ενώ το ένα γεννά το άλλο, έχοντας αντιφατικά συμφέροντα, συγκρούονται κιόλας.
    Αντίθετα η εργατική τάξη έχει να προτείνει τη δική της δημοκρατία που λέγεται ανάλογα λαϊκή ή προλεταριακή. Εκεί το κοινοβούλιο είναι διαφορετικό, αποτελούμενο από τους εκπροσώπους των σωματίων των εργαζομένων, οι οποίοι είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί για να μην εξαγοράζονται και να ελέγχεται συνεχώς η τιμιότητα κι η αξία τους. Ο αριθμός των εκπροσώπων εξαρτάται απ’το ποσό των μελών των σωματείων. Οι εργάτες μετάλλου π.χ. που ίσως είναι περισσότεροι απ’τους ξυλουργούς θα έχουν περισσότερους εκπροσώπους. Οι βιοτέχνες κι οι ελεύθεροι επαγγελματίες σε μια λαοκρατικά εξουσιαζόμενη χώρα δε θα έχουν κανέναν, γιατί δεν θα τους «παίρνει το μέτρο». Αυτοί αν θέλουν να εκπροσωπηθούν, πρέπει να συνασπιστούν μεταξύ τους. Αυτό, μολονότι δημοκρατικό και πολύ φυσικό από την πλευρά της Λαϊκής Δημοκρατίας, αφού οι εκπρόσωποι εκλέγονται ανάλογα με το ποσό των εργαζομένων σε κάποιον τομέα, δηλαδή των ενεργών μελών της κοινωνίας, από την πλευρά των αστών είναι απα-ράδεκτο, γιατί κατ’αυτούς η ανθρώπινη υπόσταση με μόνον το ένδυ-μα του εργαζόμενου, δεν περιέχει όλη την ανθρώπινη αξία. Ο άνθρω-πος κατά την αστική αντίληψη βαραίνει με την περιουσία του και τη συμμετοχή του στη διακίνηση του χρήματος μέσα στο σύστημα. Έτσιαυτό που θεωρείται δημοκρατία για τους εργαζομένους, είναι στυγνή δικτατορία για τους αστούς και το αντίθετο.
                                                                                                                                                75
       Όταν μιλάμε για αστική δημοκρατία, εννοούμε τη δημοκρατική-δικτατορία των αστών κι όταν μιλάμε για λαϊκή-δημοκρατία, εννοούμε την δημοκρατική-δικτατορία του λαού ή των εργαζομένων.
       Η δημοκρατία κι η δικτατορία συνιστούν αντιφατική σχέση, όπου ενώ το ένα γεννά τ’άλλο, συγχρόνως το μάχεται αναιρώντας το κιόλας. Στην περίπτωση της δημοκρατικής-δικτατορίας των αστών, έχουμε δημοκρατία κι εξουσία του χρήματος. Εκεί οι άνθρωποι αληθινά ψηφίζουν στις τράπεζες και στο χρηματιστήριο με τα λεφτά τους και με την κίνηση κεφαλαίων μέσ’το κοινωνικό γίγνεσθαι.  Χωρίζονται σ’ αυτούς που όταν «εργάζονται» κινείται το χρήμα και σ’αυτούς που εργάζονται όταν κινηθεί το χρήμα. Όλοι οι άλλοι βρίσκονται στο περιθώριο όπου μια επένδυση μπορεί να τους ξεθεμελιώσει αν ο υπολογιστής της τράπεζας δεν τους λάβει υπόψιν. Αυτό υπολογίζει μόνον ότι μπορεί ν’αποφέρει κέρδος. Αντίθετα στη δημοκρατική-δικτατορία του λαού έχουμε τη δημοκρατία και την εξουσία της εργασίας, όπου αληθινά οι άνθρωποι ψηφίζουν με τη μετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, σε χώρους υλικής και πνευματικής παραγωγής.
       Αν την εξουσία έχει το χρήμα κι η εργασία είναι υπηρέτης στην παραγωγή κέρδους έχουμε καπιταλισμό, αν την εξουσία έχει η εργασία και το χρήμα είναι υπηρέτης της εργασίας για τη διακίνηση των προϊόντων έχουμε σοσιαλισμό.

Ο άνθρωπος εξελισσόμενος και οργανώνοντας τη ζωή του, το αποτέλεσμα της δουλειάς που θα μπορούσε ν’αποθηκευθεί, μετέτρεψε σ’ εμπόρευμα κι εμπορεύματα που θεωρούντο μεγάλης και διαρκούς αξίας, μετέτρεψε σε μέσο συναλλαγής δηλαδή χρήμα. Έχουμε μια πορεία εξέλιξης απ’την εργασία στο προϊόν, από το προϊόν στο εμπόρευμα κι απ’το εμπόρευμα στο χρήμα.  Ως εκεί ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη που εξυπηρέτησε με κάποιο τρόπο τις ανθρώπινες ανάγκες. Απ’την στιγμή όμως που το χρήμα γίνεται κεφάλαιο, φανερώνει την αντιφατική του φύση: δηλαδή από τη μια υπηρετεί το προϊόν κι από την άλλη το υποδουλώνει. Ο κεφαλαιούχος αποκόπτεται σιγά-σιγά από την συγκεκριμένη παραγωγική δραστηριότητα κι έτσι το χρήμα απελευθερώνεται απ’την παραγωγή, μη έχοντας μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτηση του παραγωγού, αλλά την σταδιακή μετατροπή του σε υπηρέτη της κερδοσκοπικής  διαδικασίας.  Η απελευθέρωση του χρήματος γεννά αναγκαστικά το χρηματιστήριο. Το χρήμα που γεννήθηκε για την υπηρεσία του προϊόντος και της εργασίας, τελικά τα υποτάσσει και το χρηματιστήριο που γεννήθηκε για να προστατεύει και να υπηρετεί το χρήμα, τελικά το υποτάσσει. Το στάδιο όπου όλες οι οικονομικές και παραγωγικές δραστηριότητες έχουν υποταχτεί στο κέρδος Καθαυτό, δηλαδή το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, έχουμε ιμπεριαλισμό.  Εκεί καμιά δραστηριότητα δεν ενεργοποιείται,  αν δεν αφήνει ένα προϋπολογισμένο κέρδος, άσχετα αν είναι κοινωφελής ή όχι. Ακόμα αν όποια δραστηριότητα αφήνει κέρδος είναι δυνατή, αν μπορεί να παρουσιάζεται σαν νομότυπη, ή δεν προβλέπει κάποιος νόμος την τιμωρία της.

76                                                                                                           
 Από κει και πέρα η ελεύθερη αγοροπωλησία, «ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης», τα ρυθμίζει όλα. Τα «μέσα ενημέρωσης» κι ειδικά η τηλεόραση, (που καί αυτή λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, δεν παρέχει υπηρεσίες αν δεν αφήνουν κέρδος), φροντίζει να υπηρετεί αυτούς που πληρώνουν. Βασικό καθήκον και έσοδό της έχει τη διαφήμιση, δηλαδή τη διαμόρφωση από την παιδική ηλικία αγοραστών και καταναλωτών.  Έτσι η τέχνη που έχει σκοπό τη διαμόρφωση κοινωνικού ήθους, την εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η διαφήμιση, η οποία διαμορφώνει το ανάλογο κοινωνικό ήθος αγοραστών και καταναλωτών. Όποια δραστηριότητα δεν προσφέρει στην ανάπτυξη και τη λειτουργία του συστήματος ή δε μπορεί να γίνει δελεαστικό εμπόρευμα, μένει στο περιθώριο φυτοζωώντας. Ακόμα πάρα κάτω, ο ιμπεριαλισμός γνωρίζοντας ότι η πολιτισμική ανάπτυξη των λαϊκών μαζών γεννά ρεύμα αντίστασης, κάνει ότι του είναι δυνατόν, να διαστρέψει το πολιτισμικό ήθος του λαού. Πνίγει λοιπόν τα μέσα “ενημέρωσης κι επικοινωνίας” με αντιαισθητικά και αντιπολιτισμικά εκτρώματα, φιμώνοντας κάθε πολιτισμική προσπάθεια και προωθώντας τη βαρβαρότητα.
      Ο ιμπεριαλισμός είναι αντίθετος σε κάθε πολιτισμικό οραματισμό, αφού η αυτοκρατορία του κέρδους είναι πραγματικότητα.  Εκεί το κέρδος είναι μια οντότητα που ζούμε και πεθαίνουμε, για να την κρατάμε ζωντανή.  Είναι η ανώτατη ιδέα, όπου περνώντας σαν τη φωτιά αναλώνει καίγοντας τα πάντα μέσα της για να μπορεί να ζει και θα πάψει να υπάρχει μόνον όταν θα τα έχει κάψει όλα. Γι’αυτό οι νέοι θεωρητικοί του ιμπεριαλισμού, μιλούν για τέλος της ιστορίας, αφού κατά τη γνώμη τους, η ιστορία στο εξής θα κάνει φαύλους κύκλους πλέον, επαναλαμβάνοντας τον τετελεσμένο εαυτό της, που έχει ήδη φτάσει στην ολοκλήρωσή του αστικού οράματος.

Κάθε δημοκρατική παροχή σε κάποιο κοινωνικό στρώμα είναι φυσικό να καταπιέζει περισσότερο τα στρώματα, που δεν την απολαμβάνουν. Αυτός ο νόμος θα ήταν φανερός αν δεν υπήρχε η αντιφατική σχέση ιμπεριαλισμού κι εξάρτησης: Στις χώρες που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις της πυραμίδας του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σχήματος, μπορούν να γίνονται παροχές  από την άρχουσα τάξη στις τάξεις οι οποίες την ανταγωνίζονται, στέλνοντας τον δικτατορικό τους αντίποδα έξω από την μητρόπολη, στις εξαρτημένες οικονομικά χώρες. Έτσι μπορεί να γίνεται λόγος για μια “δημοκρατία”, που το βρόμικό της πρόσωπο δεν βλέπουν τα κατώτερα στρώματα της μητρόπολης, γιατί είναι κολλημένο στη μούρη των κολασμένων σε μιαν άλλη χώρα μακρινή. Εδώ έχουμε μια ταξική συμμαχία που υπάρχει, όσο ο λαός της εξαρτημένης χώρας υπομένει το ζυγό. Απ’τηστιγμή όμως που η εξαρτημένη χώρα ενεξαρτοποιείται ή μπαίνει στην εξάρτηση άλλης χώρας, ο δικτατορικός αντίποδας μετατίθεται σταδιακά, στη μητρόπολη. Η μητρόπολη κάτω απ’την πίεση κοινωνικών ταραχών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ψάχνει τρόπο με πολέμους ή οικονομικούς εκβιασμούς να πάρει πίσω τη θέση της στην πυραμίδα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας.
                                                                                                                                                    77
       Η δύναμη κι ο πλούτος είναι αυτό που μπορεί να δικαιώσει κάθε ενέργεια από τη «φιλοσοφία» του ιμπεριαλισμού, άσχετα πόσο ανήθικη είναι. Έτσι ο πόλεμος κι οι καταστροφές, η σπατάλη της ενέργειας και των υλών, είναι το αποτέλεσμα του ιμπεριαλισμού. Κι επειδή ο ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να φρενάρει τον ανταγωνισμό, απειλεί τον κόσμο με καταστροφή. Έχει λοιπόν κι ο ιμπεριαλισμός την αδυναμία του, εκεί που βρίσκεται η δύναμή του: Ο ανταγωνισμός που είναι το βάθρο στο οποίο οικοδομεί την εντατικοποίηση για να προωθείται οικονομικά, είναι και η αδυναμία του να φρενάρει το κατρακύλισμα στην οικολογική καταστροφή και την ηθική και οικονομική εξαθλίωση του ανθρώπου.
       Στο παίγνιο του ιμπεριαλισμού, κυρίαρχος είναι όποιος βρίσκεται στην κορυφή κι ελέγχει το χρηματιστήριο και τους εξοπλισμούς. Ελέγχοντας το χρηματιστήριο όμως πνίγει το ίδιο το σύστημα.
       Όπως κάθε τι έτσι κι ο ιμπεριαλισμός συνίσταται από αντιφάσεις, που από τη μια τον ωθούν κι απ’την άλλη είναι η αιτία θανάτου του. Ο άκρατος ανταγωνισμός που γεννά τον ατομικισμό καταλήγει στη θεοποίηση του κέρδους και στην παντοδυναμία του χρηματιστηρίου. Αυτό το πνεύμα είναι υπερεθνικό ενώ συγχρόνως είναι νεοεθνικό. Ο εθνικισμός δεν μπορεί χωρίς ιμπεριαλισμό, στο ανώτατο στάδιο θέλει να τον υπερβεί ελέγχοντας το χρηματιστήριο, ενώ η «υγιής» ιμπεριαλιστική οικονομία θέλει το χρηματιστήριο υπερεθνικό. Όμως ο ανταγωνισμός που ωθεί τον ιμπεριαλισμό και τη δύναμη του χρηματιστηρίου, θέλει το χρηματιστήριο υποταγμένο στη χώρα που βρίσκεται στην κορυφή των εξοπλισμών, σαν εργαλείο οικονομικής πίεσης και υποταγής των αδυνάτων.  Η εγγενής αυτή αντίφαση θα είναι πάντα αιτία κάποιας σύγκρουσης, που κρέμεται σαν «Δαμόκλειος σπάθη» στο κεφάλι της ανθρωπότητας. Ο ιμπεριαλισμός συσσωρεύει ισχύ από την καταπίεση των λαών και θρέφεται απ’τις αντιθέσεις, γι’αυτό επιζητά την αδικία και τη συντηρεί. Κάθε προσπάθεια για οικοδόμηση οικονομικού μοντέλου, που δε θα υπακούει στην ιεραρχία του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σχήματος, είναι φυσικό να ποδοπατείται άγρια, αφού η φύση του ιμπεριαλισμού είναι ο ανταγωνισμός. Επιζητεί τη βία και χρησιμοποιεί όλες τις αιτίες που του δίνονται κι όταν δεν έχει αρκετές, τις γεννά αυτοσπαρασσόμενος.
      Ο ιμπεριαλισμός απορρίπτει κάθε ανθρωπιστικό όραμα στη φιλοσοφία και την τέχνη, υπακούοντας στο νόμο της ζούγκλας, όπου ο ισχυρός κατασπαράσσει τον αδύναμο χωρίς επαρκή αιτία.      

78
       Αντίθετα ο σοσιαλισμός έχει διαφορετική πρόταση από τον ιμπεριαλισμό. Στο σύστημα αυτό, το χρήμα είναι μέσο συναλλαγής και υπηρέτης της εργασίας. Ο απώτερος σκοπός του σοσιαλισμού είναι: ολοκληρώνοντας την πορεία του και φτάνοντας στο στάδιο του κομουνισμού, να καταργήσει το χρήμα αφού δεν θα χρειάζεται πια. Δεν θα υπάρχουν πλέον διακρίσεις που θα εκφράζονται με το χρήμα.
      Στον σοσιαλισμό το χρήμα λογίζεται σαν συσσώρευση εργασίας, που είναι αφηρημένη και ιδεατή, εκεί ο άνθρωπος δεν είναι το μέσον για την αναπαραγωγή του χρήματος, αλλά χρησιμοποιεί το χρήμα ως μέσον για την εξυπηρέτησή του.  Δηλαδή το χρησιμοποιεί σε επενδύσεις, που δεν έχουν αυτοσκοπό το κέρδος, αλλά τη δημιουργία εξελίξεων για την ανάπτυξη πολιτισμικού πλαισίου που να προωθεί την κατάργηση κάθε διάκρισης και τελικά του ίδιου χρήματος που είναι η διάκριση γυμνή. Κι αυτό το σύστημα έχει την αδυναμία του εκεί που βρίσκεται η δύναμή του. Έχοντας όραμα να οδηγεί τον άνθρωπο σε μια κοπιαστική ανοδική πορεία, φεύγει από την πεπατημένη των ανταγωνισμών και του κέρδους, έχοντας απέναντί του το αντίθετό του, τον ιμπεριαλισμό που είναι ο κατηφορικός δρόμος όπου όλα πορεύονται σαν το νερό στο αυλάκι προς την καταστροφή.
       Ο σοσιαλισμός επιχειρεί το νέο, το σωτήριο για την ανθρωπότητα που είναι το δύσκολο. Ο δρόμος της ποιοτικής ανόδου, της προσφοράς, της αυτοθυσίας, της ισότητας, της λιτότητας και όλων των ιδιοτήτων που θέλουν παιδεία και πολιτισμό, είναι αντίθετος με το δρόμο της απληστίας, της αρπαγής, της σπατάλης, της χυδαιότητας και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο ένας δρόμος απαιτεί από τον δυνατό σεβασμό και προσφορά προς τον αδύναμο, ενώ ο άλλος επιτάσσει την εκμετάλλευσή του αδυνάτου από τον δυνατό, αν θέλει να επιβιώσει ή αν θέλει να τον ενισχύσει. Στην περίπτωση του ιμπεριαλισμού, άσχετα αν ωφελείται ο κόσμος ή όχι, «η οικονομία ως ξέχωρη οντότητα πρέπει να προοδεύει». Εκεί κάθε επένδυση θα γίνει μετά από προσεκτικές εκτιμήσεις και μηχανογραφικούς υπολογισμούς αν θα αποφέρει ένα προϋπολογισμένο κέρδος, άσχετα αν είναι για το καλό ή όχι του ανθρώπου και ποιες επιπτώσεις θα έχει στο περιβάλλον. Αντίθετα οι δραστηριότητες στον σοσιαλισμό, δεν πρέπει να έχουν αποκλειστικό γνώμονα το κέρδος, αλλά να σχοινοβατούν ανάμεσα στον πολιτισμό και την οικονομική ανάπτυξη. Αν η οικονομία αναπτύσσεται εις βάρος του πολιτισμού, γεννώνται αντιθέσεις που θα δώσει λύση η παλινόρθωση του καπιταλισμού. Αν η πολιτισμική ανάπτυξη γίνεται σε βάρος της οικονομίας δημιουργούνται οι προϋποθέσεις που θα έχουν αποτέλεσμα την κατάρρευση της οικονομίας. Τότε το σύστημα είναι ευάλωτο στον ανταγωνισμό που ασκεί ο ιμπεριαλισμός και δεν μπορεί να αντισταθεί στις οικονομικές και πολεμικές του προκλήσεις. Έτσι φαίνεται ότι ο αγώνας του σοσιαλισμού ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι άνισος αν δε ληφθεί υπόψιν ένας άλλος παράγων:  Ενώ ο άνθρωπος κουράζεται απ’τη συνεχή πολιτισμική επαναστατικήπορεία, που είναι ανοδική, ξέρει ότι θα τον ελευθερώσει απ’τη βαρβαρότητα και την ανοησία, που θέλει τον άνθρωπο δούλο του κέρδους, την επιστήμη καταστροφέα του περιβάλλοντος και την αισθητική απόπατο του ωραίου.
                                                                                                                                                          79
      Ο άνθρωπος στο βάθος είναι υπερήφανος κι ανθίσταται ενάντια στη βαρβαρότητα. Με τον σοσιαλισμό λοιπόν απελευθερώνει απεριόριστες κοινωνικές δυνάμεις που δεν φοβούνται το δύσκολο έργο που γεννά το όραμα του σοσιαλισμού. Θέλουν να εργαστούν για αυτό το ένδοξο έργο, που δικαιολογεί το μύθο που πλέκει για τον άνθρωπο και τη σχέση του με τη δουλειά: επιστήμονες κι εργαζόμενοι, μακριά από τον ατομικισμό, ζουν την εμπειρία της συλλογικότητας, δηλαδή μιας άλλης διάστασης του εαυτού, που τους οδηγεί πολύ συχνά στην εμπειρία της υπέρβασης του εαυτού απ’τον εαυτό. Έτσι δημιουργούνται απεριόριστες προϋποθέσεις, για μιαν αληθινή κοινωνική ανάπτυξη κι όχι την αλόγιστη ανάλωση του δυναμικού της κοινωνίας όπως στον ιμπεριαλισμό.                                       

     ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ― ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ
Ως εδώ οριοθετήθηκε η αντιφατική σχέση δημοκρατίας-δικτατορίας, μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, όπου τα ενάντια διαλεκτικά, δε μπορούν να υπάρχουν από μόνα τους αλλά αλληλοπροεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν περιθώριο ανεξαρτησίας μεταξύ τους. Έτσι συνιστούν αντιφατικές ενότητες όπου, ενώ το ένα είναι αιτία ύπαρξης του άλλου, μάχονται κιόλας, θέλοντας το ένα να απορρίψει το άλλο. Ενώ η μισθωτή εργασία γεννιέται απ’το κεφάλαιο, συγχρόνως είναι κι η αιτία του κεφαλαίου· κι ενώ το ένα δε μπορεί χωρίς το άλλο, σπαράσσονται κιόλας.
       Κατά την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, όταν η εξουσία ανήκει στην αστική τάξη έχουμε καπιταλισμό κι όταν η εξουσία ανήκει στην εργατική τάξη, έχουμε σοσιαλισμό. Καί στις δυο περιπτώσεις υπάρχουν διακρίσεις που μπορούν να εκφραστούν με το χρήμα.  Η μόνη λύση της αντιφατικής σχέσης μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου είναι ο κομουνισμός, όπου δεν χρειάζεται το χρήμα, αφού η εργασία και τα αγαθά, εκεί παύουν να είναι εμπορεύματα. Η εργασία εκεί θα είναι συνυφασμένη με τη δημιουργικότητα του ανθρώπου, άρα το προϊόν θα είναι ιερό και θα αντιμετωπίζεται με σεβασμό.  Εκεί οι ύλες και γενικότερα η φύση, θα πάρουν στην ανθρώπινη συνείδηση, τη διάσταση που πρέπει. Εκεί δεν θα υπάρχει ούτε δικτατορία ούτε δημοκρατία, αφού η αντιφατική σχέση υποταγής και κυριαρχίας (μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου) θα έχει λυθεί.
      Υπάρχει η εντύπωση ότι η κρατικοποιημένη οικονομία είναι συνώνυμο του σοσιαλισμού, έτσι θα χρειαστεί η εξής διευκρίνιση: Αφού η αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου συνεχίζεται και στη διάρκεια του σοσιαλισμού, αν η συσσώρευση αξίας σε κρατικές αποθήκες και οι κρατικές παραγωγικές επενδύσειςέχουν ανάγκη και γεννούν μισθωτή εργασία, είναι κεφάλαιο. Ακόμα αν το κεφάλαιο εξουσιάζεται από γραφειοκρατικό μηχανισμό, έχουμε καπιταλισμό. Αν όμως ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι γραφειοκρατικός, αλλά λαϊκός ή προλεταριακός, μολονότι η αντιφατική σχέση κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας συνεχίζει να υπάρχει τότε έχουμε σοσιαλισμό.

80                                                                                                           
     Καί στις δυο περιπτώσεις, όσο μεγαλύτερος είναι ο γραφειοκρακός μηχανισμός, τόσο περισσότερα βάρη επωμίζεται το προλετατιριάτο για να τον συντηρεί.  Καί σ’αυτή την κοινωνική φόρμα υπάρχουν δυο ομάδες με οργανωμένα ταξικά συμφέροντα: Το προλεταριάτο κι η γραφειοκρατική νεοαστική τάξη. Ανάμεσά τους υπάρχουν στρώμα-τα επιστημόνων και τεχνικών που χρειάζονται και στις δυο τάξεις για να ασκήσουν την εξουσία.
       Οι τεχνικοί που έχουν υψηλές ειδικεύσεις, είναι φυσικό να θέλουν στην πλειοψηφία τους τη διάκριση, γι’αυτό συντάσσονται με τους γραφειοκράτες. Όμως μεγάλο ποσοστό απ’αυτούς, λόγω υψηλής κουλτούρας, περιφρονούν τις οικονομικές διακρίσεις και τάσσονται με το προλεταριάτο παίζοντας ρόλο πρωτοποριακό. Σ’αυτή την αντιφατική σχέση, δεν είναι πάλι μόνον οι οικονομοτεχνικές δομές που δείχνουν αν το κοινωνικό σύστημα είναι σοσιαλισμός ή καπιταλισμός, αλλά κι ο φορέας της εξουσίας. Αν φορέας της εξουσίας είναι η γραφειοκρατία έχουμε καπιταλισμό, αν φορέας της εξουσίας είναι οι εργαζόμενοι έχουμε σοσιαλισμό.     Δεν πρέπει λοιπόν να κοιτάμε τις ταμπέλες ή το πως αυτοονομάζεται ένα καθεστώς αλλά τις δομές της εξουσίας. Η ύπαρξη τακτικού στρατού, τακτικής δικαιοσύνης και τακτικού κρατικού μηχανισμού, φανερώνει πως την εξουσία έχει η γραφειοκρατία. Αν το κοινοβούλιο, η δικαιοσύνη κι ο στρατός είναι προλεταριακά, τότε την εξουσία έχει η εργατική τάξη. Αν όμως είναι προωθημένο ένα σχήμα προλεταριακής εξουσίας, χαρακτήρας του σοσιαλισμού μπορεί να είναι κι η λαϊκή εξουσία με προλεταριακή πρωτοπορία. Δηλαδή λαϊκό κοινοβούλιο, λαϊκή δικαιοσύνη, λαϊκός στρατός.                                                                                     

Στην περίπτωση του τακτικού κρατικού μηχανισμού, γραφειοκράτες μισθωτοί κρατάνε όλες τις θέσεις κλειδιά που φαίνεται ότι υπακούν σε κάποια κυβέρνηση, ορισμένη από κάποιο εκλεγμένο κοινοβούλιο.
Όσους κι αν απολύσει μια κυβέρνηση για να προσλάβει άλλους, αυτό το κράτος έχει θεσμούς, που ορίζουν τον τρόπο λειτουργίας από μόνο του.  Εκεί ο γραφειοκρατικός μηχανισμός είναι το ουσιαστικό υπόβαθρο της εξουσίας, που δεν έχει την ανάγκη κοινοβουλίου ή εκλεγμένης κυβέρνησης για να κυβερνά.  Απ’την άλλη, αυτό το είδος κοινοβουλίου δε μπορεί χωρίς γραφειοκρατικό μηχανισμό. Ακόμα το κοινοβούλιο των λεγομένων χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», μολονότι έχει εξουσία μεγαλύτερη απ’το αστικό, είναι ένα «δημοκρατικό όργανο» που εκφράζει τα συμφέροντα των γραφειοκρατών  και των τεχνοκρατών.  Αυτοί είναι σίγουροι ότι ηεργατική τάξη δε μπορεί ν’ασκήσει την εξουσία. Για χάρη λοιπόν των εργατών και των αγροτών, αυτοί τους «υπηρετούν» κάνοντας αυτό το δύσκολο έργο. Για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι πρέπει να τους περιβάλλουν με τιμές και διακρίσεις, που πάντα εκφράζονται με το ανάλογο χρήμα. Παίρνουν έτσι την οικονομία στα χέρια τους και στο βαθμό που έχουν και την εξουσία, είναι οι νέοι κεφαλαιοκράτες.
                                                                                                                                                       81
 [Οι παλιοί κεφαλαιοκράτες αυτοδημιούργητοι, δραστήριοι και σκληροί, ήταν πολλές φορές πρωτοπόροι. Οι νέοι, χυδαίοι παμπόνηροι κι αετονύχηδες, δε θέλουν την παλινόρθωση του παλιού καπιταλισμού, αφού στο μεγάλο μονοπώλιο που είναι ο χώρος τους ξέρουν να διαφεντεύουν. Αυτοί δεν έχουν δουλέψει ποτέ, για αυτό είναι πιο σκληροί απέναντι στην εργατική τάξη. Με μια μονοκοντυλιά ανεβάζουν τις «νόρμες» των εργατών και τις δικές τους αποδοχές στο όνομα ενός σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο, αφού ο άνθρωπος είναι ατελής κι όχι ιδεώδης και στο όνομα μιας «πραγματιστικής πολιτικής στον τομέα της εξέλιξης της παραγωγικότητας». Μέσ’τους κόλπους τους υπάρχει σκληρή πάλη, αφού ένα μέρος των ειδικών θέλει να αποδεσμευτεί τελείως απ’αυτό το μονοπώλιο, που ορίζοντας κάποια κλίμακα μισθών περιορίζει τα όρια της φιλοδοξίας και της αλαζονείας μιας ομάδας αυθεντιών. Αυτοί θέλουν ελεύθερη αγοροπωλησία της προσφοράς του ανθρώπινου δυναμικού που τους ευνοεί, αφού οι ατάλαντοι γραφειοκράτες έχουν μετατρέψει την λαϊκή δημοκρατία σε γραφειοκρατική νεοαστική δικτατορία].
        Αντίθετα στην περίπτωση της λαοκρατικής εξουσίας: Το Λαϊκο Κοινοβούλιο πρέπει να απαρτίζεται από εκπροσώπους λαϊκών επιτροπών που δεν είναι μόνιμοι, αλλά ανά πάσα στιγμή ανακλητοί.  Οι επιτροπές μπορούν και πρέπει να στέλνουν διαφορετικούς εκπροσώπους για την ανάλογη περίσταση, οι οποίοι θα παίρνουν αποφάσεις για θέματα που θα προωθούνται εκεί κι από άλλα λαϊκά όργανα. Απ’το λαϊκό κοινοβούλιο πρέπει να εκλέγεται μια επιτροπή επαγρύπνησης που παίζει το ρόλο κυβέρνησης εκτάκτων περιστάσεων χωρίς μονιμότητα. Αυτή μπορεί να αλλάζει μετά από κάθε συνέλευση κι έτσι η εξουσία ουσιαστικά θα ασκείται από το λαϊκό κοινοβούλιο.
      Όσο λιγότερη μονιμότητα έχουν τα όργανα εκπροσώπησης, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η δημοκρατία για το λαού κι η δικτατορία πάνω στους γραφειοκράτες. Ακόμα έτσι υποχρεούνται όλοι να συμμετέχουν και να είναι άγρυπνοι στις εξελίξεις του κοινωνικού γίγνεσθαι.  Θα ήταν προτιμότερο οι λαϊκοί εκπρόσωποι να είναι μέλη του Κ.Κ., αυτό όμως δεν είναι αναγκαίο αφού θα λειτουργούν κι άλλα κόμματα (τα κόμματα δεν πρέπει να καταργούνται, αλλά να μαραίνονται από μόνα τους όταν θα παύει η αναγκαιότητά τους). Πρέπει να υπάρχουν εκπρόσωποι από όλες τις ζωντανές τάσεις. Καθήκον του Κ.Κ. είναι να πάρει την πρωτοπορία μέσ’το λαό μ’αγώνες, ήθος κι εργατικότητα και να βάλει τα άλλα κόμματα σε μαρασμό, αν καταφέρει να πείσει ότιείναι καλύτερο, κάτι που είναι δύσκολο και προ πάντων μακροπρόθεσμο. Έτσι το Κ.Κ. θα δοκιμάζεται συνεχώς κατακτώντας ανώτερη ποιότητα κι όχι ασκώντας μια στείρα δικτατορία λίγων πάνω στους πολλούς, έξαφνα και χωρίς να το καταλάβει, θα έχει διαβρωθεί απ’τη γραφειοκρατία και θα βρεθεί σε αντεργατικές και αντιλαϊκές θέσεις.      .                                                                                          
82
      Είναι φυσικό μετά από μιαν επανάσταση, τα λαϊκά στρώματα που έπαιξαν ενεργό ρόλο, να έχουν και τον ανάλογο οπλισμό, διαμορφώνοντας την εξουσία, στους διάφορους φορείς και περιοχές κάθε δεδομένη στιγμή. Η εξουσία διαμορφώνεται μετεπαναστατικά απ’τους φορείς παραγωγικών στρωμάτων, που με τη σειρά τους δίνουν τη μάχη για την ειρήνη. Τα διάφορα κόμματα, θα μεταμορφώνονται απ’την εισβολή νέων μελών μέσα τους. Μέσα απ’αυτή την ειρηνική διαδικασία, το Κ.Κ. μπορεί να χάσει την εξουσία ή μέρος της εξουσίας που δεν του ανήκει πια, από άλλους φορείς που επάξια μπορεί να του την πάρουν.  Έτσι δεν θα μπορεί να επαναπαυθεί και να γίνει βάρος στο λαό. Με αυτόν τον τρόπο η ευμετάβλητη σύνθεση του λαϊκού κοινοβουλίου θα φανερώνει την αληθινή εξέλιξη της πορείας του σοσιαλισμού. Η πορεία αυτή θα ξεκινά από ένα πολύμορφο μικτό λαϊκό κοινοβούλιο καταλήγοντας, αν όλα πάνε καλά, σ’ένα αμιγώς προλεταριακό, αφού υποτίθεται ότι το Κ.Κ. με τη δραστηριότητά του, θα καταφέρει να προλεταριοποιήσει το μέρος των λαϊκών στρωμάτων, που πρόσκεινται σε άλλα κόμματα. Η εξελικτική πορεία αυτής της διαδικασίας, θα ζητήσει κάποια στιγμή το μαρασμού όλων των κομμάτων και κατά συνέπεια του Κ.Κ. αφού δεν θα υπάρχει πια ανάγκη κομματικών ανταγωνισμών. Η εξελικτική πορεία της αντιφατικής σχέσης των κοινωνικών και κομματικών ανταγωνισμών κι η λύση τους, είναι η ίδια η σοσιαλιστική πορεία που στο τέλος της δε θα υπάρχουν κόμματα κι αντιθέσεις κοινωνικές.
      Ο Λαϊκός Στρατός είναι οι ένοπλοι πληθυσμοί, που ακούνε στις λαϊκές επιτροπές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτός ο στρατός είναι κατεξοχήν αμυντικός που η αμυντική του δύναμη είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την επιθετική.  Μπαίνοντας ο εισβολέας στη χώρα σχετικά εύκολα, θα έχει τόσο πιο δύσκολη προέλαση και θα δέχεται τόσο μεγαλύτερη πίεση από παντού, όσο πιο βαθιά και πιο πολύ μένει στη χώρα, σε βαθμό που τελικά να μη μπορεί να υποχωρήσει. Αυτό γιατί οι πληθυσμοί θα συντάσσονται σε μεγάλες στρατιές λαϊκής άμυνας (νέων, γέρων, ανδρών και γυναικών), που θα σαμποτάρουν και θα χτυπούν κλέφτικα ή τακτικά, έναν εχθρό έρμαιο της δικής τους τακτικής επιλογής στο σημείο σύγκρουσης.  Επειδή όμως υπάρχουν σύνορα, το λαϊκό κράτος έχει ανάγκη από ένα μικρό τακτικό συνοριακό στρατό, που θα ελέγχεται από επιτροπές των συνοριακών πληθυσμών.  Αυτός ο λαϊκός στρατός μαζί με τα ένοπλα λαϊκά στρώματα των συνοριακών πληθυσμών, θα έχει καθήκον να καθυστερεί τον εισβολέα,  έως ότου οι εργαζόμενοι πληθυσμοί να συνταχτούν και ανείναι δυνατόν, έντεχνα να οδηγεί τον εισβολέα σε επιθυμητές θέσεις σύγκρουσης.
                                                                                                                                                             83
     Έτσι ο λαϊκός στρατός κι από τη σύνθεσή του, δεν μπορεί να έχει επιθετικό χαρακτήρα, αφού οι ένοπλοι πληθυσμοί, δεν μπορούν να κάνουν εκστρατείες.  Ακόμα τμήματα που θα μπορούσαν να κάνουν μιαν εκστρατεία, δεν θα μπορούν να ελέγχονται από λαϊκές επιτροπές. Όσο πιο μεγάλα είναι τα τακτικά εκστρατευτικά τμήματα, τόσο πιο επικίνδυνα είναι να καταλύσουν τη λαϊκή εξουσία, πολύ περισσότερο επιστρέφοντας νικηφόρα. Επίσης γνωρίζουμε πως τα μέλη επιθετικών στρατιωτικών σωμάτων, χάνουν ένα μέρος από την ανθρωπιά και τη λαϊκή τους κουλτούρα. Γι’αυτό γίνονται πιο επικίνδυνοι με την αίγλη μιας νίκης.
      Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του λαϊκού στρατού είναι η αφαίρεση της στρατιωτικής εξουσίας απ’τα χέρια των γραφειοκρατών και των τεχνοκρατών με την κατάργηση του τακτικού στρατού.  Αυτό είναι απόλυτη ανάγκη, με όλα τα μειονεκτήματα που ακολουθούν μια τέτοια επιλογή, αλλά «ο λαός χωρίς λαϊκό στρατό δεν έχει τίποτα».  Η ελευθερία, η δικαιοσύνη κι η εξουσία κατακτώνται και ασκούνται με τα όπλα και κανείς δεν τα χαρίζει. Επίσης ο γραφειοκράτης χωρίς όπλα, δηλαδή χωρίς τον έλεγχο του στρατού, έχει μόνο την δύναμη της δουλειάς του και είναι ανίκανος να πάρει πλήρως την εξουσία.  Για να αφαιρέσει ο λαός από τους γραφειοκράτες το μέρος της εξουσίας που ασκούν μέσα από την δουλειά τους, τοποθετεί λαϊκούς επιτρόπους, περιορίζοντας όσο είναι δυνατόν για κείνη τη στιγμή, τη δύναμη και το κύρος των γραφειοκρατών. Έτσι λοιπόν μένει στους γραφειοκράτες μόνον η διάκριση της ειδίκευσης και της μισθολογικής τους κλίμακας.
     Ας σκεφτούμε πόσοι μόνιμοι στρατιωτικοί τεχνικοί, γραφειοκράτες και άλλοι ειδικοί, απασχολούνται στον τακτικό στρατό ζώντας προνομιούχα εις βάρος του λαού. Όλοι αυτοί διατηρούνται για περίπτωση πολέμου, όταν όμως έλθει ο πόλεμος, στέλνουν τον λαό  στο σφαγείο.  Αυτοί στην πλειονότητά τους σχεδιάζουν στο χαρτί και υπογράφουν διαταγές από απόσταση, στα επιτελικά γραφεία, την ώρα που οι λαϊκές μάζες πατάνε μέτρο-μέτρο ότι σχεδιαστεί στο χαρτί και κάθε ριπή σωριάζει δεκάδες κάτω. Οι τακτικοί στρατοί, όντας επιπλέον μισθοφορικοί (και μάλιστα στην ηγεσία), πάσχουν από την αρρώστια αυτών των στρατών: είναι γενναίοι και σκληροί όταν ο πόλεμος είναι μακριά ή όταν αντιμετωπίζουν αόπλους, αλλά όταν ο κίνδυνος πλησιάζει δειλιάζουν. Επίσης είναι άπιστοι στους δημοκρατικούς θεσμούς κι όταν τους δοθεί ευκαιρία τους καταλύουν. Είναι φυσικό ο μόνιμος πολεμικός μηχανισμός να υπηρετεί την τάξη που τον γέννησε και στην περίπτωση αυτή, την αστική. Ο τακτικός στρατός είναι ο κυριότερος φορέας προστασίας των αστικών συμφερόντων και θεσμών και είναι υπέρμαχος της διάκρισης.  Όσο μεγαλύτερος ο τακτικός στρατός σε μια σοσιαλιστική ή λαϊκά εξουσιαζόμενη χώρα,τόσο μεγαλύτερη η δύναμη της γραφειοκρατίας σε αυτήν την χώρα. Εκεί οπωσδήποτε βρίσκονται οι δυνάμεις της αντίδρασης και της ανατροπής.

84                                                                                                                                                                         Η λαϊκή αστυνόμευση είναι κι αυτή καλύτερη, επειδή οι ίδιοι οι πολίτες αστυνομεύουν εκ περιτροπής το δικό τους χώρο, αφού έτσι κι αλλιώς είναι ένοπλοι κι ανήκουν σε λαϊκές στρατιωτικές οργανώσεις· οι εργάτες στο εργοστάσιο και οι λαϊκοί στη γειτονιά. Επίσης η λαϊκή αστυνομία είναι πιο αποτελεσματική αφού οι γείτονες γνωρίζονται μεταξύ τους και γρήγορα θα εντοπίζονται οι πιθανοί ένοχοι.  Αντίθετα το τακτικό σώμα της αστυνομίας, είναι φυσικό να υπακούει στους γραφειοκράτες, να είναι ταξικά αντίθετο προς το προλεταριάτο, εχθρικό προς την λαϊκή εξουσία κι αδιάφορο για τα καθήκοντά του.
     Η λαϊκή δικαιοσύνη είναι και αυτή ανώτερη από την τακτική και άμεση. Αποδίδει αυστηρότητα όπου χρειάζεται και ανάλογη επιείκεια όταν πρέπει, αφού οι δικαστές είναι οι ίδιοι οι γείτονες που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις εκδικαζόμενες υποθέσεις, τον χαρακτήρα και τις διαφορές των διαδίκων γειτόνων τους. Οι λαϊκοί δικαστές δεν είναι μισθοφόροι ούτε επαγγελματίες που λαχταράνε ν’αποκομίσουν κέρδη και να αξιοποιήσουν οικονομικά τις σπουδές τους, δηλαδή να διακριθούν με όποιο τρόπο μπορεί να φανταστεί κανείς σε μιαν ανταγωνιστική και διεφθαρμένη κοινωνία. Γι’αυτούς είναι θέμα ταξικής τιμής να δικάζουν όχι εξ επαγγέλματος.  Ο ίδιος ο λαός της γειτονιάς είναι ο μέγιστος κριτής, που όταν διαφωνεί παρεμβαίνει. Έτσι η λαϊκή αστυνόμευση κι η λαϊκή δικαιοσύνη περιορίζει τη γραφειοκρατία στο μέγιστο προωθώντας την λαϊκή αμεσότητα.  
      Σε μια χώρα λαϊκή-προλεταριακή φυλακές δε χρειάζονται. Αφού δεν μπορεί κανείς να αποδράσει. Κανείς δεν μπορεί να πάει κάπου χωρίς να ενημερώσει τις τοπικές επιτροπές, αφού για να μετακινηθεί θα πρέπει να παρουσιαστεί κάπου, για δουλειά, κατοικία, φαγητό κ.λπ. Κανείς δεν είναι απρόσωπος. Έτσι ο κατάδικος θα εκτίει την ποινή στο σπίτι του, θα τιμωρείται από τη συμπεριφορά των γειτόνων του και τις εργασίες που θα του αναθέτουν. Όταν όμως πρόκειται για επικίνδυνους  κακοποιούς,  θα πρέπει  να υπάρχουν  ειδικά  ιδρύματα-χωριά, με ψυχιατρική φροντίδα κι ανάλογες εγκαταστάσεις για σωστή διαπαιδαγώγηση-διαβίωση. Εκεί θα στέλνεται κάποιος μετά από απόφαση των γειτόνων του, των συνεργατών και των συγγενών του, όταν πλέον κανείς δεν θα μπορεί να εγγυηθεί για την μελλοντική συμπεριφορά του.  Οι χώροι αυτοί πρέπει να αυτοδιοικούνται και να έχουν αυτόνομη παραγωγική δραστηριότητα. Οι εκλεγμένες τους επιτροπές, θα συνεργάζονται με ειδικούς που θα παίρνουν εντολές από τους λαϊκούς επιτρόπους της περιοχής, όπου θα φιλοξενείται το σωφρονιστικό χωριό και όπου θα ανήκει πολιτιστικά και παραγωγικά.  
       Η καλύτερη “τιμωρία” και διαπαιδαγώγηση είναι όταν παύει να είναι τιμωρία.  Αυτή είναι  ο άθλος  να μπορείς  να ζεις έντιμα  και μετην αξία σου, χωρίς να επιβαρύνεις ή να αδικείς κανέναν. Αυτό που φαίνεται αυτονόητο για κάποιους, είναι για άτομα αντικοινωνικά ή απροσάρμοστα ακόμα και στις απαιτήσεις του σοσιαλισμού, ένας άθλος άξιος φροντίδας και αγάπης.
     Σε ήπιες περιπτώσεις αντικοινωνικότητας που παρουσιάζεται σε άτομα με καλλιτεχνική ή ιδιόμορφη δημιουργική φύση, η λαϊκή μέριμνα θα έχει φροντίσει. Οι ευφυείς αυτοί άνθρωποι, πρέπει για το καλό της κοινωνίας και τις αξίας που αυτά τα άτομα είναι ενδεδυμένα, να έχουν από μικρά ιδιαίτερη φροντίδα, ώστε η δημιουργικότητά τους να διοχετευτεί σ’εποικοδομητικές δραστηριότητες για να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους.                                                                                                                                                                                                                                                                   85
         Ουσία της λαϊκής εξουσίας είναι, ο προγραμματισμός παραγωγής στο αγρό και το εργοστάσιο να γίνεται απ’τη βάση.  Στο λαϊκό κοινοβούλιο θα παίρνονται αποφάσεις ευρύτερου παραγωγικού προγραμματισμού και σχεδιασμού που θα διαμορφώνονται από τις προτάσεις των εκπροσώπων της βάσης, που θα είναι και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Οι ερευνητές κι οι τεχνοκράτες θα δουλεύουν υπό τη διακριτική επιτήρηση και συνεργασία εξειδικευμένων λαϊκών επιτρόπων και θα χαίρουν εκτίμησης, αφού δεν θα είναι απλοί υπάλληλοι, όπως στον καπιταλισμό, αλλά συνεργάτες. Πρέπει όμως κι αυτοί να μην ξεχνούν τη φροντίδα, την αγάπη, τις σπουδές κι ότι άλλο τους έχει προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα ή καμιά πληρωμή ο λαός. Για όσους τεχνοκράτες δεν προλεταριοποιούνται όμως, θα είναι αρκετή η μισθολογική τους διάκριση, ενώ για αυτούς που προλεταριοποιούνται, ο θαυμασμός, το κύρος και η εξουσία.
      Ο παραγωγικός και οικονομικός προγραμματισμός από τα λαϊκά στρώματα είναι η νίκη των εργαζομένων επάνω στην γραφειοκρατία. Το προλεταριάτο πρέπει να παλεύει ώστε όλες οι αποφάσεις να παίρνονται απ’τη βάση κι έτσι η κοινωνία να είναι στην πράξη προλεταριακή κι όχι μόνο στα λόγια.
      Εδώ ο σοσιαλισμός αναδύεται με την δυναμική εξελικτική πορεία δύο πόλων  που συνιστούν  αντιφατική  ενότητα.  Από τη μία ο πόλος της προλεταριακής αμεσότητας (αποκέντρωσης) και από την άλλη της γραφειοκρατίας (συγκέντρωσης). Αυτή είναι μια εξελικτική πορεία που ξεκινά από συγκεντρωτικές θέσεις και καταλήγει σε αποκεντρωτικές, περνώντας απ’όλες τις ενδιάμεσες θέσεις σχέσης συγκέντρωσης-αποκέντρωσης.   Στο τέλος της πορείας αυτής, θα έχουμε την άρση της αντιφατικής αυτής σχέσης, όπου δε μπορεί πια να είναι ούτε αποκεντρωτική ούτε συγκεντρωτική, με τον τρόπο που γίνεται εδώ αντιληπτή. Εκεί η αντιφατική σχέση γραφειοκρατίας-προλεταριάτου δεν θα υπάρχει αφού στον κομουνισμό δεν θα υπάρχει ούτε γραφειοκ-ρατία ούτε προλεταριάτο, ούτε χρήμα, αλλά μια νέα ποιότητα, σ’εμάς άγνωστη.

86                                                                                                            
        Η σοσιαλιστική εξελικτική πορεία μπορεί ακόμα να ξεκινά από τη στιγμή που το προλεταριάτο θα πάρει την εξουσία, με όσο δυνατόνμικρότερη προλεταριακή συμμετοχή, όμως με συμμάχους τα άλλα λαϊκά στρώματα. Το δικαίωμα αυτό αντλεί από την πείρα του παγκόσμιου προλεταριακού κινήματος ή την ύπαρξη άλλων ισχυρών προλεταριακών χωρών, αν υπάρχουν.  Μπορεί το προλεταριάτο και τα λαϊκά στρώματα να μην περιμένουν να ωριμάσει το οικονομοτεχνικό υπόβαθρο της χώρας τους, αν προηγήθηκε σε άλλη μεγάλη χώρα η κατάκτηση και η εδραίωση της εξουσίας από τους εργαζομένους και τα λαϊκά στρώματα. Σ’αυτή τη φάση το προλεταριάτο για να ασκήσει εξουσία, έχει ανάγκη τη γραφειοκρατία, την διάκριση, την τεχνοκρατία και το χρήμα, αφού δεν είναι ακόμα σε θέση να άρει την αντιφατική σχέση μισθωτής εργασίας κεφαλαίου. Κατά την εξέλιξη της πορείας του όμως, πρέπει να οργανώνει μηχανισμούς λαϊκής εξουσίας, έτσι που να περιορίζει την γραφειοκρατία από την λαϊκή και προλεταριακή αμεσότητα. Η πορεία της αντιφατικής σχέσης λαοκρατίας-γραφειοκρατίας, που είναι η πορεία λαϊκοποίησης των γραφειοκρατικών μηχανισμών, είναι ένα πρόσωπο της πορείας του σοσιαλισμού.
      Η σοσιαλιστική πορεία είναι σύμφυτη με τη σταδιακή ανάπτυξη του προλεταριακού πολιτιστικού και τεχνολογικού επιπέδου, με το οποίο θα υποκαταστήσει τη γραφειοκρατία, στους διοικητικούς και τεχνολογικούς μηχανισμούς. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, πρέπει παράλληλα με την πολιτιστική επανάσταση, στους κόλπους της να προωθείται η τεχνολογική επανάσταση κι η μεταρρύθμιση των οικονομοτεχνικών δομών. Αν η πολιτισμική εξέλιξη γίνεται σε βάρος της οικονομοτεχνικής, η οικονομία τότε καταρρέει και το προλεταριάτο θα χάσει την εξουσία, αδυνατώντας να ακολουθήσει τους διεθνείς ανταγωνισμούς. Το ίδιο θα συμβεί και με την ασύμμετρη ανάπτυξη της οικονομίας εις βάρος του πολιτισμού. Η οικονομική ανάπτυξη, χωρίς προλεταριακή πολιτιστική ανάπτυξη, αλλοτριώνει την λαϊκή συνείδηση, λειτουργώντας υπέρ της γραφειοκρατίας, του καταναλωτισμού και της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Τότε το σύστημα κομμένο και ραμμένο  στα μέτρα των γραφειοκρατών,  χωρίς προσπάθεια από μέρους τους, θα πέσει στα χέρια τους για να το «σώσουν» από την κατάρρευση.
      Θα μπορούσαμε λοιπόν να δούμε στον σοσιαλισμό, ένα πανίσχυρο προλεταριάτο να χάνει την εξουσία από τους γραφειοκράτες και ένα μικρό κι αδύναμο λαϊκο-δημοκρατικό μηχανισμό που προχωρά με σύνεση, να κατακτά την εξουσία, να την εδραιώνει και να προωθεί τον αληθινό σοσιαλισμό.  Όταν το προλεταριάτο είναι στη εξουσία, πρέπει το Κ.Κ. να είναι ανοικτό στο λαό πρωτοπορώντας δημοκρα-τικά σε ταξικούς και λαϊκούς αγώνες κι όχι να είναι κλειστό στο λαό κι ανοικτό σ’αυθεντίες, που διαμορφώνουν την παραγωγή πίσω απ’ τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές σύμφωνα με το «συμφέρον» των εργατών. Το Κ.Κ έχει καθήκον να οδηγεί το λαό στον δρόμο του αυ-τοπρογραμματισμού και της αυτοοργάνωσης, που είναι μεν δύσκολος αλλά αυτοσκοπός. Βέβαια το αποτέλεσμα παίζει μεγάλο ρόλο, αλλά μεγαλύτερο παίζει ο τρόπος που θα γίνει η αυτοοργάνωση δυνατή. Αυτή είναι η ταξική πάλη μέσ’το σοσιαλισμό που έχει αποτέλεσμα τον προγραμματισμό, τις αποφάσεις και τη δυνατότητα να πραγματοποιεί ό,τι επιλέγει η εργατική τάξη κι ο λαός, έχοντας την εξουσία.
                                                                                                                                                      87
         Είναι βέβαιο ότι οι γραφειοκράτες, οι εχθροί του λαού και του προλεταριάτου, αλλά κι όσοι απ’τους λαϊκούς έχουν γραφειοκρατική συνείδηση, όταν βρίσκονται σε θέσεις παραγωγής κι επιλογής αποφάσεων ή ακόμα περισσότερο μέσ’το Κ.Κ, έχουν μεγάλο μέρος της εξουσίας.  Έτσι η ταξική πάλη μέσα στο σοσιαλισμό, μπορεί να πάρει μορφή εξέγερσης σε περιπτώσεις που το Κ.Κ. θα έχει γραφειοκρατικοποιηθεί-αστικοποιηθεί. Ο δρόμος της εξέγερσης μέσα στο σοσιαλισμό, μπορεί να φαίνεται αβέβαιος, ενώ ο γραφειοκρατικός βέβαιος και σταθερός, όμως το προλεταριάτο τέτοιο δρόμο είχε και πριν την επανάσταση. Γι’αυτό πρώτα απ’όλα αγωνίζεται για την εξουσία, που είναι η ελευθερία και η δυνατότητα επιλογής και πραγματοποίησης των επιδιώξεών του. Αυτός που θεωρείται αβέβαιος δρόμος, είναι καλύτερος αφού ως την κατάκτηση της αταξικής κοινωνίας το προλεταριάτο, είναι η τάξη που προσφέρει περισσότερα κι απολαμβάνει λιγότερα. Η κατάκτηση της εξουσίας απ’το προλεταριάτο δε σημαίνει ανόητες διακρίσεις κι απολαύσεις, όπως στο καθεστώς των σοσιαλγραφειοκρατών, αλλά περισσότερη δουλειά και ευθύνη για ένα καλύτερο αύριο για το κοινωνικό σύνολο και τον κόσμο όλο. Ο «αβέβαιος» δρόμος της συνεχούς εξέγερσης, είναι αυτός της πάλης και της αλλαγής, αφού κάθε στατικότητα, είναι σε βάρος της εργατικής τάξης και υπέρ της γραφειοκρατίας.
      Η ανάπτυξη της λαϊκής κουλτούρας, τεχνολογικής παιδείας, της ταξικής συνείδησης και συνεχούς αφύπνισης της εργατικής τάξης είναι η εξελικτική πορεία που είναι κι αυτή ένα πρόσωπο του σοσιαλισμού. Γενικά ο σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη με τον λαό εξουσία.
Με την άνοδο του επιπέδου της τεχνολογικής εξειδίκευσης των εργαζομένων, κάποτε ο εργάτης θα χειρίζεται μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας και η δουλειά του θα είναι επιστημονική, που θα διαφέρει μόνο από τη δουλειά των ερευνητών, των χειροτεχνών και των καλλιτεχνών. Τεχνοκράτες, εκείνη την εποχή, θα είναι μόνον οι ερευνητές, αλλά φτάνοντας στο ύψος της ιδιότητάς τους, αυτό θα είναι και το όριό τους, αφού εκεί η έρευνα θα γίνεται με τεράστια συγκροτήματα που θα ανήκουν στο προλεταριάτο και θα είναι υπό την καθοδήγηση μικτών ομάδων τεχνικών κι εκπροσώπων του προλεταριάτου.  Εκεί ο ερευνητής θα έχει πάντα σαν άτομο, τον σεβασμό, την αξία και τις προοπτικές των προσωπικών του οραμάτων, αλλά θα είναι ο μικρότερος παράγων σε θέματα κοινωνικών επιλογών.

88                                                                                                           
         Ο κόσμος μας ξεκινώντας από κοινωνικές φόρμες όπου το άτομο παίζει  πρωτεύοντα  και  ηγετικό ρόλο,  καταλήγει σε φόρμες  όπου το σύνολο παίζει αυτό το ρόλο. (Ανάμεσα απ’τους δυο πόλους, που συνιστούν αυτή την αντιφατική σχέση, υπάρχουν απεριόριστες θέσεις δυναμικής σχέσης ατόμου-συνόλου). Στην εξέλιξη αυτής της δυναμικής σχέσης, θα έλθει η ώρα που η χειρωνακτική εργασία, η τέχνη κι η έρευνα θα είναι αξεχώριστα, ενώ κάθε άλλη εργασία θα γίνεται από αυτόματα συστήματα. (Μόνο η έρευνα κι η τέχνη θα είναι πνευματικές-χειρωνακτικές). Η πορεία της τάσης για τελική συνάντηση χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, συμπίπτει και με άλλο ένα πρόσωπο της σοσιαλιστικής πορείας.

Η αστική τάξη έχοντας την εξουσία μπορεί να προωθεί την τεχνολογία, χωρίς να αναγκάζεται να προωθεί συγχρόνως το πολιτιστικό επίπεδο των λαϊκών μαζών, γιατί αυτό μπορεί να γίνει ο τάφος της. Ενώ αντίθετα, τα λαϊκά στρώματα και το προλεταριάτο για να μπορούν να ασκήσουν την εξουσία, πρέπει προωθώντας την τεχνολογία να προωθούν παράλληλα το πολιτιστικό επίπεδο του λαού.  Η αστική κι η νεοαστική γραφειοκρατική τάξη, για να μπορούν να ασκούν την εξουσία απρόσκοπτα, πρέπει να προωθούν την τεχνολογία αντιστρόφως ανάλογα με τον πολιτισμό, ενώ αντίθετα το προλεταριάτο πρέπει να προωθεί την τεχνολογία ανάλογα και παράλληλα με τον πολιτισμό.    Το προλεταριάτο ακολουθώντας αυτό το δρόμο θα μπορέσει να εκπληρώσει κάποτε το ιστορικό του καθήκον, αντικαθιστώντας την γραφειοκρατία με την προλεταριακή αμεσότητα, οδηγώντας τις λαϊκές μάζες σε μιαν ειρηνική σοσιαλιστική πορεία προς τον κομουνισμό.
       Αν την εξουσία έχει ο ιμπεριαλισμός ή η γραφειοκρατική νεοαστική τάξη, με την υψηλή τεχνολογική ανάπτυξη, θα αφήνει πίσω ανειδίκευτους παρίες, οι οποίοι κάνοντας κάτι «εδώ κι εκεί» θα φυτοζωούν. Αυτοί μάλλον θα είναι εθνικές μειονότητες οι οποίες δεν θα έχουν απορροφηθεί κι ομοιογενοποιηθεί “πολιτιστικά” και κάνοντας τυφλές αιματηρές εξεγέρσεις θα ανεβάσουν το πολιτικό τους επίπεδο  και θα ενωθούν  με το προλεταριάτο συνιστώντας  έναν επαναστατικό χείμαρο. Τότε η σύγκρουση θα είναι αιματηρή, δηλαδή μια καθαρή προλεταριακή επανάσταση, που θα οδηγήσει άμεσα στον κομουνισμό. Τότε η σοσιαλιστική πορεία θα είναι η ίδια η διαδικασία της εξέγερσης.  Έτσι, έχουμε δυο δρόμους προς τον κομουνισμό: Τον ειρηνικό που είναι ο σοσιαλισμός κι ωθείται με συνεχείς πολιτιστικές εξεγέρσεις. Εκεί όπου το προλεταριάτο έχει την εξουσία και οδηγεί την μετάβαση ειρηνικά στον κομουνισμό με ελεγχόμενη ταξική πάλη. Και το βίαιο δρόμο, που την εξουσία έχει ο ιμπεριαλισμός ή η νεοαστική γραφειοκρατική τάξη, όπου μετάβαση θα είναι η ίδια η διαδικασία της εξέγερσης.
                                                                                                                                              89
Ένας άλλος δείκτης για την κατάσταση της σοσιαλιστικής πορείας σε μια λαοκρατούμενη χώρα, είναι ο ρόλος που παίζει το χρήμα μέσ’το σύστημα.  Όσο υπάρχει  χρήμα,  υπάρχει αντιφατική σχέση  μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, δηλαδή του προλεταριάτου και της γραφειοκρατίας, όπου υπάρχουν οικονομικά κίνητρα και διακρίσεις. Όσο υπάρχει χρήμα υπάρχει εμπόριο φανερό ή κρυφό, κρατικό ή ιδιωτικό που δημιουργεί συσσώρευση ιδιωτικών κεφαλαίων, τα οποία κατέχουν ομάδες που ο σοσιαλισμός δεν τις εκφράζει κι είναι φυσικό να τον υπονομεύουν με όλους τους τρόπους.  Οι τρόποι αυτοί ξεκινούν από την παγιοποίηση κάθε φορά της κοινωνικής κατάστασης, αφού η προώθηση του σοσιαλισμού τους θίγει, φτάνοντας ως την πάλη για την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Είναι φυσικό όταν υπάρχει διάκριση στην αξία της ανθρώπινης εργασίας να υπάρχει ο τρόπος που αυτή υλοποιείται, δηλαδή το χρήμα. Επίσης υπάρχει και ένας βίαιος αγώνας για την κατάκτησή του.  Όταν κάποιος δουλεύει οκτάωρο χωρίς ν’απολαμβάνει όλα τα προϊόντα διατροφής και πολιτισμού, ενώ άλλος με λιγότερη δουλειά τα απολαμβάνει κι έχει περίσσευμα, είναι μια κατάσταση διάκρισης που κάνει το χρήμα αναγκαίο. Το χρήμα που είναι ο τελευταίος προμαχώνας της αστικής τάξης, το χρήμα που είναι η διάκριση γυμνή.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Ο δυναμικός ορθολογισμός ενώ μοιάζει με διαλεκτική δεν είναι. Μπορεί να έχει μιαν επιστημονική επίφαση και να φέρνει κάποια γρήγορα αποτελέσματα στην επιστήμη, την οικονομία και τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, κρύβει παγίδες που όλοι “βλέπουμε”, αλλά φοβόμαστε να τις δούμε κατάματα.
                         Ας ξεκινήσουμε από την επιστήμη:
Η Θεωρία της Σχετικότητος, μολονότι εισήγαγε την χωροχρονική ενότητα στον επιστημονικό λογισμό, συγχρόνως την παραβλέπει. Επίσης παραβλέπει την διαπίστωση του Μπωμ, ότι στον κβαντικό κόσμο τα κινούμενα “κβαντικά σωμάτια” ή καλύτερα γεγονότα, απ’τη μια θέση στην άλλη είναι άλλα-διαφορετικά, δηλαδή καταλύονται-συντιθέμενα Είναι-ΜηΌντας, αντιφάσκουν.   Δέχεται λοιπόν ότι το φωτόνιο έχει ταχύτητα, μολονότι αυτό είναι συνεχώς Άλλο-Αλλού και δεν διαρκεί ώστε να τη δικαιούται. Επίσης όταν κάτι έχει ταχύτητα, σε διάρκεια κάποιων δευτερολέπτων (χρόνο ξέχωρο από χώρο), έχει διανύσει κάποιο χωρικό διάστημα (ξέχωρο από χρόνο). Το φωτόνιο όμως είναι κβαντικό γεγονός που διαθέτει συχνότητα και μήκος κύματος. Η συχνότητα και το μήκος κύματος μάλιστα συνιστούν αδιάρρηκτη χωροχρονική σχέση, όπου το ένα προϋποθέτει την ύπαρξη του άλλου. Επειδή η συχνότητα είναι ρυθμός ροής υπογεγονότων σε θέση, είναι χρόνος και το μήκος κύματος της ροής των υπογεγονότων είναι ο χώρος. Αυτό όμως ούτε η εξίσωση του Σρέντιγκερ το λαμβάνει υπ’όψιν. Μολονότι η κβαντική θεωρία αντιτίθεται στην νευτώνεια αντίληψη περί χώρου και του χρόνου ως ξέχωρα, τα χρησιμοποιεί έτσι. Επίσης μαζί μ’αυτά χρησιμοποιεί και τον κβαντικό χωρόχρονο, δηλαδή την συχνότητα και το μήκος κύματος, μολονότι ο νευτώνειος χώρος και χρόνος ως ξέχωροι,  υπακούουν στην ορθολογική αντικειμενικότητα, ενώ ο κβαντικός χωρόχρονος (συχνότητα-μήκος κύματος) τα απορρίπτει.
                                                                                                                                                                    90
                                    Στην πολιτική οικονομία:
Ο δυναμικός ορθολογισμός τον οποίον χρησιμοποίησαν για να αναπτύξουν τις θεωρίες τους, αλλά και ακολούθησαν στην πράξη ως διαλεκτική οι μαρξιστές όταν βρέθηκαν στη εξουσία, μπορεί να είχε γρήγορο αποτέλεσμα στην οικονομία και την τεχνολογία, όμως όπως είχε επισημάνει ο Μάο Τσε Τουνγκ, στη διαμάχη του ενάντια στον Λιου Σάο Σι και στη συνέχεια οι συνεχιστές του ενάντια στον Τενγκ Σιο Πινγκ, γεννούσε διακρίσεις οι οποίες απέρρεαν απ’την γραφειοκρατική ορθολογική αντίληψη για την ανάπτυξη. Η Διαλεκτική Υλιστική αντίληψη, ήθελε η ανάπτυξη να γονιμοποιεί τις λαϊκές μάζες και συγχρόνως να εξελίσσεται μέσω της ανάπτυξης των λαϊκών μαζών, ώστε ο λαός και το προλερταριάτο να μην απομονώνονται απ’την οικομοτεχνολογική εξέλιξη και να μην μπορούν να την ακολουθήσουν.
       Για τον ίδιο λόγο, αλλά και πέρα από τεχνική και οικονομία, όπως επιγραμματικά αναφέραμε πρέπει να τονιστεί ότι απώτερο καθήκον του σοσιαλισμού δεν είναι απλά η ισονομία ή η δικαιοσύνη. Αυτά έχουν προταθεί κι από άλλα κοινωνικά συστήματα ή φιλοσοφικές θεωρίες, μια που «το τι είναι δίκαιο», είναι πολυδιάστατο κι όχι απόλυτο.  Η ισονομία κι η δικαιοσύνη είναι η σκάλα που ανεβάζει το Ον σε ένα υψηλότερο αισθητικά επίπεδο, όπου ο άνθρωπος κοινωνώντας του τραγικού ορθώνεται μπρος στον ισχυρό και γέρνει μπρος στον αδύναμο».  Το ουσιαστικότερο στοιχείο του τραγικού είναι η αυτοθυσία. Εκεί πρέπει να πατήσει ξανά ο πολιτισμός για να μπορέσει να δώσει καρπούς.  Ο σοσιαλισμός πέρα απ’όλα αυτά και μέσα από τη σοσιαλιστική παιδεία, που είναι η κοινωνία του τραγικού, θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο σε μια νέα υπερβατική ποιότητα.  Τον Νέο, τον Σοσιαλιστικό Άνθρωπο.  Το πρόβλημα λοιπόν που δημιουργήθηκε στον λεγόμενο υπαρκτό σοσιαλισμό, ήταν ότι δεν έλαβε αρκετά υπόψιν την ανέλιξη του πολιτισμικού επιπέδου της κοινωνίας κι ότι οι επίγονοι της επανάστασης δεν ακολούθησαν τον Διαλεκτικό Υλιστικό δρόμο που είχαν χαράξει οι επαναστάτες, αλλά τον παραμέρισαν προσωρινά για γρηγορότερη ανάπτυξη.    Επίσης δεν μπορεί ποτέ στην επανάσταση τα ηγετικά στελέχη ν’απολαμβάνουν αγαθά που δεν απολαμβάνει ο λαός κι ειδικά τ’αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Αν ο σοσιαλισμός έχει ως σκοπό μόνο την βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατωτέρων στρωμάτων, με την επιτυχία αυτού του σκοπού και χωρίς την άνοδο της σοσιαλιστικής κουλτούρας μπαίνει στον φαύλο κύκλο του καταναλωτισμού.  Ο καταναλωτισμός είναι ο θάνατος του σοσιαλισμού, του πολιτισμού και του ανθρωπισμού.  Ο καταναλωτής συνεχώς θέλει ότι φαντάζεται πως δεν έχει· θέλει με την κατανάλωση να καλύψει το κενό ανθρωπιάς που του γεννά ο ίδιος ο καταναλωτισμός.                                                                                                                  
      Αν η επανάσταση θέλει να αλλάξει τον κόσμο κι όχι απλά να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των κατωτέρων στρωμάτων, πρέπει να ξεκινήσει πάλι από τις πηγές του πολιτισμού, να τις επεξεργαστεί ξανά, να τις ανανεώσει και να τις εντάξει μέσα στην επαναστατική κοινωνική παιδεία.  
                                                                                                           91
      Οι ρίζες του πολιτισμού βρίσκονται στο τραγικό πνεύμα, όπου γεννήθηκε η Διαλεκτική σκέψη κι η Δημοκρατία. Η βάση του τραγικού πνεύματος είναι η λατρεία της φύσης η οποία με τα σύγχρονα δεδομένα είναι η επιστημονικότητα ως υπερβατική τραγική τέχνη κι αίσθηση της αυτοθυσίας του ατόμου για το κοινωνικό σύνολο. Επίσης η αντίληψη ότι η ολοκλήρωση της ανάπτυξης της οικομοτεχνικής βάσης αυτόματα γεννά και το ανάλογο πολιτισμικό εποικοδόμημα ήταν μηχανιστική-αντιδιαλεκτική. Ο πολιτισμός πρέπει ν’αναπτύσσεται συγχρόνως με την οικονομοτεχνική ανάπτυξη, γιατί η οικονομοτεχνική ανάπτυξη από μόνη της δημιουργεί κοινωνικές δομές που επαναφέρουν τον καπιταλισμό. Η ορθολογική αναπτυξιακή διαδικασία μέσω της γραφειοκρατίας  μετατρέπει τον σοσιαλισμό  σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. (Αυτό ήταν το νόημα των πολιτιστικών εξεγέρσεων του Μάο Τσε Τούνγκ).

Η εργασία αυτή δεν είναι ένα σχολαστικό-επιστημονικό πόνημα το οποίο περιγράφει λεπτομερώς τις οικονομοτεχνικές συνθήκες και σχέσεις μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτό είναι ένα καθήκον που πρέπει ν’ αναλάβουν φωτισμένοι διαλεκτικοί επαναστάτες οικονομολόγοι οι οποίοι πρέπει να παραμερίσουν τον δυναμικό ορθολογισμό με τον οποίον αναπτύχθηκαν οι δομές του υπαρκτού σοσιαλισμού και να οργανώσουν ένα Διαλεκτικό-Υλιστικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Δηλαδή να διαγνώσουν τις δημιουργικές αντιφάσεις σε κάθε συγκεκριμένη κοινωνική διάσταση και πάνω κει να προχωρήσουν σε έναν σοσιαλισμό που να στηρίζεται συγχρόνως στην παιδεία για τη δημιουργία του Σοσιαλιστικού Ανθρώπου. Η εργασία την οποίαν ανέπτυξα προσπαθεί να αναδείξει τις αντιφατικές σχέσεις και ενότητες μέσ’το κοινωνικό γίγνεσθαι και τις πιθανές ή επιθυμητές λύσεις τους.  Θεωρώ ότι η περαιτέρω επεξεργασία ή η εξειδίκευση των κοινωνικών σχέσεων μέσ’τα όρια μιας σύγχρονης μαρξιστικής ανάλυσης θα πρέπει να αποφεύγει την ορθολογική αντικειμενικότητα, αφού αυτή οδηγεί σε ταξικά αδιέξοδα. Οι επαναστατικές αναλύσεις πρέπει να βρουν το δρόμο της αντιφατικότητας, όπως ορίζει η διαλεκτική σκέψη, ώστε να έχει διαλεκτικά υλιστικά αποτελέσματα. Έτσι μόνον η διαλεκτική πορεία προς τον σοσιαλισμό δεν θα ξαναπέσει στις παγίδες της παλινόρθωσης του καπιταλισμού, όπως συνέβη στη Σοβιετία. Επίσης αν το Κ.Κ. Κίνας δεν είχε ακολουθήσει την πορεία της μονομερούς και γρήγορης τεχνολογικής ανάπτυξης, η οποία αυξάνει συνεχώς την δύναμη της κρατικομονοπωλιακής νεοαστικής τάξης κι απομακρύνει το προλεταριάτο απ’την εξουσία, αλλά ακολουθούσε το δρόμο μιας ανάπτυξης με τη συμμετοχή των λαϊκών στρωμάτων και του προλεταριάτου στην εξουσία, η Λαϊκή Κίνα δε θα γινόταν Εθνικοσοσιαλιστική.  Αυτό που δεν πέτυχε ο Χίτλερ λόγω του πολέμου, κατάφερε ο Τενγ Σιαο Πίνγκ, στρέφοντας τον σοσιαλισμό προς τον εθνικισμό και τις κρατικές δομές στο κρατικό μονοπώλιο, γεννώντας ένα νέο κίνδυνο για την ανθρωπότητα.

Προσοχή! Ο μαρξισμός χωρίς διαλεκτική γίνεται εθνικοσοσιαλισμός κι από στήριγμα της ανθρωπότητας γίνεται κίνδυνος γι’αυτήν.

92























                                                                                                           93                                                                                                              

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΝΤΕΡΙΝΤΑ

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΤΗΤΑ