ΠΕΡΙ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ
ΠΕΡΙ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ.
Υπό το πρίσμα μιας προσωκρατικής διαλεκτικής οπτικής
ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ
Λόγος:
Αμφιβάλλω για όλα, εκτός από το ότι αμφιβάλλω! Επειδή όμως γι’αυτό το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι Εγώ αμφιβάλλω, -Εγώ Nοώ-, έτσι: “Εγώ Νοώ, άρα Εγώ υπάρχω!
Αντίλογος:
Αμφιβάλλω, σημαίνει ότι αμφιβάλλω για Κάτι. Αμφιβάλλω για Κάτι, σημαίνει ότι έχοντας κάποιες εκ των προτέρων νοητικές καταβολές, προσλαμβάνω εν αμφιβολία τα εμπειρικά μηνύματα που μου στέλνει το Κάτι για το ποιόν του οποίου αμφιβάλλω. Δέχομαι όμως ότι υπάρχει αυτό το ίδιο το Κάτι, για τo υπάρχειν του οποίου δεν αμφιβάλλω, αλλά ούτε για το υπάρχειν αυτών των εκ των προτέρων νοητικών καταβολών αμφιβάλλω.
Έτσι πάνω στη βεβαιότητα ότι Υπάρχει αυτό το Κάτι για το ποιόν του οποίου αμφιβάλλω, μπορεί να οικοδομηθεί μια λογική με την οποία θα οργανωθεί η σκέψη μου. Η λογική αυτή είναι σύμφυτη με την αντίληψή μου για τη βεβαιότητα του υπάρχειν αυτού του κάτι, αλλά και με την αμφιβολία για τη φύση της ύπαρξής του, όπως επίσης για τη βεβαιότητα του υπάρχειν ενός "εκ των προτέρων γνωστικού μηχανισμού" αλλά με την αμφιβολία των δομών αυτού του μηχανισμού.
Γιατί:
Όταν αμφιβάλλω για την αξία των εμπειριών που λαμβάνω από το περιβάλλον, εκ της αποδοχής μου ως αμφιβάλλων γι'αυτές, πρέπει να κάνω δεκτή την ύπαρξη κάποιων ουσιών πίσω από αυτές, αλλά και την ύπαρξη ενός εκ τών προτέρων μηχανισμού γνωστικής δυνατότητας ώστε να έχω κάποιες εσωτερικές αντιστοιχίες για την επεξεργασία των εμπειριών που δέχομαι. Εξ ορισμού λοιπόν, με την ίδια την αμφιβολία μου για την αξία των εμπειριών που λαμβάνω, αποδέχομαι τον διαχωρισμό ενός κόσμου αιωνίων ουσιών, τις οποίες δεν γνωρίζω αφού δε μπορώ να έλθω σε άμεση επαφή και των φαινομένων τους, που έρχομαι σε άμεση επαφή. Ο διαχωρισμός αυτός προϋποθέτει ότι οι ουσίες είναι αιώνιες κι αναλλοίωτες, γιατί αν αυτές βρίσκονταν σε συνεχή αλλαγή η φαινομενικότητά τους θα ήταν η ίδια η πραγματικότητα. Tις εμπειρίες που λαμβάνει το ον απ'τα φαινόμενα, επεξεργάζεται νοητικά με τον εκ των προτέρων γνωστικό μηχανισμό που διαθέτει, ο οποίος μηχανισμός μπορεί μετά από κάποια εμπειρική συσσώρευση να οργανωθεί σε κάποια λογική. Η λογική που στηρίζεται στην ύπαρξη αγνώστων εσχάτων καθαυτών υλικών ή ιδεατών ουσιών πίσω απ'τα φαινόμενα, δηλαδή πίσω από την αμφίβολη και φαινομενική παρουσία του Kόσμου, είναι ο Oρθολογισμός.
Αμφιβάλλοντας λοιπόν για την αλήθεια του φαίνεσθαι του κόσμου, δεν αμφιβάλλω για την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου πίσω από τα φαινόμενα, ούτε για την Ορθολογική διαδικασία, ούτε για έναν "εκ των προτέρων γνωστικό μηχανισμό" που αξιοποιεί τις εμπειρίες.
Η πρόταση λοιπόν ότι “αμφιβάλλω για όλα, άρα το μόνο που δέχομαι αναμφίβολα είναι η αμφιβολία μου”, είναι υπερβολική και δε μπορεί να σταθεί πάνω της ένα ολόκληρο φιλοσοφικό ρεύμα χωρίς προϋποθέσεις πιο αμφίβολες απ'την ίδια την αρχική μου αμφιβολία. Οι αποδοχές αυτές που ο αμφιβάλλων, ως αμφιβάλλων, υποχρεούται να κάνει δεκτές, αναιρούν την αμφιβολία για άλλα, τα οποία είναι πιο πολλά από αυτά για τα οποία δεν αμφιβάλλει, ενώ θα έπρεπε να αμφιβάλλει πρώτα απ’όλα γι’αυτά. Δηλαδή ενώ δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη δύο κόσμων, ενός φανερού "φαινομενικού" κι ενός κρυφού "αληθινού", ούτε για την αποδοχή του ορθολογισμού ως τρόπου κατανόησης του κόσμου, αλλά ούτε για τους όποιους εκ των προτέρων μηχανισμούς του Εγώ, της Συνείδησης και της Νόησης, αμφιβάλλει για ό,τι εισπράττει μεσώ της καθημερινής εμπειρίας ψάχνοντας με εμβρίθεια πάντα για κάτι βαθύτερο και κρυμμένο, χαρακτηρίζοντας το φανερό ως φαινομενικό και αναληθές.
Ο Παρμενίδης ήταν ο πρώτος που μίλησε για την φαινομενολογία. [Σύμφωνα με τον Παρμενίδη ο κόσμος παρουσιάζεται στην νόηση με δύο τρόπους: Ο πρώτος, ο αληθινός που είναι ο κόσμος του "Εόντος" του υπάρχοντος και ο δεύτερος, που είναι ο φθαρτός και φαινομενικός, ο διάκοσμος. Στον πρώτο η διαδικασία της νόησης ακολουθεί το Εόν, το Είναι, το Υπάρχειν και είναι ο Ορθολογισμός. Εκεί το Μη-Είναι, δηλαδή αυτό που δεν υπάρχει, αποβάλλεται από τις διαδικασίες της λογικής ως αντιφατικό και αναληθές. Με αυτόν τον τρόπο η νόηση μπορεί να υπερβεί όλες τις παγίδες της αντιφατικής φαινομενικής καθημερινότητας και να φτάσει στην καρδιά της αταλάντευτης αλήθειας, δηλαδή στην ίδια την Ουσία. Στο δεύτερο τρόπο που είναι αυτός της καθημερινότητας, ο φθαρτός, ο απατηλός, δηλαδή η αντιφατική-φαινομενική αντανάκλαση της πραγματικότητας, τα γεγονότα Είναι-Μη Όντας και έτσι η λογική διαδικασία περιέχει μέσα της το σφάλμα του Μή-Είναι, το οποίο είναι η αντίφαση καθαυτή και όπως έχει καθήκον δεν μπορεί να υπάρχει. Επειδή λοιπόν εκεί ο κόσμος γίνενται αντιληπτός ως φαινομενικό αντιφατικό γίγνεσθαι, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, μπορεί να λειτουργήσει η Διαλεκτική σκέψη, η οποία περιέχοντας το Μη-Είναι, στο βάθος η αλήθεια της διαφεύγει].
Ο Ορθολογισμός:
Ο Παρμενίδης πρότεινε μια σειρά από λογικές αρχές οι οποίες ήταν βασικές για την αριστοτελική λογική τυπικότητα:
Α) Μόνο το Είναι υπάρχει, το Μη-Είναι όπως έχει καθήκον δεν μπορεί να υπάρξει όντας η αντίφαση γυμνή και γι'αυτό απορριπταία από τον ορθό λόγο. Ο όρος αυτός ενώ φαντάζει ταυτολογικός δεν είναι, αφού στρέφεται κατά της Αντιφατικής Λογικής του Ηράκλειτου, η οποία σύμφωνα με τον Παρμενίδη, δέχεται το Είναι-ΜηΌντας, που παρουσιάζεται ως φαινομενικό γίγνεσθαι της αντιφατικής καθημερινότητας με την οποία ερχόμαστε σε άμεση επαφή και που τελικά είναι απατηλό γιατί περιέχει μέσα του το Μη-Είναι.
Εδώ μ'έναν επεξηγηματικό τρόπο, παρουσιάζονται η αρχή της ταυτότητας και η αρχή της μη αντίφασης. Επειδή Κάτι μπορεί μόνο να Είναι (χωρίς Μη-Είναι μέσα του), γι'αυτό στο βάθος η Ταυτότητα κάποιου με τον εαυτό του δεν μπορεί να αλλάζει. Δηλαδή κάθε τι στο βάθος του είναι Απόλυτα Ταυτό με τον εαυτό του. Από κει απορρέει και η αρχή της μη-αντίφασης, αφού κάτι όντας Ταυτό με τον εαυτό του, δεν μπορεί να Είναι-Μη Όντας.
Β) Επειδή μόνο το Είναι υπάρχει ενώ το Μη-Είναι και η αντίφαση δεν υπάρχει, ο κόσμος είναι μόνο τώρα και δεν έχει που αλλού να πάει εξω από το Είναι. Έτσι ούτε Γίγνεσθαι ούτε Όλυσθαι αληθινά μπορεί να υπάρξει. Ο κόσμος λοιπόν περιέχεται μόνο μέσα στο Είναι το οποίο είναι τετελεσμένο, πεπερασμένο, σφαιρικό και κλειστό. Αν λοιπόν κάτι φύγει από κάποια θέση έχει καθήκον να ξαναεπιστρέψει εκεί που ξεκίνησε (μ'αυτό συμφωνεί κι ο Αϊνστάιν: "αν κάτι κινείται ομαλά και ευθύγραμμα στο σύμπαν υποχρεούται κάποτε να επιστρέψει στη θέση που ξεκίνησε").
Γ) Επειδή το σύμπαν είναι κλειστό και τετελεσμένο, αφού μόνον Είναι, δεν υπάρχει μέρος του κόσμου που να μην ανταποκρίνεται στον ορθό λόγο. Δηλαδή ο κόσμος ως Ουσία έχει μέσα του γεγραμμένη Νόηση και Λόγο, γι’αυτό όλες οι συγκριτικές διαδικασίες, όπου τα όμοια ανήκουν σε συγγενή ομάδα (κατηγορία), ενώ τα ανόμοια όχι, δηλαδή οι συνθετικές και αναλυτικές διεργασίες του ορθολογισμού, μπορούν να θεωρούνται έγκυρες και να μπορούμε με βεβαιότητα με τη χρήση τους να φωτίζουμε από τα γνωστά, τα άγνωστα. Έτσι λοιπόν "το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν".
[Ο Ορθολογισμός λοιπόν είναι η Λογική που προϋποθέτει ότι ο αληθινός κόσμος δεν είναι ο αντιφατικός και φαινομενικός που ερχόμαστε σε άμεση επαφή, αλλά αυτός που είναι πίσω από τα φαινόμενα, ο αληθινός και κρυμμένος. Αυτός αποκαλύπτεται με τον Ορθολογισμό, ο οποίος αρνούμενος το Μη-Είναι και τις αντιφάσεις του φαινομενικού καθημερινού κόσμου και πατώντας μόνο πάνω στο Είναι, μπορεί να φτάσει στην καρδιά της Αταλάντευτης Αλήθειας. Για τον αντιφατικό και φαινομενικό κόσμο μπορεί να χρησιμοποιηθεί η Διαλεκτική Λογική, αλλά αυτή είναι αναληθής, αφού πατά συγχρόνως και στο ανύπαρκτο Μη-Είναι].
Η φαινομενολογία:
Μετά
το έργο του Καντ, τα φαινόμενα αναδύονται σαφώς αποδεκτά ως
αντικειμενικά, ενώ τα πράγματα καθαυτά, θεωρούνται υπαρκτά μεν, μη γνώσιμα δε.
Άρα αυτό που μπορεί να στηριχτεί η ανθρώπινη γνώση είναι ο εκ των
προτέρων γνωστικός μηχανισμός που διαθέτει, ο οποίος εξελίσσεται
σε Συνείδηση και Καθαρή Λογική (ορθολογισμό). Με την φαινομενολογία
του Χέγκελ, η οποία έχει
παρμενίδεια καταγωγή, η έννοια των φαινομένων προσδιορίζεται ξανά. Τα
φαινόμενα παίρνουν ιδεατή αλλά και αντιφατική διάσταση, επίσης άσχετα αν
δεν το διασαφηνίζει απόλυτα, δέχεται την ύπαρξη πραγμάτων κάποιου
καθαυτού κόσμου, που δεν αντιφάσκουν. Σύμφωνα με τα λόγια του: “ο
κόσμος των πραγμάτων, δεν μπορεί να χρεωθεί με την αδυναμία της
αντίφασης, αλλά είναι η σκέψη που αντιφάσκει”. Η λογική λοιπόν για τον
Χέγκελ έχει εξαρχής αναντιστοιχία με την υλική ουσία. Απ’την άλλη όμως
ορίζει ασαφώς, την ύπαρξη μιας άλλης εσωτερικής ουσιαστικότητας, που
αφορά το Νοείν. Αυτή η εσωτερική αντιφατική ουσιαστικότητα, είναι ένας
βηματισμός για μιαν άλλου είδους “εκ των προτέρων γνωστικής δυνατότητας”,
αλλά και μιαν άλλη Λογική από τον ορθολογισμό. Αυτός μέσω της
φαινομενολογίας του παρακάμπτει τα αναπάντητα ερωτήματα που έθεσε ο
Πλάτων στον "Παρμενίδη" του οδηγώντας το νοείν στο Απόλυτο Είναι, που
ασαφώς κάποιες φορές γίνεται Απόλυτο Εγώ, ως Καθαρή Συνειδητότητα του
Είναι.Η φαινομενολογία ως συγκεκριμένη φιλοσοφία της αμφιβολίας, γενικά ξεκινά πατώντας στις Πυρρώνειες αντιλήψεις της αρχαιότητας, όπου ο Νοών δεν μπορεί αληθινά να έχει κάποια εκ των προτέρων δογματική αποδοχή για τη διερεύνηση του κόσμου, αφού αμφιβάλλει για όλα. Η στάση αυτή όνομάζεται εποχή, (epoche, σύμφωνα με τον Χούσσερλ), αφού ο αποδεχόμενος αυτή την άποψη, “επέχει”, κρατά αποστάσεις από τον κάθε δογματισμό. Αποδέχεται την ύπαρξη του κόσμου, αλλά ασκεί στάση αρρεψίας, δηλαδή δεν αποφαίνεται τηρώντας κάποια στάση αναμονής αλλά και άρνησης προς όλες τις προηγούμενες δογματικές τάσεις, δρώντας σύμφωνα με τις ανάγκες της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στον σύγχρονο κόσμο γεννιέται η αντίληψη της σύγχρονης φαινομενολογίας, όπου όλοι μιλάνε για ουσία και φαινόμενα έως τη στιγμή που η Φαινομενολογία ορθώνεται με τον Χούσσερλ ως θεωρία καθαυτή. Σύμφωμα με τον Χούσσερλ η έως τότε επιστήμη και μαζί της η φιλοσοφία αφήνει ένα κενό γενικότερης αμφιβολίας, αφού ούτε το ποιόν του καθαυτού κόσμου είναι αναμφισβήτητο, ούτε η αξία της εμπειρίας, ούτε η όποια δογματική «φυσική στάση» απέναντι στο φαίνεσθαι του κόσμου. Το μόνο αναμφισβήτητο για τους Ντε Καρτ, Καντ, Χέγκελ και Χούσσερλ είναι το Νοόν Εγώ, το οποίο γίνεται αντιληπτό με διαφορετικό τρόπο από τον καθένα τους.
Ο Χούσσερλ βάζει στο «παιγνίδι» ως βασικό παράγοντα την Καθαρή Συνείδηση ως έναν "εκ των προτέρων αντι-γνωστικό μηχανισμό" που αμφισβητεί αδιαφορώντας για την ίδια την έως τότε πορεία της γνώσης, αναζητώντας μια νέα εκκίνηση απ'το "γνωστικά και συνειδησιακά καθαρό ανεπιρέαστο". Η φαινομενολογία του Χούσσερλ (όπως οι Πυρρωνειστές), κρατώντας μια στάση "εποχής" (ουδετερότητας και αναμονής) ως προς τον "φυσικό κόσμο" και όλες τις αντιλήψεις και θεωρίες περί αυτού, ισχυρίζεται ότι βλέπει τα πάντα με νέο βλέμμα μακριά από κάθε δογματισμό. Δηλαδή θεωρώντας το φαινόμενο ως απατηλό οδηγό για την εξωτερική πορεία προς τον αόριστο καθαυτό κόσμο, τραβάει έναν αντίθετο δρόμο προς το Έσω. Έτσι το Εγώ, ο Θεωρός που είναι ο "ενσυνειδήτως-ασυνείδητα τον κόσμο θεωρών" επιδιώκει μέσω της "φαινομενολογικής αναγωγής" την απελευθέρωση του μόνου αληθινού, που είναι η Καθαρή Συνείδηση.
Το Καθαρό Εγώ του Χέγκελ, το Καθαυτό Είναι κι ο Καθαρός Λόγος του Καντ, το Cogito του Ντε Καρτ και η Καθαρή Συνείδηση του Χούσερλ έχουν όλα μια δυσοσμία μεταφυσικής αφού σιτίζεται εκεί όπου αποπατεί η διαλεκτική.
Αυτός ο "εκ των προτέρων αντι-γνωστικός μηχανισμός", που ορίζεται από τον Χούσσερλ ως "ανάλυση των ψυχολογικών δομών", έχει ως αποτέλεσμα την "ενότητα των εσχάτων θέσεων ισχύος της εσωτερικής ενδοϋποκειμενικής καθαρής συνειδησιακής συγκρότησης". Δηλαδή καταλήγει στη βεβαιότητα των δομών της "καθαρής συνείδησης", η οποία είναι αποτέλεσμα και βεβαιώνεται από τη "φαινομενολογική αναγωγή".
Άραγε η βεβαιότητα γι'αυτή την αντίληψη είναι πιο αξιόπιστη από τη βεβαιότητα της αλήθειας του φαίνεσθαι του κόσμου ή ακόμα από τη βεβαιότητα ότι αυτό το φαίνεσθαι είναι ο ίδιος ο κόσμος;
Βέβαια ο Χούσσερλ παραγέμισε τις θεωρίες του το με μπόλικη ψυχολογία, που τότε μεσουρανούσε ως επιστήμη. Με την αποκάλυψη όμως των δομών του DNΑ, η ψυχολογία όπως κι η ψυχή ή ακόμα και όλοι οι "μηχανισμοί" του Νοείν, του Εγώ και της Καθαρής Συνείδησης, όπως παρουσιάζοντο απ'τις ιδεαλιστικές φιλοσοφικές τάσεις της εποχή εκείνης, είναι πιο αμφισβητούμενες από την αμφισβήτηση της εγκυρότητας του "φαίνεσθαι" του αντικειμενικού κόσμου.
H “Φαινομενολογία” του Χούσσερλ, επέχει με έναν περίεργο τρόπο: Ενώ δέχεται αφηρημένα την ύπαρξη της φυσικής πραματικότητας, αμφιβάλλει για την αξία της εμπειρίας που απορρέει απ'αυτήν ορίζοντάς την φαινομενική, (αφού τα φαινόμενα δεν μπορεί να είναι αυτή η ίδια η πραγματικότητα). Η φαινομενολογία αυτή όμως μας "βεβαιώνει" απόλυτα για την ύπαρξη και τον τρόπο λειτουργίας της Καθαρής Συνείδησης, την οποία μόνο κάποια αόριστη “εσωτερική εμπειρία”, ή "φαινομενολογική αναγωγή" το βεβαιώνει, “αναλύοντας με επιμέλεια και ακρίβεια” όλες τις δομές της. Επίσης μολονότι αμφιβάλλει για την ορθολογική αντικειμενικότητα ως τρόπο θέασης του κόσμου, χρησιμοποιεί τον ορθολογισμό σαν όργανο λογικής διεργασίας, συγκριτικής παραβολής και βεβαιότητας. Δεν θα μπώ στους υποτιθέμενους μηχανισμούς των διαδικασιών της αναγωγής και της καθαρής συνείδησης, γιατί μολονότι ευαγγελίζονται μια νέα επιστημονικότητα και αντιμεταφυσική στάση, το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο: Αυτή η "φιλοσοφική στάση" ούτε την επιστήμη οδήγησε στο Νέο, αλλά ούτε έθεσε τη φιλοσοφία εκτός μεταφυσικής. Απλά πέρασε τη φιλοσοφία από τον καθετήρα του ακρότατου ιδεαλισμού και του θρησκευτικού σκοταδισμού που φλερτάρει με τον σολιψισμό. Ενώ αντίθετα η επιστήμη μέσω της «ανάγνωσης» του DNA, διέλυσε όλες τις σκιές αυτού του σκοταδιού.
Ο δικός μου ορισμός περί αυτής είναι: Η φαινομενολογική αναγωγή κι η «επιστήμη» της όποιας φαινομενολογίας είναι η έσχατη αναζήτηση του Εγώ ως Ψυχής. Δηλαδή της ολοκάθαρης από εμπειρία και γνώση Συνείδησης, ως έσχατο υπερβατολογικό Εγώ (που είναι η ψυχή), για την οποία μόνον ο θεός και άγιοι πατέρες μπορούν να μας βεβαιώσουν.
Συμπέρασμα:
Η αντίληψη λοιπόν ότι η φαινομενολογία είναι αμερόληπτη, αντικειμενική και αδογμάτηστη "έχει πολλά ράμματα στη γούνα": Εξ αρχής η έννοια “φαινομενολογία” (κρυφά ή φανερά) προϋποθέτει την ύπαρξη κόσμου που είναι η αταλάντευτη και αναλλοίωτη αλήθεια, ενώ η φαινομενική αντανάκλασή του, είναι αυτή της καθημερινότητας η φθαρτή, με την οποία ερχόμαστε σε άμεση επαφή. Αυτή είναι μια “εκ των προτέρων δογματική προσχώρηση” χωρίς επαρκές εμπειρικό βάρος αλλά και με επακόλουθα όχι κοινώς αποδεκτά, αφού όλοι βλέπουμε ότι ο κόσμος είναι παρών συνεχώς εν τω γίγνεσθαι, το οποίο είναι το μόνο υπαρκτό.
Ακόμα η αποδοχή του ορθολογισμού που απορρέει από την εκ των προτέρων αποδοχή της ύπαρξης ενός αληθινού και ενός φαινομενικού κόσμου, είναι άλλη μία δογματική προσχώρηση, με όλα τα αναπόδεικτα επακόλουθα που προϋποθέτει.
Η φαινομενολογία λοιπόν είναι η ίδια δογματική εκ θεμελίων γιατί: Όσο κι αν επέχει, όταν αρχίσει το γαϊτανάκι της "φαινομενολογικής αναγωγής" και της όποιας "καθαρής συνείδησης" να προτίθεται, λειτουργώντας με προϋπόθεση την τυπική ορθολογικότητα και την ύπαρξη κόσμου καθαυτών όντων (αφού η φαινομενικότητα κι ο ορθολογισμός τον προϋποθέτουν), αρχίζει το τσαλαβούτημα στην μεταφυσική και το μυστικισμό. Αυτό εκ των προτέρων προϋποθέτει η αποδοχή της όποιας καθαρής συνείδησης και της όποιας φαινομενολογικής αναγωγής.
Σύμφωνα με την φαινομενολογία, η εμπειρική συσσώρευση και γνώση που έγινε αποδεκτή ως έγκυρη έως την αποκάλυψη της φαινομενολογίας, δεν έχει αληθινό βάρος. Έτσι σε συνδιασμό με την αναλυτική του ορθολογισμού, η φαινομενολογική αναγωγή πρέπει να αφαιρεί όλες τις γνώσεις, με απώτερο σκοπό την απόλυτη καθαρότητα του Εγώ. Αυτή δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών, που είναι αναλλοίωτες και αιώνιες, ακόμα κι αν αυτές άλλαξαν όνομα όντας "ενότητα εσχάτων θέσεων ισχύος εσωτερικής συνειδησιακής οργάνωσης".
Η φαινομενολογία του Χούσσερλ είναι ότι πιο σκοταδιστικό έχει ποτέ προταθεί απ'τον Ιδεαλισμό. Ίσως γι’αυτό ο Χάιντεγκερ κράτησε αποστάσεις (επείχε ως προς τις αντιλήψεις του δασκάλου του) και ξαναμπήκε στο αλωνάκι της διερεύνησης της έννοιας του Είναι, με όλες τις παγίδες που το ακολουθούν, φανερές, κρυφές και απροσπέλαστες, όπως τις όρισε ο Πλάτων στο έργο του "Παρμενίδης". Και γι'αυτό ο Χέγκελ, μολονότι δεν κατώρθωσε αυτό που επιθυμούσε, είναι τουλάχιστον ένας ηρωικός επαναστάτης της τέχνης της νόησης, που τελικά ηττήθηκε από τον ίδιο τον ιδεαλισμό του.
Όλοι οι ευρωπαίοι ιδεαλιστές φιλόσοφοι, όντας ορθολογιστές, δεν μπορούν πια να οδηγήσουν την επιστήμη στον νέο κόσμο. Ακόμα και η διαλεκτική τους, όντας ιδεαλιστική, είναι εξ ανάγκης διαβρωμένη από τον ορθολογισμό, μη μπορώντας να είναι ούτε Διαλεκτική, ούτε Ορθολογισμός, ούτε Λογική. Οι ευρωπαίοι ιδεαλιστές φιλόσοφοι διαβρωμένοι από τον Χριστιανικό Ιδεαλισμό, υπερφαλαγγίζουν υβριστικά τον Πλατωνικό Ιδεαλισμό. Ο Πλατωνικός Ιδεαλισμός, τουλάχιστον στην εποχή του, ήταν μια μεγαλοφυής σύλληψη για το "πώς η νόηση θα μπορούσε να είναι δυνατή": Η Κοινωνία του ανθρώπου με τις Ιδέες ήταν οι εσωτερικές αντιστοιχίες συγκριτικής επαλήθευσης για τον εμπειρικό κόσμο, δηλαδή ήταν η "εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου". Αυτό τότε ήταν μεγαλοφυής λάμψη φωτός, ενώ σήμερα παραμένει μόνο η σκοτεινή σκιά της.
Οι ευρωπαίοι ιδεαλιστές ακόμα δεν έχουν ξεφύγει από τις μυστικιστικές και μεταφυσικές καταβολές που καλλιεργήθηκαν στα μεσαιωνικά μοναστήρια, γιατί περνούν την αρχαιοελληνική σκέψη από τον μυστικιστικό καθετήρα του Ιουδαϊκού και χριστιανικού μονοθεϊσμού και του ανατολίτικου μυστικισμού.
Το παράδοξο με τους ευρωπαίους ιδεαλιστές είναι, ότι ενώ αμφιβάλλουν για ότι βλέπουν, αγγίζουν και αισθάνονται, δεν αμφιβάλλουν καθόλου για την ύπαρξη όλων των "ενδοϋπαρξιακών διαδικασιών", "της καθαρής συνείδησης", "της ζωικής ορμής", "της ενόρασης", "του ενστίκτου", "της υπερβασιακής έκστασης" και ότι άλλο ήθελε προκύψει. Σχεδόν πάντα έχουν και μιαν αναμφισβήτητη θεωρία για την λειτουργία όλων αυτών των "ψυχικών ιδιοτήτων", περί των οποίων διαπληκτίζονται με πάθος, έχοντας γράψει ατέλειωτους τόμους βιβλίων. Τίποτα πλέον γι’αυτούς δεν λογίζεται χωρίς την ύπαρξη της ψυχής ή χωρίς το σύνδρομο της ψυχολογίας. Έτσι βγαίνουν στην επιφάνεια όλες οι μεταφυσικές ενδοϋπαρξιακές "πετριές" της καθαρής συνείδησης, της ενδοϋποκειμενικής εννόησης κι όλα αυτά τα μεταφυσικο-μυστικιστικά, που η ανάγνωση του DNA, μ’επιστημονικά αδιάβλητο τρόπο έχει πλέον αποβιβάσει απ’το ά-λογο της μετα-φυσικής, έχοντάς τα αποκαθάρει σε νευρο-φυσική επιστήμη.
Στο μέλλον, όλα αυτά τα φιλοσοφικά ρεύματα, θα μελετώνται από τους επιστήμονες της συγκριτικής ανθρωπολογίας, μαζί με τα δρώμενα των πρωτόγονων κοινωνιών. Τα μόνα που θα μείνουν από την φιλοσοφία θα είναι, η Αριστοτελική λογική κι οι δυναμικές μαθηματικές προσθήκες της για την έρευνα του αντικειμενικού κόσμου, η Πλατωνική ηθική, η Ηρακλειτική Διαλεκτική για τον κβαντικό και τον λεγόμενο χαοτικό κόσμο, όπου η Αριστοτελική αντικειμενικότητα ακυρώνεται και μια νέα μαρξιστική αντίληψη περί ανθρώπινης συμπεριφοράς και ήθους που θα πατά στην αντίληψη για την τραγικότητα του κοινωνικού γίγνεσθαι κόσμου, μέσα από την Ηρακλειτική Διαλεκτική Σκέψη.
["Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν το έφιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, ήταν είναι και θα είναι αείζωον πυρ που αναβοσβήνει με μέτρο".
"Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, είναι-μη όντας”. Ηράκλειτος.
“Η μεγάλη ευθεία ωφείλει να είναι κυρτή”. "Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες" Λάο Τσε.
"Τα ‘φαινόμενα’ είναι η πραγματικότητα". Φόγιερμπαχ.]
Ο μέγας Αϊνστάιν, δεν αντελήφθει το μέγεθος της οικουμενικότητας της "Θεωρίας της Σχετικότητας", αφού βιάστηκε να την ντύσει με την πανοπλία του ντετερμινισμού, φορτώνοντάς της έτσι με τα "βαρίδια" του νευτώνιου κόσμου. Γι'αυτό, πατώντας συγχρόνως στον ντετερμινισμό του παλιού κόσμου και στον αντιτερμινισμό του κβαντικού κόσμου, σε πολλές διαστάσεις της γεννά παράδοξα και αντινομίες.
Ο μεγάλος επιστήμονας και ανθρωπιστής δεν κατανόησε την αξία της Ηρακλειτικής Διαλεκτικής κατά την οποία όλα καταλύονται-συντιθέμενα. Κάτι που διαπίστωσε απ’τους μετασχηματισμούς των μικροσωματίων της κβαντομηχανικής ο "μαθητής" του Μπώμ, αλλά δεν μπόρεσε να το αξιοποιήσει, γιατί κι αυτός δεν γνώριζε την Ηρακλειτική Διαλεκτική. Σύμφωνα με τον Μπώμ "η κίνηση των μικροσωματίων στον κβαντικό κόσμο, είναι μια διαδικασία καταλυτικής-συνθετότητας, όπου το κινούμενο καταστρέφεται σε μια θέση και συνίσταται ως νέο σε άλλη θέση".
Η "Θεωρία της Σχετικότητας" κι η "Θεωρία των Κβάντα", με την χρήση του ορθολογισμού και του ντετερμινισμού αντινομούν, ο λογικός οίκος τους βρίσκεται στην αντιφατικότητα της Διαλεκτικής.
[Διαλεκτικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι: Επειδή όλα τα κβαντικά γεγονότα καταλύονται-συντιθέμενα, το φωτόνιο ως κβάντο ενέργειας, δεν έχει ταχύτητα, ούτε κινείται με τον τρόπο που εμείς νομίζουμε. Δηλαδή κατά τη μετακίνησή του καταλύεται-συντιθέμενο, όντας άλλο-αλλού. Έτσι δε διατηρεί την ταυτότητά του για να κινείται αυτό το ίδιο και να διαθέτει ταχύτητα. Με την καταλυτικο-συνθετική, διαδικασία κινείται μέσ'τον εαυτό του, όντας ως κίνηση ένα με αυτό το ίδιο το γίγνεσθαι. Η εμπλοκή λοιπόν της νευτώνιας ορθολογικής αντικειμενικότητας στον κβαντικό κόσμο, δημιουργεί παράδοξα και αντινομίες στην προσέγγιση των κβαντικών γεγονότων.
Ακόμα η αβεβαιότητα (απροσδιοριστία) των μετρήσεων των συζυγών ιδιοτήτων των κβαντικών γεγονότων, μπορεί να αιτιάζεται στο εξής: Αφού τα κβαντικά γεγονότα υπάγονται στην Ηρακλειτική διαδικασία της καταλυτικής-συνθετότητας, είναι καταστάσεις σωματιδιο-κυματιακές άρα χωρο-χρονικές, όπου χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης και χώρος το μήκος κύματος. Εμείς στριμώχνουμε παράνομα τη συχνότητα, που είναι η κβαντική διάσταση του χρόνου της καταλυτικής-συνθετότητας, όπου το γεγονός δεν διαρκεί αφού είναι συνεχώς άλλο, με το χρόνο ως διάρκεια που ισχύει στη νευτώνια αντικειμεντικότητα και τον ντετερμινισμό, αλλά όχι στον κβαντικό κόσμο].
Επιστημολογικο-φιλοσοφική διευκρίνηση:
Αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι δημιούργημα του θεού, αλλά αποτέλεσμα της εξελιγκτικής πορείας του παγκόσμιου Γίγνεσθαι, τότε όλη η δομή του ανθρώπου αντιπροσωπεύει την πορεία του μέσα σ'αυτό το εξελικτικό γίγνεσθαι. Αυτή η εξελικτική πορεία του κόσμου σε σχέση με κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο, πρέπει να είναι γεγραμμένη ως μια μικροδομική κωδική καταγραφή μέσα στο DNA του, που περιμένει να διαβαστεί. Από κει και πέρα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι όλη η γνώση του παγκόσμιου γίγνεσθαι μπορεί να περιέχεται, μ’έναν δαιδαλώδη και παράκεντρο τρόπο, κωδικά μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αφού η ίδια η δομή του εγκεφάλου περιέχει κωδικά, μέσω του DNA, όλο αυτό το γίγνεσθαι. Δηλαδή ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει αφού το παγκόσμιο γίγνεσθαι είναι γεγραμμένο κωδικά στον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό του.
Με την είσοδό της η εμπειρία στον ανθρώπινο εγκέφαλο, διεγείρει αφυπνίζοντας αυτόν τον γνωστικό μηχανισμό, θυμίζοντάς του αρχαίες καταβολές των προγόνων, του ζώου ή της φύσης, αποκωδικοποιώντας τον. Η Νέα εμπειρία όμως που εισέρχεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο, βρίσκοντας τις εσωτερικές κωδικές κληρονομικές εμπειρικές αντιστοιχίες του μηχανισμού κάπως διαφορετικές, τις αποκωδικοποιεί- επανακωδικοποιώντας τις πλέον συνειδητά. Υπάρχει λοιπόν μια συνεχής αναδόμηση ενσυνείδητης επανακωδικοποίησης, όπου το αποκωδικοποιημενο και συνειδητά επανακωδικοποιημένο μέρος αυτού του γνωστικού μηχανισμού που είναι η Συνείδηση και η Λογική, ενώ αυτό το ενδοϋπαρξιακό πλέγμα που ακόμα παραμένει κωδικό και όσο το δυνατόν ανεπιρρέαστο από την εμπειρία, όπως είναι η ενόραση, η φαντασία και τα συναισθήματα, είναι η Αισθητική. Αυτά λοιπόν τα οποία πριν θεωρούντο μεταφυσικές ιδιότητες του όντος, δηλαδή η Αισθητική, έχοντας πλέον αποβιβαστεί από το μεταφυσικό άρμα, θα μπορούσε να ονομαστεί, ως μια ενδοϋποκειμενική ενστικωδώς γεγραμμένη αυτογνωσία, με έναν τρόπο Ηρακλειτικό, "ψυχή". Αυτή θα μπορούσε να προσδιοριστεί μέσα στα όρια της κωδικής καταγραφής του DNA, και μέσω των αντιφατικών στοιχειωδών της αντιφατικότητας του Είναι, που συνιστούν το DNA, περιέχοντας με έναν τρόπο δαιδαλώδη και παράκετρο κάποιο πρόσωπο του Όλου, την κάθε φορά.
[Ακόμα και τα ενύπνια που στηρίζεται ένα μεγάλο μέρος της ψυχολογίας και της μεταφυσικής, είναι η ελεύθερη και ασυνείδητη λειτουργία των κωδικών καταβολών του ανθρώπινου DNA στον εγκέφαλο].
Ο άνθρωπος συγκρίνει τα εμπειρικά δεδομένα με τις κληρονομικές του καταβολές και τα επεξεργάζεται με τον κριτικό μηχανισμό που υπακουεί στη λογική και τη συνείδηση παίρνοντας αποφάσεις. Όταν όμως δεν μπορεί να έχει επαρκή εμπειρικά δεδομένα για τη λήψη λογικών αποφάσεων ή όταν δεν έχει τον χρόνο για μια εμπεριστατωμένη διεργασία και πρέπει επειγόντως να δράσει, τότε με στήρηγμα τη Συνείδηση πατά στον εκ των προτέρων κληρονομικό κωδικό γνωστικό μηχανισμό, δηλαδή την Αισθητική διακινδυνεύοντας αποφάνσεις. Η Αισθητική ως εκ των προτέρων κριτική δυνατότητα ή ενδοϋποκειμενική υπαρξιακή κληρονομικότητα, έχοντας πλέον αφυπνιστεί απ'την εμπειρική διαδικασία, ωθεί την ανθρώπινη κρίση στη λήψη αποφάσεων σε συνδιασμό με τη Συνείδηση και τη Λογική, συνθέτοντας μαζί με την Αισθητική, αυτό που ονομάζουμε Υπαρξιακή Ταύτηση κάθε ανθρώπου.
Επειδή όμως όλες οι καταστάσεις ή τα προβλήματα που αφορούν το ζωντανό Γίγνεσθαι, ως αντιφατικές, είναι αβυσσαλέες κι έτσι τα εμπειρικά δεδομένα δεν μπορούν ποτέ να είναι απόλυτα επαρκή, ο άνθρωπος σχεδόν πάντα παίρνει “λογικές αποφάσεις”, πατώντας πάνω στην “ενδο-υπαρξιακή του ταύτηση”, οι οποίες έχουν πάντα εμπειρικό έλλειμμα. Αυτό δε σημαίνει την αναγνώριση της φαινομενικότητας του παγκόσμιου Γίγνεσθαι, αλλά αντίθετα την αποδοχή του κόσμου που ερχόμαστε σε άμεση επαφή και του παγκόσμιου αντιφατικού γίγνεσθαι ως αληθινά. Αυτό απορρέει από την αποδοχή ότι ο μηχανισμός αυτός είναι μια λογικο-αισθητική γλώσσα που αναμένει να διαβαστεί μέσω της ανάγνωσης του DNA.
Αυτή η γλώσσα μπορεί να γίνει αποδεκτή με δύο τρόπους:
Α. Αν οι όροι λειτουργίας αυτού του μηχανισμού γίνουν δεκτοί ως έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, το Λογικό σύστημα που συνιστούν είναι Ορθολογικό-Αντιθετικό. Όταν όμως ένα σύστημα έχει ως όρους "έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη", όσο μεγάλος κι αν είναι ο αριθμός τους, πρέπει αυτός ο μηχανισμός να είναι πεπερασμένος, αλλά και το σύστημα που τον συνιστά πρέπει να είναι κλειστό.
Το κλειστό σύστημα είναι τετελεσμένο και πεπερασμένο, αφού από τη στιγμή που τέθησαν οι όροι λειτουργίας του, τα όρια του τέλους του είναι εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας την πραγματοποιησή τους από τη λειτουργία του συστήματος. Δηλαδή λειτουργώντας το σύστημα, από μια στιγμή και μετά, θα επαναλαμβάνει επ’άπειρον τα πεπερασμένα και τετελεσμένα παίγνια που είναι τα όρια του τέλους του, ως συνθετικά πρότυπα του τέλους, που προϋποτίθενται από λειτουργία που ορίζουν οι πεπερασμένοι και θετικοί ή αρνητικοί όροι του. Δηλαδή οι όροι λειτουργίας και τα όρια του τέλους του, είναι ένα ζεύγος που το ένα προϋποθέτει το άλλο, αφού τα όρια βρίσκονται εκεί εκ των προτέρων ως πρότυπα, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν. Αυτά κανείς λογικά δε μας απαγορεύει να τα ονομάσουμε Ιδέες και μάλιστα μόνο μ’αυτόν τον τρόπο, μπορεί να επιστρέψει μια οντολογική μεταφυσική, ως Πλατωνική.
Την αποδοχή αυτή εγώ θεωρώ εξαρχής λανθασμένη και θεολογική, αφού πλέον ο κόσμος δεν μπορεί να θεωρηθεί κλειστό σύστημα, αλλά ανοικτό και εν των γίγνεσθαι, δηλαδή μ'έναν Αναξιμάνδρειο-Ηρακλειτικό τρόπο.
Αντίθετα λοιπόν με την προηγούμενη αντίληψη:
Β. Ο δεύτερος τρόπος είναι ο αντιφατικός (διαλεκτικός), που η γλώσσα είναι όλον σε συνεχή εξέλιξη κι αυτό είναι δυνατόν αν δεν υπάρχει σύστημα αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων. Σύμφωνα μ’αυτή την άποψη, τα στοιχειώδη που υπάρχουν, αλληλεπιδρώντας, προεκτείνονται το ένα μέσα στ’άλλο χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Έτσι κάθε στοιχειώδες όντας αυτοαναιρούμενο, έχει φύση αντιφατική περιέχοντας το Όλον μ’ένα δικό του τρόπο, που αυτός είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως την μορφοποίηση του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο, όλες τις εξελιγκτικές στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. Αυτή η οντολογική άποψη, προϋποθέτει ότι ο κόσμος είναι ένα Όλον, μια γλώσσα και μια γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι. Με την προϋπόθεση αυτή, ο κληρονομικός μηχανισμός γνώσης και δράσης του ανθρώπου, έχει αντιφατική φύση, προϋποθέτοντας ένα κόσμο ανοικτό, που κάθε στοιχειώδες του να περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το σύμπαν ως αποτέλεσμα του εαυτού του, δεν είναι τεμαχισμένο σε χώρους που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Αυτό πρέπει να υπάρχει σαν μοναδική γραφή, που συνεχώς επανακωδικοποιείται πιο οικονομικά και πιο δυναμικά. Η νέα γραφή μολονότι είναι διαφορετική απ’την παλιά, θα μπορεί να εκφραστεί μέσω της παλιάς, με τρόπο αντιοικονομικό, δαιδαλώδη και παράκεντρο, ως συνέχεια της παλιάς. Έτσι πρέπει να υπάρχει οντολογική γραφή του παγκόσμιου γίγνεσθαι, που δεν είναι ασυνάρτητη αλλά λογική και μοναδική στην κάθε της στιγμή. Αυτή η πορευόμενη και εξελισσόμενη ιδιόμορφη γραφή, είναι γεγραμμένη στο γνωστικό μας μηχανισμό ή καλύτερα είναι ο ίδιος ο γνωστικός μας μηχανισμός που περιμένει να διαβαστεί.
Στην οντολογική αυτή άποψη γεννιέται το ερώτημα, πως καταγράφεται στον δικό μας μηχανισμό ένα γεγονός που μπορεί να συμβεί σ’ένα άλλο ηλιακό σύστημα για να μπορεί να γίνει γνωστό κάποτε: Παίρνοντας υπ’όψη την οντολογική άποψη του αντιφατικού στοιχειώδους, που σύμφωνα με αυτό, κάθε στοιχεώδες περιέχει το Όλον με ένα δικό του διαφορετικό τρόπο, αφού ο κόσμος είναι Ένας-Αυτοδιαμορφούμενος και όχι άθροισμα μερών που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Το πολύ μικρό, το στοιχειώδες είναι ένα εν δυνάμει αντιφατικό πρόσωπο του Όλου, δηλαδή περιέχοντας το Όλον σπερματικά και δυναμικά, κοινωνεί με αυτό με έναν δαιδαλώδη και παράκεντρο έμμεσο τρόπο. (Για το πως είναι αυτό το αντιφατικό στοιχειώδες λογικά δυνατόν, έχω διαπραγματευθεί στο δεύτερο μέρος της εργασίας μου "Λογική Πράξη και Γλώσσα" εκδ. Δωδώνη 1994, και στην ανάρτησή μου thodoroskavasis.blogspot.gr, στην εργασία "Η Διαλεκτικη και ο Κόσμος", όμως θα δώσω επιγραμματικά μιαν ιδέα γι’αυτή τη διαπραγμάτευση).
[Η αυτοδιαμόρφωση αυτή για να μην έχει τελεολογικό χαραχτήρα δε μπορεί να συμφωνεί μ’ένα κόσμο χωρισμένο σε μέρη που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, (δηλαδή απόλυτα καθορισμένα), αλλά σε μέρη ευκαιριακά και σχετικά. Λέει ο Ζήνων: "Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και κάποια απόσταση από κάποιο άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το περιθώριο αναλόγως. Γιατί και αυτό πρέπει να έχει μέγεθος. Θα το πω μια για πάντα: δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Έτσι αν υπάρχουν Πολλά, αυτά θα πρέπει να είναι συγχρόνως μεγάλα και μικρά. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να έχουν άπειρο μέγεθος". Δηλαδή να είναι μικρά και μεγάλα, ακίνητα και ακαριαία, παντού και πουθενά, αιώνια και στιγμιαία. Αυτό είναι το Εν Δυνάμει Είναι, το Αντιφατικό Στοιχειώδες. Υπ'αυτή την έννοια, το Μέρος, δηλαδή το στοιχειώδες, μη έχοντας σαφή όρια, πρέπει να προεκτείνεται πολύ μακριά έξω στο Όλον, αφού κάθε του στοιχείο πλανάται-επιστρέφοντας, για να οριοθετήσει με την κίνηση, μέσω των άλλων τα όρια του γεγονότος, (δηλαδή του εαυτού από τον οποίον ξεκίνησε). Αυτό όμως δεν είναι απόλυτα δυνατό, γιατί λόγω της καταλυτικής-συνθετότητας του γεγονότος και της πολύμορφης διαδικασίας αναχώρησης-επιστροφής των αντιφατικών στοιχειωδών, αυτά βρίσκουν τον εαυτό που θέλουν να επαληθεύσουν σχετικά διαφορετικό. Έτσι το πορευόμενο που επιδιώκει αυτή την επαλήθευση, την κάνει με έναν τρόπο σχετικό, δηλαδή τον επαληθεύει-διαψεύδοντάς τον. Το πορευόμενο λοιπόν θέλοντας να επιβεβαιώσει απόλυτα τον εαυτό του, μπαίνει σε μια διαδικασία απεριόριστης φυγής-επιστροφής, καταγράφοντας συνεχώς το Όλον, όπως μορφοποιείται κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας. Με τον τρόπο αυτό, όλα τα μέρη μαζί είναι μία πλοκή χωρίς σαφή όρια διαχωρισμού, όπου κάθε μέρος έχει συμβατικά, ένα διαφορετικό (δικό του) πρόσωπο επειδή είναι "ορατό" από διαφορετική όψη. Μόνον έτσι κάποιο γεγονός μπορεί να είναι αληθινά με "θολές άκρες", αντανακλώντας και έννοιες με θολές άκρες. Δηλαδή ένα γεγονός με θολές άκρες, είναι μια συρροή μηνυμάτων που φεύγουν-επιστρέφοντας, κάνοντας απεριόριστους κύκλους διάψευσης-επαλήθευσης του εαυτού. Έτσι ο εαυτός είναι μια πραγματικότητα που συνεχώς αλλάζει, γιατί "ασυνείδητα" μέσω της πορείας αναχώρησης-επιστροφής του στο σύμπαν, φέρνει κι όλες τις αλλαγές που συντελούνται στο περιβάλλον μαζί του. Αυτό το γεγονός μπορεί να ονομαστεί Αντιφατικό Στοιχειώδες και λόγω της κοινωνίας του μ’αυτό, κάθε ανθρώπινη γνωστική καταγραφή μπορεί κοινωνώντας με το όλον να γνωρίζει κάθε τι που φαίνεται να μην επικοινωνεί μαζί του, όπως γεγονότα που μπορεί να συμβαίνουν σε άλλα ηλιακά συστήματα.
Ακόμα όλες αυτές οι “μεταφυσικές” ιδιότητες, όπως η Ενόραση, η Διαίσθηση κλπ μπορούν έτσι να γίνουν αποδεκτές όχι πλέον ως μεταφυσικές αλλά απλώς ως φυσικές ιδιότητες, πατώντας στο "αντιφατικό στοιχειώδες" του Ζήνωνα, δηλαδή το ακαριαίο και ακίνητο, το Εν Δυνάμει Είναι].
Υπάρχει λοιπόν κι ένας άλλος μύθος, ο οποίο δέχεται την αναμφίβολη αξία της εμπειρίας ως αντιφατικής κι εν τω γίγνεσθαι που ερμηνεύεται από μια άλλη λογική: Τον Διαλεκτικό Αντιφατικό Ορθολογισμό. Σύμφωνα μ’αυτόν, όλα τα γεγονότα που ερχόμαστε σε άμεση επαφή, μολονότι αληθινά, δεν φανερώνουν όλο τους το περιεχόμενο άμεσα. Το ερευνόν υποκείμενο κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, για να οριοθετήσει τις μεταβολές και τις διαστάσεις του ερευνουμένου, αφού το ερευνόμενο όντας εν τω γίγνεσθαι συνεχώς αλλάζει, αλλάζοντας και την αντίληψή του ερευνόντος υποκειμένου γι’αυτό. Έτσι ο ορθολογισμός, που σύμφωνα με τον Παρμενίδη ήταν όργανο πιστής αντίληψης για τον κόσμο αναιρείται, αφού ο κόσμος είναι εν τω γίγνεσθαι, αφήνοντας τη θέση του στη Διαλεκτική Λογική.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου