ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ-ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΣ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ-ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ


  

ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ-ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΒΙΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ A: Η εργασία αυτή είναι συνοπτική επαναδιαπραγμάτευση των έργων ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ Η ΥΛΙΚΟΤΗΤΑ Εκδ. Δωδώνη το 1983 και ΛΟΓΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ Εκδ. Δωδώνη 1994.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Β:  Η εργασία αυτή, συνεχίζοντας την προσωκρατική σκέψη, έχει σκοπό να περιγράψει την Αντιφατική Ταυτότητα και την Αντιφατική Αμφίδρομη Αιτιότητα κι από κει, να συστήσει την Αντιφατική Ορθολογική Τυπικότητα δηλαδή την Διαλεκτική Λογική Τυπικότητα.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

1.  Ο κόσμος υπάρχει με δύο τρόπους, που είναι αντίθετοι μεταξύ τους, αλλά δεν αναιρεί τον άλλο μα τον ολοκληρώνει συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα.
2. Υπάρχει σαν συγκεκριμένο γεγονός, που σε κάθε του στιγμή είναι μοναδικό κι αλληλοκαθορίζεται με όλα τα άλλα συγκεκριμένα γεγονότα, που καθένα τους είναι πεπερασμένο.
3. Από την όψη των πεπερασμένων συγκεκριμένων γεγονότων, που μόνο με αυτά μπορούμε να έλθουμε σ’άμεση επαφή, ο κόσμος υπάρχει πάντα με κάποιο τρόπο πεπερασμένο.
4.  Κάθε πεπερασμένο γεγονός έχει ως όρια ύπαρξης, τ’άλλα συγκεκριμένα πεπερασμένα γεγονότα, που σε κάθε δεδομένη στιγμή αλληλοδιαμορφώνεται κι αλληλοκαθορίζεται μ’αυτά, σε ευρύτερη ή στενότερη συνάφεια.
5. Υπάρχει μια ποσοτική κλίμακα που εκφράζει αυτή τη συνάφεια. Αυτή συνίσταται από τον αυτοκαθορισμό που ξεκινά βαθιά μέσα απ’τον εαυτό, περνά στην αλληλο-διαμόρφωση
και αλληλο-καθορισμό με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, στη συνέχεια του ευρύτερου και τελικά με το σύμπαν, που είναι ο παντοτινά άλλος εαυτός, που αναγκάζει το γεγονός σε κάθε αντιπαράθεση με τον εαυτό του, να είναι διαφορετικό.
6. Έτσι το πεπερασμένο, από μιαν άλλη όψη, είναι ακριβώς αυτό το ίδιο άπειρο αφού το γεγονός δε μπορεί απόλυτα να οριστεί, από που αρχίζει και που τελειώνει.

7. Ο κόσμος, ως Όλον, είναι η Kαθολικότητα αυτών των αλληλοκαθορισμών που κάθε της στιγμή είναι Μοναδική και Πάντα Διαφορετική, όντας μια συνεχής έκρηξη αλλαγής. 
8. Το Είναι καθαυτό (ο κόσμος), υπάρχει ως καθολικό αίροντας συνεχώς τον εαυτό του.  Είναι Πάντα Αυτό, Όντας Συνεχώς Άλλο. Είναι η αντιφατικότητα γυμνή, η Ουσία Καθαυτή, το εν Δυνάμει Είναι, δηλαδή το δυναμικό υπόβαθρό του Κόσμου, το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
9. Η υλική καθολικότητα ως συνέχεια των συγκεκεριμένων ασυνεχών είναι η αφηρημένη έκφανση της γενικότητας των συγκεκριμένων αλληλοκαθορισμών.
10. Εδώ στη μέγιστη συνέχεια το αφηρημένο και ασυνεχές αίρεται ως τέτοιο και εξυψώνεται σ’ένα νέο συγκεκριμένο, την Αέναη Κίνηση ως Ουσία.
11. Ο κόσμος είναι απεριόριστα ασυνεχή γεγονότα, που όσο πιο στατικά τόσο πιο συγκεκριμένα είναι και στη μέγιστη στατικότητα ή στην ελάχιστη χρονική τμήση, αυτή η στατικότητα αίρεται περνώντας στην Αέναη Κίνηση. (Οι ελάχιστες χρονικές τμήσεις τείνοντας προς στο Μηδέν, γίνονται άπειρη συνέχεια, δηλαδή το άπειρο μέτρο και τ’απεριόριστα ασυνεχή συγκεκριμένα γίνονται μια συνέχεια αφηρημένη που είναι ένα νέο συγκεκριμένο, ως Αέναη Κίνηση).
12. Τα συγκεκριμένα υλικά γεγονότα, είναι τόσο σταθμιζόμενα και συγκεκριμένα, όσο σχετικά, ενώ σε σχέση μ’αυτά, το αφηρημένο είναι το αστάθμητο, το ενιαίο, το συνεχώς διαφορετικό.  Όμως στην έσχατη διαφορικότητα και ακαριαία αλλαγή, η αφηρημένη διαφορικότητα, αίρεται σ’ένα άλλο νέο  συγκεκριμένο, που προϋποθέτει διαφορετική λογική στάθμιση και προσέγγιση.
13. Υπάρχουν δυο αντίδρομες λογικές προσεγγίσεις που προεκτείνονται η μια μέσα στην άλλη, έτσι που το συγκεκριμένο και το αφηρημένο να είναι ένα συνεχές, -η εξύψωση σ’ένα νέο συγκεκριμένο-, η Κίνηση ως ουσία, το αέναο Γίγνεσθαι.
14. Ο κόσμος μας είναι τόσο συνέχεια όσο ασυνέχεια, τόσο συγκεκριμένος όσο αφηρημένος, τόσο άπειρος όσο πεπερασμένος. Το τετμημένο-συγκεκριμένο-γεγονός και ασυνεχές, προεκτείνεται στο Σύμπαν που είναι το συνεχές, ενώ το Σύμπαν και συνεχές, αντιπροεκτείνεται βυθιζόμενο στο τετμημένο και ασυνεχές, συνιστώντας μιας αντιφατική ενότητα όπου το ένα μάχεται τ’άλλο, αλλά συγχρόνως είναι κι η αιτία του.
15. Όσο βαθαίνουμε στο συγκεκριμένο γεγονός, τόσο μακρύτερα ταξιδεύουμε έξω απ’αυτό, στην υλική ενότητα του σύμπαντος. Όσο απλωνόμαστε στο Σύμπαν, ―στο αφηρημένο―, τόσο επιστρέφουμε βυθιζόμενοι στο συγκεκριμένο.

16. Ο Χρόνος σαν Χθες δεν υπάρχει, σαν Αύριο δεν υπάρχει, το Τώρα είναι Πάντα, το Τώρα που δεν Είναι, που Είναι Πάντα Άλλο. Αυτό είναι η αιώνια αιχμή του φθίνοντος παρόντος ανάμεσα από το παρελθόν και το μέλλον, που τείνοντας προς το Μηδέν τείνει συγχρόνως προς το Αιώνιο και άπειρο.

γεγονός και θέση

17. Κάθε γεγονός συνίσταται σε μια θέση, λόγω της ροής-αντιρροής-ληψης-εκπομπής υπογεγονότων στη θέση αυτή, που κάνουν το γεγονός μια καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα.  Η θέση αυτή λοιπόν συνεχώς λαμβάνει-εκπέμποντας υπογεγονότα και έτσι το γεγονός που συνίσταται εκεί είναι σύνθεση ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων.
18. Κάθε γεγονός ως αποτέλεσμα ροής-αντιρροής υπογεγονότων ή λήψης-εκπομπής υπογεγονότων  (μηνυμάτων), στο Σύμπαν και από το Σύμπαν, συνιστά σχέση αντίθεσης-ενότητας,-αλληλοκαθορισμού-αλληλοδιαμόρφωσης των γεγονότων του κόσμου. Δηλαδή η ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ τους, προϋποθέτει και τον αλληλο-καθορισμό, τη συνάφεια και την αλληλο-πραγμάτωση των συγκεκριμένων γεγονότων.  Έτσι η φύση των γεγονότων είναι τόσο όμοια όσο και ανόμοια μεταξύ τους, τόσο όμοια όσο και ανόμοια με τον εαυτό τους.
19. Είναι αδύνατο κάποιο γεγονός να λαμβάνει-εκπέμποντας μηνυμάτα (ν’αντιλαμβάνεται αυτό το γίγνεσθαι λήψης-εκπομπής-ροής-αντιρροής) απόλυτα ίδια με ένα άλλο γεγονός.
20. Υπάρχει κλίμακα διαφορετικής "αντίληψης" κάθε γεγονότος για τον κόσμο, από την αντίληψη των άλλων γεγονότων και για κάθε άλλο γεγονός ξεχωριστά.
21. Η "αντίληψη" κάποιου γεγονότος για τον κόσμο ξεκινά απ’την όψη του γεγονότος αυτού για τον ίδιο του τον εαυτό (τον αυτοκαθορισμό του), η οποία διαφοροποιούμενη διαδοχικά, περνά στην όψη αυτού του γεγονότος για τα άλλα γεγονότα του περίγυρου, δηλαδή στον αλληλο-καθορισμού του με τ’Άλλα, και τελικά καταλήγει στον αλληλο-καθορισμό του με το απώτατο σύμπαν, (που είναι και ο Συμπαντιακός Αντίλογος του συγκεκριμένου γεγονότος). Η "αντίληψη" βέβαια αυτή διαμορφώνεται από την απόσταση και τον τρόπο λήψης-εκπομπής, συνιστώντας μια κλίμακα σταδιακής διαφορικότητας.    [Ο Συμπαντιακός αντίλογος κάθε γεγονότος είναι το Άπω και Απόκεντρο, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά ως αντίθετο προς το Εδώ και Κεντρικό που είναι το γεγονός.   Αυτό είναι το Σύμπαν όπως το αντιλαμβάνεται κάθε φορά, κάθε συγκεκριμένο και συγκεντρωτικό γεγονός].  
22. Κάθε γεγονός στέλνει μηνύματα τα οποία καταλήγουν στο σύμπαν. Αυτά περνώντας σταδιακά από τα γεγονότα του περιβάλοντος, αντιπαρατίθενται μ’αυτά και επιστρέφοντας πίσω στο γεγονός μεταφέρουν τη διαφορά.
23. Υπάρχει κλίμακα λήψης-εκπομπής-ροής-αντιρροής μηνυμάτων, που ξεκινά απ'την αντιπαράθεση με τον εαυτό, περνά στην αντιπαράθεση με τα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, μετά του ευρύτερου και τελικά με το Σύμπαν, που είναι ο Αιώνια Άλλος Εαυτός, αυτός που αντιστοιχεί την κάθε φορά στο σύμπαν με κάθε συγκεκριμένο γεγονός (ο Συμπαντιακός του Αντίλογος).
24. Κάθε αντιπαράθεση είναι και ένας κόμβος αναχώρησης-επιστροφής. Έτσι το μήνυμα διαμορφώνει το γεγονός που το έλαβε, διαμορφωνόμενο από αυτό, διαμορφώνοντας στην επιστροφή και το γεγονός που το έστειλε. Και τελικά μετά από την απεριόριστη διαδικασία κλιμακωτής αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων προς όλα τα γεγονότα του κόσμου, διαμορφώνει το σύμπαν διαμορφωνόμενο συγχρόνως από αυτό.
25. Δηλαδή κάθε μήνυμα, κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής που συνιστούν μια κλίμακα διαφορετικότητας, η οποία διαμορφώνοντας το σύμπαν, διαμορφώνεται συγχρόνως απ'αυτό.
26. Κάθε κύκλος αναχώρησης-επιστροφής, είναι κι ένας κόμβος που θέτει τα όρια του συγκεκριμένου. Περνώντας το μήνυμα από όλους τους κόμβους διαφορικότητας, σε κάθε
κόμβο ορίζει τον εαυτό ως προς την αντίθετή του όψη. Η ολοκλήρωση της γνώσης του εαυτού βρίσκεται στο βαθμό που το ίδιο πια έχει αρθεί, αφού το απώτατα αντίθετό του όντας απόλυτα ίδιο αίρεται, δεν υπάρχει πια.
27. Κατά τη διαδικασία ανταλλαγής μηνυμάτων, δηλαδή της αναχώρησης-επιστροφής των μηνυμάτων από τη συγκεκριμένη θέση προς το σύμπαν, αυτά επιστρέφουν τόσο πιο διαφορετικά όσο μεγαλύτερη η απόσταση επαναφοράς και επαληθεύουν-διαψεύδοντας το γεγονός στη θέση που ξεκίνησαν. Δηλαδή το επιβεβαιώνουν λίγο πιο κει. Γι’αυτό το ίδιο το γεγονός ξεκινά από την ίδια θέση με τον εαυτό κι επανέρχεται- απομακρυνόμενο.    Αυτό υπάρχει σε μια συνεχή ταύτηση με τον εαυτό, που ξεκινά από μέγιστη (που είναι η αέναη αναχώρηση) που ως ταύτηση συνεχώς αραιώνει, καταλήγοντας σ’ελάχιστη (που ακριβώς εκεί είναι η θέση της αέναης επιστροφής). Ανάμεσα σε αυτές τις δυο ακραίες θέσεις, υπάρχουν απεριόριστες θέσεις-κόμβοι αναχώρησης-επιστροφής, όπου το γεγονός είναι τόσο υπαρκτό όσο σχετικό, ενώ στις δυο ακραίες και απόλυτες θέσεις δε μπορεί να υπάρξει, γιατί έχει αρθεί όντας το ακαριαίο-ακίνητο υπόβαθρο του κόσμου (το εν δυνάμει Είναι). 

ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΚΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΒΙΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ,
―ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΣ―                                                                             
                                                                                                                                                        σημείο, ευθεία, χώρος και χρόνος

28.  Αν ο κόσμος μας εξελίσσεται αληθινά, δηλαδή είναι ένα ανοικτό σύστημα που κάθε του στιγμή έχει μέσα το στοιχείο του ανεπανάληπτου, πρέπει οι όροι της ύπαρξής του να είναι αυτοαναιρούμενοι, δηλαδή αντιφατικοί συνιστώντας μιαν Αντιφατική Γεωμετρία.
29. Μια Αντιφατική Γεωμετρία έχει στοιχεία αντίθετα από αυτά της Ευκλείδειας Γεωμετρίας.  Στην Ευκλείδεια Γεωμετρία, το σημείο η ευθεία και ο χώρος είναι έννοιες σε ιδεώδη κατάσταση, όντας η κάθε μια ξέχωρη απ’τις άλλες και ακίνητες.  Εκεί ο χώρος είναι τρισδιάστατος ακίνητος και προεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις επ’άπειρον. Είναι κάτι ξέχωρο και μοναδικό που μέσα του τοποθετούνται όλα τ’άλλα, χωρίς η ύπαρξή του να εξαρτάται από αυτά. Μπορεί να υπάρχει και να είναι νοητός χωρίς αυτά που περιέχει, όντας τελικά μια έννοια.
―Το ευθύγραμμο τμήμα αν προεκταθεί επ’άπειρον δεν συναντά τον εαυτό του και οι παράλληλες ευθείες δεν τέμνονται. ―Το σημείο είναι ιδεώδες, (δεν έχει διαστάσεις). 
―Άσχετα με το τι μπορεί να συμβεί σε κάποιο από αυτά τα στοιχειώδη, δεν είναι αναγκαίο να συμβεί τίποτα στ’άλλα.
30. Αντίθετα μια Αντιφατική Γεωμετρία θα είχε το χαραχτηριστικό της εγγενούς κίνησης κι αλληλεξάρτησης των στοιχειωδών που τη συνθέτουν:  Ο χώρος, η ευθεία, το σημείο και λόγω της εγγενούς της κίνησης καί ο χρόνος, είναι όλα μαζί ένα γεγονός σε συνεχή κίνηση κι αλληλεξάρτηση. Καθένα απ’αυτά τα στοιχειώδη είναι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, γιατί η σχέση του μ’όλα τ’άλλα το υπαγορεύει. Αυτά συνιστούν γίγνεσθαι συνεχούς αλληλεπίδρασης και αλληλοδιαμόρφωσης.
31. Το σημείο στην κατάσταση αδρανείας, δεν μπορεί παρά να νοηθεί ως κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά. Από την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία του σημείου συνίσταται η ευθεία που έτσι δεν είναι ιδεώδης, δηλαδή όπως την έχουμε μέσα στο νού μας, αλλά πραγματική έχοντας και την ανάλογη κυρτότητα.
32. Δηλαδή η πορεία του σημείου μέσ’το χώρο, μετατρέπεται από ευθύγραμμη σε κυρτή,
αφού ο χώρος για να είναι αληθινός κι όχι ιδεώδης ως αδρανιακή κατάσταση έχει την περιστροφή.
33. Χώρος για το κινούμενο ευθύγραμμα κι ομαλά σημείο, (το Ένα), είναι η απεριόριστη σειρά συγκεκριμένων ομοίων σημείων, (των Πολλών), που καθένα από αυτά πορεύεται ευθύγραμμα και ομαλά, από διαφορετική αφετηρία και προς διαφορετική κατεύθυνση συγχρόνως. Έτσι η πορεία αυτού του Ενός τέμνει διαδοχικά τις πορείες όλων των άλλων συγκεκριμένων  Πολλών, που το Ένα  σχετίζεται μ'αυτά.  Για το λόγο αυτό τα Πολλά συγκεκριμένα συνιστούν Όλον, το οποίο σχετικά με το πορεύμενο-Ένα είναι ο περιστρεφόμενος Χώρος του.
34.  Οι τομές της ευθύγραμμης πορείας του Ενός πάνω στις πορείες των Πολλών, λόγω της περιστροφής τους ως Όλον σε σχέση με το Ένα, (που για το Ένα αυτό το Όλον, είναι ο Χώρος), διαψεύδουν την ευθύγραμμη πορεία του, μετατρέποντάς την σε κυρτή.
35. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι το πορευόμενο-Ένα ευθύγραμμα και ομαλά, "θέλει" να πετύχει την απόλυτα ευθύγραμμη πορεία. Αρχίζει λοιπόν να επιταχύνεται για να προλάβει την περιστροφή.  Μολονότι η πορεία του μπορεί να "ισιώνει", δεν μπορεί όμως να γίνει απόλυτη ευθεία, παρά μόνο στην ακαριαία ταχύτητα.  Σ’αυτήν την ταχύτητα κάθε απόσταση που θα μπορούσε να καλύψει ένα σημείο κινούμενο "ευθύγραμμα και ομαλά" χάνει το νόημά της, αφού στην ακαριαία ταχύτητα βρίσκεται την ίδια στιγμή παντού, έχοντας διασταλλεί στο σύμπαν. Αν Α―Β είναι η απόσταση αυτού του υποθετικά ευθυγράμμου τμήματος, που θα καλύψει το πορευόμενο σημείο, τότε τα σημεία Α και Β, στην ακαριαία ταχύτητα, απωθούνται στο άπειρο, ενώ συγχρόνως έχουν συμπέσει στην ίδια θέση, κάνοντας την απόσταση Α―Β μηδενική και άπειρη. Την απόλυτα ευθύγραμμη και ομαλή πορεία λοιπόν μπορούμε μόνο να αντιληφθούμε σαν μιαν ακαριαία έκρηξη αλλαγής κι επαναφορά συγχρόνως στην ίδια θέση.
36.  Αν λοιπόν ένα σημείο κινείται ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, δεν επιστρέφει ποτέ στη θέση που ξεκίνησε, περνά απεριόριστες φορές από κει, είναι συγχρόνως πάντα εκεί.  Μόνον αυτός ο ορισμός μπορεί να εκφράσει την ουσία της ευθύγραμμης πορείας, ως απόλυτης που ως ακαριαίος κραδασμός είναι η αντιφατική ταυτότητα ως αφηρημένη.
37. Η απόλυτα ευθύγραμμη και ομαλή πορεία, είναι η κατάσταση όπου το γεγονός είναι ακίνητο-ακαριαίο-μηδενικό-άπειρο, όντας η αντιφατικότητα γυμνή, η αέναη αλλαγή.
38. Η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία όμως, ως συμβατική, έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα.  Είναι η ευθεία που συνιστούν οι άπειροι κόμβοι, που καθένας πορεύεται τείνοντας να καλύψει τις άπειρες θέσεις ελλειπτικής "σφαίρας". Έτσι η ευθύγραμμη και ομαλή πορεία, είναι κάτι που ένα γεγονός "επιτυγχάνει και δεν επιτυγχάνει" συγχρόνως.  Το επιτυγχάνει στη μορφή της ελλειπτικής σφαίρας αλλά συγχρόνως δεν το επιτυγχάνει στη μορφή της απόλυτης επιβεβαίωσης, που είναι η απόλυτη ευθεία.
39.  Το νοητικό αυτό πείραμα  φανερώνει τη σχέση σημείου, πορείας και χώρου, όπου η
συμπεριφορά του ενός εξαρτάται απ’τη σχέση του με τα άλλα, συνιστώντας μιαν ενότητα.  Η ενότητα αυτή είναι μια αντιφατική χωρο-χρονικότητα, όπου Χώρος, Χρόνος και Είναι θεωρούνται αδιαχώριστα.
40.  Ανάλογα με την ταχύτητα του σημείου, διαγράφεται και η ευθύτητα της πορείας, που όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος που ορίζεται μέσα στην κυρτότητά της, επιτάσσοντας και την ανάλογη περιστροφή του πορευομένου σημείου γύρω απ’τον εαυτό του, αλλά και την περιστροφή του χώρου αντίθετα προς αυτή του σημείου.
     Εδώ φαίνεται κι ο λόγος που μπορεί να ονομάζεται η σχέση πορείας του σημείου με την  περιστροφή γύρω από τον εαυτό "χωρόχρονος", αφού η πορεία ορίζει το μήκος κύματος των υπογεγονότων που συνιστούν-καταλύοντας το γεγονός και η περιστροφή τη συχνότητα επανάληψης διόδου τους απ’τη θέση που συνίσταται-καταλυόμενο το γεγονός.
41. Έτσι το σημείο είναι ένας αντίχωρος (χρόνος) που ξετυλίγεται-απλώνοντας στο χώρο, ενώ ο χώρος τυλίγεται συμπτυσσόμενος μεσ’το σημείο. Αυτό γιατί οι θέσεις τομής της πορείας των Πολλών απ’το Ένα (που είναι ο χώρος που αντιστοιχεί στην πορεία του Ενός), διαμορφώνεται σε μια κλίμακα θέσεων τομής, που ξεκινά από τη θέση τομής που το σημείο τέμνει την πορεία ενός εκ των Πολλών Άλλων και περνώντας απ'όλες τις πιθανές διαδοχικές θέσεις τομής Πολλών συγχρόνως, δηλαδή συγχρόνως τη θέση τομής της πορείας δύο άλλων, τριών άλλων, τεσσάρων, πέντε κλπ, καταλήγει στη θέση που το πορευόμενο-Ένα να τέμνει τις πορείες Όλων των Άλλων συγχρόνως. Όπου εκεί είναι και το κέντρο του περιστρεφόμενου χώρου, ο οποίος σχετίζεται με το εν λόγω σημείο.  (Έτσι το σημείο πορεύεται-διαστελλόμενο στο χώρο, ενώ συγχρόνως ο χώρος αντι-πορεύεται βυθιζόμενος και συστελλόμενος στο σημείο).
42. Όλο αυτό, από μιαν άλλην όψη, είναι το Ένα, το οποίο τέμνοντας διαδοχικά και κλιμακωτά τις πορείες τομής των Πολλών-Άλλων, φτάνει στην πορεία αυτού που θεωρείται αντίθετό του, όντας το κέντρο του υποτιθέμενου περιστρεφόμενου χώρου.  Από κει και πέρα, αρχίζει να "επιστρέφει", κι έτσι κάποια στιγμή θα αρχίσει να τέμνει τη δική του πορεία και συνεχίζοντας κάποτε θα συμπέσει μ’αυτήν.
43.  Όλη αυτή η κυρτή πορεία που είναι ο χώρος και αντιστοιχεί στο πορευόμενο-Ένα, είναι ανοικτή γιατί η ολοκλήρωση της επιστροφής έχει γίνει μόνον ως κατεύθυνση κι όχι ως απόλυτη επαλήθευση της ίδιας θέσης. (Της υποτιθέμενης ως θέσης εκκίνησης).
44. Το πορευόμενο-Ένα επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση εκκίνησης, όπως και κάθε άλλη θέση· δηλαδή την αγγίζει λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με την κλίμακα θέσεων τομής της πορείας των Πολλών-Άλλων από το πορευόμενο-Ένα, αλλά ποτέ δεν μπορεί να συμπέσει απόλυτα μ’αυτή.  Είναι γι’αυτό που το σύστημα μπορεί να θεωρηθεί ανοικτό.
45. Ο χώρος ακολουθώντας την διαδικασία του πορευομένου σημείου αντίθετα, -φεύγει-επιστρέφοντας-περιστρέφεται-πορευόμενος-διαστέλλεται-συστελλόμενος. Έτσι σε σχέση με το πορευόμενο-Ένα σημείο συμπεριφέρονται σαν μιαν ενότητα, μια μονάδα.
46. Ο μόνος "χώρος" που δεν περιστρέφεται ούτε πορεύεται, αλλά πάλλεται είναι το Όλον. Πάλλεται ακαριαία, όντας το Εν Δυνάμει Είναι, το οποίο αντίθετα με κάθε άλλη μορφή χώρου δεν μπορεί να εκφραστεί ως κάποια συγκεκριμένη ουσία, αλλά μόνον ως αντιφατικότητα γυμνή. Δηλαδή διαθέτει εν δυνάμει όλες τις μορφές και ιδιότητες, αλλά συγχρόνως καμία. Αυτό είναι το άπειρο-μηδενικό-ακαριαίο-ακίνητο, η γυμνή αντιφατικότητα, το γίγνεσθαι ως ουσία, δηλαδή η υλικότητα ως ουσία και γι’αυτό είναι το έσχατο αντιφατικό χωροχρονικό επίπεδο του κόσμου μας.
47. Όταν ο χώρος παύει να είναι το Όλον, το ακαριαίο φεύγει από την επιφάνεια και περνώντας στην υπόσταση χάνεται στο βάθος του Είναι, όντας πολλοί χώροι.  Με τον τρόπο αυτό η αντιφατικότητα παίρνει μορφή ως κάτι συγκεκριμένο. Φεύγει από την επιφάνεια ξεφεύγοντας από το ακαριαίο και κρύβεται στο βάθος του κόσμου ξεχασμένη και αόριστη.  Σε ακραίες όμως καταστάσεις παρουσιάζει το αντιφατικό της πρόσωπο και μας ξαφνιάζει.
48. Εκτός από τον απόλυτο χώρο, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το ακίνητο και παλλόμενο ακαριαία, το μηδενικό κι άπειρο, ο σχετικός χώρος είναι κυρτός, κινούμενος-περιστρεφόμενος και αποτείνεται σε σημείο σχετικό πορευόμενο και περιστρεφόμενο γύρω απ’τον εαυτό του αντίθετα προς το χώρο και σ’ευθύγραμμη πορεία σχετική. Στην περίπτωση αυτή, το σημείο είναι υπαρκτό έχοντας μέγεθος, περιστροφή και πορεία με την ανάλογη κυρτότητα, που απαιτεί το μέγεθος κι η περιστροφή του σημείου και την ανάλογη παράκεντρη ταλάντωση που απαιτεί η αντιφατική ισορροπία της ενότητας αυτής.
49. Τότε ο χώρος είναι πεπερασμένος-περιστρεφόμενος-πορευόμενος και ορίζεται από την κυρτότητα της πορείας του σημείου από τη μια, και από τη μορφή της περιστροφής του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του από την άλλη.

50. Υπάρχει χώρος-αντίχωρος [χώρος-χρόνος], δηλαδή συχνότητα περιστροφής και μήκος κύματος (κυρτότητας) της επαναφοράς των των εκπεμπομένων μηνυμάτων. Ο χώρος περιλαμβάνεται μέσα στην κυρτότητα της πορείας του σημείου και ο αντίχωρος,  (ο χρόνος), μέσα στην περιστροφή του σημείου γύρω από τον εαυτό του. Έτσι το Ένα (το μικρό) διαστέλλεται στο σύμπαν (τον συμπαντιακό του αντίλογο), ενώ το σύμπαν (το μεγάλο), που συνιστούν κάθε φορά τα Πολλά που ανταποκρίνεται το γεγονός (το μικρό), βυθίζεται στο μικρό επιστρέφοντας το χρέος του.
51. Οι δυο αυτοί χώροι συνιστούν μιαν ενότητα, ένα γεγονός, τον αντιφατικό χώρο, που είναι αδιαχώριστος από τα γεγονότα που σχετίζεται (ή που φαίνεται ότι περιέχει).

52. Αυτό που ονομάσαμε αντιφατικό χώρο, απ’την περιγραφή του γίνεται αντιληπτό ότι είναι χωρόχρονος. Ανάλογα λοιπόν με το σημείο αναφοράς ή τον τρόπο σχέσης των αντιφατικών σκελών μέσα στο σύστημα, χώρος μπορεί να χαραχτηριστεί το μήκος κύματος (η πορεία κυρτότητας) των υπογεγονότων που αποτείνονται κάθε φορά στον συμπαντιακό αντίλογο και τα οποία διερχόμενα μέσα από το γεγονός το πραγματώνουν· ενώ αυτό που χαραχτηρίστηκε αντίχωρος (περιστροφή), μπορεί να είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων (λήψης-εκπομπής μηνυμάτων) στη θέση πραγμάτωσης, δηλαδή ο χρόνος (ο ρυθμός επανάληψης). Ο χαραχτηρισμός του χώρου ή του χρόνου εκεί, ανάλογα με την περίσταση, μπορεί να αντιστραφεί, αλλά ποτέ δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ξέχωρα μεταξύ τους.
53. Ο σχετικός χώρος φεύγει-επιστρέφοντας, χωρίς να μπορέσει απόλυτα να επαληθεύσει τον εαυτό του, αφού το σημείο εκκίνησης που ανταποκρίνεται σ'αυτόν, πορευόμενο-επιστρέφει και συμπίπτει κάποτε με τη διεύθυνση της πορείας του, αλλά ποτέ στο ιδεατά υποτιθέμενο σημείο που κάποτε ξεκίνησε. Δηλαδή αγγίζει τη θέση λιγότερο ή περισσότερο αλλά ποτέ δεν συμπίπτει απόλυτα με αυτήν.
54. Το άγγιγμα του πορευόμενου σημείου στη θέση, ξεκινά απ’αυτό που μόλις αγγίζει το όριό της, και σταδιακά περνώντας απ’όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις επαλήθευσης-διάψευσης,  φτάνει σ’αυτό που τείνει για απόλυτη επαλήθευση-διάψευση.  Στην απόλυτη επαλήθευση το γεγονός είναι συγχρόνως στην εκκίνηση και κατάληξη όντας το ακαριαίο κι ακίνητο, η αντιφατικότητα γυμνή, ο αντιφατικός χωρόχρονος. Αυτό παύει να είναι πλέον το συγκεκριμένο γεγονός, αλλά το Είναι Καθαυτό ως Ουσία. Είναι το Γίγνεσθαι ως ουσία, η Υλικότητα ως ουσία, η Αντιφατικότητα ως ουσία, το Άπειρο ως ουσία, δηλαδή το Είναι Καθαυτό ως Ουσία.

η κίνηση του σημείου, οι κλίμακες αναχώρησης-επιστροφής
και η διάψευσης-επαλήθευσης μιας θέσης

55.  Η πορεία αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων τα οποία πραγματώνουν ένα γεγονός, ανταποκρίνεται σε μιαν απεριόριστη σειρά διαψεύσεων-επαληθεύσεων, που ξεκινά από την απόλυτη επαλήθευση-διάψευση, που είναι το ακαριαίο, γιατί εκεί ο χώρος, φεύγοντας ακαριαία είναι πάντα εκεί, αλλά απόλυτα διαφορετικός (ως αντιφατικότητα γυμνή). Τα όρια του σχετικού χώρου, μολονότι είναι πεπερασμένος, είναι ασαφή και αόριστα, γιατί το πορευόμενο-Ένα που η πορεία του οριοθετεί το χώρο, δεν έχει απόλυτη αφετηρία λόγω της καταλυτικής-συνθετότητάς του, κι έτσι τα όρια του χώρου αυτού μπορούν συνεχώς να αλλάζουν. Αυτά είναι πάντα σχετικά με κάποια πιθανή και συγκεριμένη αφετηρία του σημείου, που είναι ο τρόπος που η αντιφατική μονάδα μπορεί να εκφράζεται σαν ελάχιστο εκείνη τη στιγμή.
56.  Εφόσον κάθε σημείο κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά έχει ως σύνδρομο την κυρτότητα, η πορεία του από μια στιγμή και μετά, θα πρέπει να δημιουργήσει θέσεις τομής από τον εαυτό της. Αυτές οι θέσεις είναι εκεί όπου το πορευόμενο επαναλαμβάνεται περισσότερο από μια φορά, δημιουργώντας κλίμακα διαδοχικών θέσεων αυξανόμενης επανάληψης με όρια, από τη μια το μηδέν και από την άλλη το άπειρο, (που είναι οι δύο θέσεις επανάληψης μηδενός και απείρου, και οι οποίες συνιστώντας μιαν ενότητα ανταποκρίνονται στο έσχατο επίπεδο του ακαριαίου και ακινήτου).
57. Αυτό από μιαν άλλη όψη, είναι το ίδιο το πορευόμενο-Ένα που κάνει απεριόριστους κύκλους αναχώρησης-επιστροφής και τείνοντας να επαληθεύσει τον εαυτό του, ορίζει και τον ανάλογο χώρο που κάθε φορά του αντιστοιχεί. Τόσο τον μεγάλο, που είναι η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής του, (το μήκος κύματος της πορείας, που είναι ο χώρος), όσο και το μικρό που είναι το μέγεθος του σημείου, που ορίζει η περιστροφή γύρω απ’τον εαυτό του, (η συχνότητα επιστροφής που είναι ο χρόνος).  Οι κύκλοι αυτοί ξεκινούν απ’αυτόν που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε γιατί το σημείο είναι πάντα εκεί, και φεύγοντας, αφού καλύψει όλους τους πιθανούς κύκλους αναχώρησης-επιστροφής, φτάνει  σε αυτόν  που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, γιατί δεν θα επιστρέψει.   Ο πρώτος κύκλος είναι αυτός της απόλυτης κατάφασης κι ο τελευταίος της απόλυτης άρνησης. Και οι δυό μαζί, συνιστούν τη σχέση μηδενός και απείρου, ακινήτου και ακαριαίου, που είναι η αντίφαση γυμνή. Εκεί όπου το γεγονός αρνείται απόλυτα τον εαυτό του και συγχρόνως τον επαληθεύει απόλυτα, κι έτσι αίρεται ως Κάτι και περνά στον αόριστο και αντιφατικό χωροχρονικό "κορμό" του όλου, του εν δυνάμει Είναι.
58. Ανάμεσα σε αυτές τις δυο θέσεις (που θα πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας πως συνιστούν   μιαν αδιάρρηχτη χωροχρονική ενότητα), υπάρχουν απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής όπου το γεγονός επαληθεύεται σχετικά. Στις θέσεις αυτές το γεγονός τέμνει την ιδεατή πορεία του, αλλά όχι απόλυτα. Δεν ξαναπερνά ποτέ απόλυτα από τη θέση που είχει περάσει, την αγγίζει λιγότερο ή περισσότερο αναλόγως, (την επαληθεύει-διαψεύδοντάς την). Οι θέσεις αυτές συνιστούν κλίμακα διαδοχικών θέσεων τόσης επαλήθευσης, όση επιτρέπει η διάψευση που περιέχουν, συνιστώντας  πίνακες εξελισσόμενης επιβεβαίωσης-διάψευσης του κινουμένου σημείου από τον εαυτό του.
 59. Το πορευόμενο σημείο στο σύμπαν, κάνοντας αυτές τις διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής, ορίζει τη σχέση του μεγίστου και του ελαχίστου του χώρου. Αυτό είναι ο ιδεατός χωροχρονικός κύκλος διαδρομής του πορευομένου στο σύμπαν και τα ανάλογα όρια της περιστροφής του σημείου γύρω απ’τον εαυτό του.
60.  Επειδή ο κύκλος αναχώρησης-επιστροφής δεν είναι απόλυτος, (δεν είναι κλειστός), κι επειδή το πορευόμενο επαληθεύει-διαψεύδοντας τη θέση που ξεκίνησε, ο κύκλος του χώρου εκτός από περιστροφόμενος, γίνεται συγχρόνως και πορευόμενος. Έτσι το πορευόμενο σημείο, που μη όντας ακαριαίο έχει όγκο, περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, έχοντας άξονα μετακινούμενο και ταλαντώμενο. Η ταλάντωση αυτή είναι η ανάμνηση του χώρου ως όλον, που πάλλεται ακαριαία, αλλά που στην κατάσταση του σχετικού και συγκεκριμένου χώρου, ο παλμός όντας παράκεντρος μετατρέπεται σε κραδαίνουσα περιστροφή.
61. Υπάρχει σχέση κυρτότητας της πορείας διαδρομής του πορευομένου-Ενός, με το μέγεθος του ανοίγματος της περιστροφής, γύρω από τον εαυτό του. Η σχέση αυτή είναι εξελισσόμενη και ξεκινά από μηδενικό μέγεθος ανοίγματος περιστροφής της θέσης πορευμένου και άπειρο χώρο άνοιγματος διαδρομής του, (που είναι το ακίνητα και ακαριαίο) και περνώντας από όλες τις πιθανές σχέσεις  μεγάλου-μικρού, όπου το μέγεθος του ανοίγματος της θέσης αυξάνεται και ο χώρος διαδρομής ελαττώνεται, φτάνοντας στην αντίθετη, δηλαδή στην άπειρη θέση και τον μηδενικό χώρο, που είναι κι αυτή έκφραση του ακαριαίου.  Εδώ όπως ορίσαμε και πριν, μπορεί να οριστεί επίσης η σχέση χώρου και χρόνου που η περιστροφή γύρω από τον εαυτό του είναι ο χρόνος, ενώ το άνοιγμα της διαδρομής είναι ο χώρος.
62. Αν δεχτούμε ότι υπάρχουν απεριόριστα τέτοια σημεία πορευόμενα "ευθύγραμμα και ομαλά", που ακολουθούν τη διαδικασία αναχώρησης-επιστροφής, πρέπει κάθε σημείο (πορευόμενο-Ένα) με τη σειρά του, να περάσει από τις θέσεις όλων των Πολλών Άλλων σημείων κι όλα τ’άλλα σημεία να περάσουν από την ίδια θέση, δηλαδή τη θέση του Ενός. Έτσι απ'τη μια έχουμε το Ένα, που πορευόμενο μέσω των Πολλών τα πραγματώνει, κι απ'την άλλη τα Πολλά, που πορευόμενα δια μέσου του Ενός, το κάνουν πραγματικότητα.
63. Έχουμε λοιπόν σειρά θέσεων που απ’τη μια, έχουν μια περιοδικότητα επανάληψης διαφορετικών σημείων μέσα τους κι απ’την άλλη, θέσεις περιοδικότητας τομής από την πορεία του ίδιου του εαυτού τους. Οι θέσεις αυτές συνιστούν μια περιοδική κλίμακα που ορίζει το μέτρο αντιφατικότητας του γεγονότος.
64.  Έχουμε λοιπόν τη σύνθεση αντιθέτων ποσοτικών κλιμάκων θέσεων ροής-αντιρροής του Ενός μέσω των Πολλών, και των Πολλών μέσου του Ενός. 
65.  Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, τη σύσταση μιας σφαίρας θέσεων με πόλους Α, που είναι η εκκίνηση του Ενός κι η κατάληξη των Πολλών και αντιΑ που είναι η εκκίνηση των Πολλών κι η κατάληξη του Ενός. Στη θέση Α έχουμε μοναδική επανάληψη ροής του Ενός και μέγιστη επανάληψη αντιροής των Πολλών, ενώ στη θέση αντιΑ το αντίθετο.
66.  Σε όλο αυτό το γίγνεσθαι (που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μια αντιφατική μονάδα και αυτό που κάνουμε τώρα είναι η όσο το δυνατόν ακριβέστερη περιγραφή της αντιφατικότητάς της), το πορευόμενο-Ένα, είναι αυτό που είναι, γιατί έτσι και εκεί ακριβώς, το συνιστά η αντιπορεία των Πολλών, ενώ τα Πολλά είναι εκεί όπου συνίστανται διαδοχικά από την πορεία του Ενός.
67.  Η αντιπορεία αυτή αποτελείται από τις πορείες απεριορίστων μοναδικών ομοίων, κινουμένων συγχρόνως, καθένα προς διαφορετική κατεύθυνση, για να μπορούν να είναι τα Πολλά. Έτσι καθένα απ'τα Πολλά καταλήγει με τρόπο διαφορετικό στη θέση, συνιστώντας την όλα μαζί κι αντιπορευόμενα προς αυτήν κάνουν το Ένα να είναι διαφορετικό και παράκεντρα περιστρεφόμενο κάθε φορά. Τα Πολλά την ίδια στιγμή υπάρχουν έτσι, αφού το Ένα διέρχεται με διαφορετική συχνότητα επανάληψης της τομής της πορείας του από τον εαυτό της, κάθε φορά στο καθένα από τα Πολλά ξεχωριστά.
68. Έχει γίνει νύξη, πως τα δυο αντίδρομα ρεύματα που συνιστούν τις θέσεις ροής-αντιρροής, μπορούν να θεωρηθούν ως ολοκληρωμένη πορεία του Ενός-πορευομένου-ευθύγραμμα και ομαλά, αφού ως αντιπορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η τομή της πορείας του Ενός από τον ίδιο τον εαυτό του.
69. Ανάμεσα απ’τις θέσεις Α κι αντιΑ, υπάρχει κλίμακα απεριορίστων θέσεων διαδοχικής διαφορότητας σχέσης ροής-αντιρροής της πορείας του Ενός και της ανάλογης αντιπορείας των Πολλών (που όπως τονίσαμε: η πορεία του Ενός είναι έτσι γιατί το απαιτεί η αντιπορεία των Πολλών κι αντίθετα). Κάθε θέση, όντας αναπόσπαστο σημείο της κλίμακας, είναι και μια οντότητα που έχει δικό της χαραχτήρα. Είναι μια διαφορετική σχέση ροής-αντιρροής Ενός και Πολλών, που παίρνει τη μορφή μιας ειδικής αντιφατικής ισορροπίας. Αυτή η ισορροπία είναι η σχέση αναχώρησης-επιστροφής-λήψης-εκπομπής του μηνύματος της συγκεκριμένης πορευόμενης θέσης στο σύμπαν.
70. Kάθε κλίμακα έχει απεριόριστες θέσεις αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων που καθένα έχει τον δικό του "κώδικα", ο οποίος ορίζεται από την ανάλογη λήψη σε σχέση με την ανάλογη εκπομπή μηνυμάτων που φεύγουν για το σύμπαν επιστρέφοντας συγχρόνως στη θέση.

η κίνηση η μετακίνηση και το παράδοξο της ταχύτητας

71.  Κάθε γεγονός συμπίπτει με μια θέση σε κάποια κλίμακα, όντας κι ένα αντιφατικό στοιχειώδες.  Απ’τη μια, το γεγονός κινείται για να επαληθεύεται απ’το μήνυμα στη θέση που το συνθέτει (δηλαδή λίγο πιο κει), απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς δεχόμενο όμοια μηνύματα από διαφορετική αφετηρία άλλης κλιμακας, για να βρίσκεται στη ίδια θέση (δηλαδή βρίσκεται "εκεί" αλλάζοντας κλίμακα).
72. Η αλλαγή στη θέση της κλίμακας, αλλάζει τον κώδικα λήψης-εκπομπής και η αλλαγή στον κώδικα λήψης-εκπομπής, αλλάζει τη θέση της κλίμακας.
73. Κάθε γεγονός βρίσκεται σε συνεχή και διαδοχική εναλλαγή κώδικα για να βρίσκεται στην ίδια κλίμακα ή κρατά συνεχώς τον ίδιο κώδικα αλλάζοντας συνεχώς κλίμακες.  Η θέση του γεγονότος είναι μια δίνη που από τη μια βυθίζονται τα Πολλά και από την άλλη αναβλύζουν-επαληθεύοντας το Ένα, ενώ την ίδια στιγμή αντίδρομα, το Ένα διαπερνά τη θέση και εκτοξεύεται επαληθεύοντας διαδοχικά τα Πολλά. (Επαληθεύοντας συνεχώς και διαδοχικά το διαφορετικό μήνυμα που συνθέτουν τα Πολλά).
74.  Υποθέσαμε ότι το μοναδικό πορευόμενο-Ένα (το γεγονός), που η τμήση της πορείας του απ’τον εαυτό της, έχει σαν αποτέλεσμα όλο αυτό το γίγνεσθαι Ενός-Πολλών-πορευομένων-αντιπορευμένων, τη στιγμή του ακαριαίου, είναι το Όλον ως Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι.  Εκεί οι τομές της πορείας από τον εαυτό της, όντας ακαριαίες δεν φαίνονται, αλλά υπάρχουν εν δυνάμει στο βάθος σαν ακαριαία συστολή-διαστολή του Όλου και έχουμε άπειρες τμήσεις μηδενικού μεγέθους.  Όταν όμως μιλάμε για διακριτές μονάδες κινούμενες ευθύγραμμα και ομαλά, το ακαριαίο χάνεται στο βάθος του Είναι,  βγάζοντας στην επιφάνεια την αντιφατική σχέση Ενός-Πολλών, πορευομένων-αντιπορευομένων. Έτσι αποκτά τμήσεις υπαρκτές και καθορισμένες και πορείες με την ανάλογη κυρτότητα.
75. Υποθέσαμε πριν, την ύπαρξη σφαίρας θέσεων ροής-αντιρροής, λήψης-εκπομπής μηνυμάτων με άξονα Α-αντιΑ. Επίσης υποθέσαμε πως η πορεία του Ενός επαληθεύει την αντιπορεία των πολλών κι ότι η σφαίρα αυτή αποτελείται από θέσεις ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής μηνυμάτων, που συνιστούν τα γεγονότα του κόσμου μας.
76. Η μετακίνηση του Ενός από θέση (α) σε θέση (β), που θα μπορούσαμε να φανταστούμε σαν ελάχιστο υπαρκτό διάστημα μετακίνησης στον υποθετικό άξονα των πόλων της σφαίρας ροής-αντιρροής είναι αλματική, επειδή οι τμήσεις της πορείας του Ενός από τον εαυτό της έχουν μέγεθος αφού η ταχύτητα δεν είναι ακαριαία. Όπως αναφέραμε το πορευόμενο-Ένα συνίσταται από τα αντιπορευόμενα-Πολλά, και τα Πολλά από το πορευόμενο-Ένα σε αντιφατικό χωρόχρονο πορευόμενο-περιστρεφόμενο και όχι πλέον ακαριαίο.
77. Η διαδρομή του πορευομένου-Ενός στον άξονα Α-αντιΑ, συντίθεται από την αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών. Έτσι η αντιδρομή των αντιπορευομένων-Πολλών από θέση (γ) σε θέση (β), στον άξονα της υποθετικής σφαίρας με πόλους Α―αντιΑ, φεύγει για τ’απώτατα όρια αυτής της σφαίρας και συνιστά επιστρέφοντας το πορευόμενο-Ένα από τη θέση (α) στη θέση (β).
78. Η ταχύτητα της διαδρομής του πορευομένου-Ενός πάνω στον υποθετικό άξονα Α-αντιΑ, από θέση (α) σε θέση (β), (που είναι η υποτιθέμενη μικρότερη καταλυτικο-συνθετική αλματική μετακίνηση του πορευομένου-Ενός) πρέπει να είναι ασύλληπτα μικρότερη από την ταχύτητα των αντιπορευομένων-Πολλών που το συνιστούν, αφού η αντιδρομή που καλύπτουν τα Πολλά είναι τόση όση η ανάπτυξη όλης της σφαίρας με πόλους Α-αντιΑ που αυτά συνιστούν, σε σχέση με τον άξονά της που αντιστοιχεί στην καταλυτικο-συνθετική διαδρομή του Ενός.

79. Αν δεχτούμε ότι το πορευόμενο-Ένα είναι ένα φωτόνιο και τα αντιπορευόμενα-Πολλά είναι τα υποκβαντικά στοιχειώδη που υποθετικά το συνθέτουν. Η θεωρούμενη ως ταχύτητα του φωτoνίου είναι ασύλληπτα μικρότερη, απ’την ταχύτητα των υποκβαντικών αντιπορευομένων. Επειδή όμως η καταλυτικοσυνθετική πορεία του φωτονίου από θέση (α) σε θέση (β) δεν έχει "ταχύτητα" ακαριαία, κατά τη μετακίνηση του πορευομένου-Ενός υπάρχει μια τμήση, ένα διάστημα στατικότητας που συνιστά τη Θέση.  Έτσι το κινούμενο-Ένα παρουσιάζεται να "στέκεται" στη θέση (α) για λίγο και μετά να χάνεται για να ξαναεμφανιστεί στη θέση (β).
80. "Χάνεται" σημαίνει ότι "δεν είναι ορατό". Αφού στο διάστημα από η θέση (α) που καταλύεται το πορευόμενο-Ένα έως τη θέση (β) που θ’ανασυσταθεί, κινείται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από την ταχύτητα του φωτός. (Kαταλύεται διαστελλόμενο στο σύμπαν και επιστρέφει συντιθέμενο στην επόμενη θέση).  Έτσι που συνολικά εξισορροπεί τη στατικότητα της θέσης, έχοντας ολική ταχύτητα ίση με τη "λεγόμενη του φωτός".
81. Εδώ βλέπουμε δυο αντίδρομα συστήματα, που το ένα επαληθεύει το άλλο, κινούμενα σε διαφορετικές διαστάσεις. Αυτά αλληλοσυντίθενται, παρουσιάζοντας το γίγνεσθαι της μετακίνησης του πορευομένου και αντιπορευομένου γεγονότος στον υποθετικό άξονα (Α-αντιΑ) και τον αντίδρομό του (αντιΑ-Α). Ενώ έχουν ασύλληπτα διαφορετικές ταχύτητες, συμπίπτουν αρμονικά σ’αυτό το γίγνεσθαι γιατί το αντίδρομο "ρεύμα" καλύπτει μια πορεία "σφαιρικής διαδοχικής ανάπτυξης στο σύμπαν", ενώ το άλλο καλύπτει διαδοχικά, όλες τις θέσεις του άξονα ανάπτυξης της σφαίρας αυτής. (Την ίδια στιγμή συμβαίνει και το αντίθετο με το αντίδρομο σύστημα που αντιστοιχεί σ’αυτό το γίγνεσθαι).

82. Αν, όπως είπαμε πριν, όλο αυτό το πορευόμενο-αντιπορευόμενο γίγνεσθαι του άξονα (Α-αντιΑ) και το αντίδρομο γίγνεσθαι του (αντιΑ-Α) συνιστούν χωρο-χρονική σχέση, που ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί να αντιστρέφεται αμοιβαία, όπου κι οι αντίδρομοι άξονες να μπορούν ν’αντιστρέφονται, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μετατροπή μιας κατάστασης από χωρική σε χρονική και αντίθετα. Εδώ οι παραδοξολόγοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν, πως ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή και τον τρόπο που σκοπείται το σύστημα, μπορεί αυτό να κινείται καί από το μέλλον στο παρεθόν.  Εγώ θα απαντούσα ότι στο υποτιθέμενο αυτό γίγνεσθαι, το οποίο θα μπορούσε να συμπέσει με το κβαντικό, δεν υπάρχει ούτε Παρελθόν ούτε Μέλλον, αλλά μόνο Παρόν. Το Παρόν αυτό είναι χωροχρονικό και συντίθεται απ’τα δυο αντίδρομα ρεύματα, που δεν διαχωρίζονται. Αυτό είναι Ένα καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι.

οι κλίμακες καταλυτικής-συνθετότητας των γεγονότων και οι θέσεις πάνω σ’αυτές

83. Η θέση Α θα πρέπει να δέχεται-εκπέμποντας πορευόμενες μονάδες και να εκπέμπει-δεχόμενη συγχρόνως, αντιπορευόμενες εναλλάξ. Αυτό την υποχρεώνει να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της. Μαζί της περιστρέφονται ανάλογα και όλες οι άλλες θέσεις της κλίμακας, αφού κι αυτές είναι αποτέλεσμα ροής-αντιροής αντίδρομων ρευμάτων.   Αυτές ξεκινούν από τη θέση Α, όπου η  περιστροφή είναι αρμονική και διαδοχικά αυτή η περιστροφή γίνεται παράκεντρη ανάλογα με την  διαφορετική σχέση συχνότητας των αντίδρομων ρευμάτων σε κάθε θέση.  Η παράκεντρη τάση αυξάνεται ως το μέσον του άξονα, (που είναι και το κέντρο της σφαίρας) και τείνοντας για τη θέση αντιΑ, διαδοχικά ισορροπείται. Στην "καρδιά" της θέσης Α υπάρχει ένα "κενό", μια σαφής δυναμική οπή με συγκεκριμένη διεύθυνση (που είναι το μάτι της δίνης), ενώ στις διαδοχικές θέσεις του άξονα, το κενό αυτό είναι κρυμμένο από το ασαφές "νέφος" διακύμανσης των αντίδρομα πορευομένων. 
84. Αυτό το νέφος της θέσης είναι μια δίνη, που ξεκινά από μιαν αόρατη μα υπαρκτή δυναμική οπή, διαστέλλεται στο σύμπαν κι επιστρέφει ως αντίδρομο απ’την αντίθετη θέση του συστήματος. (Αντίθετο στη θέση Α είναι το αντιΑ κ.λ.π.).  Οι διαφορετικές θέσεις επάνω στον άξονα [(Α-αντιΑ)-(αντιΑ-Α)], α, β, γ, . . έχουν διαφορετική σχέση συχνότητας λήψης-εκπομπής-πορευομένων-αντιπορευομένων, έχοντας και ανάλογη ταλάντωση και γωνία διαφορετικής περιστροφής σε σχέση με τον υποθετικό άξονα.

85. Το πολύ μικρό, αυτό που θα λέγαμε σημείο, προεκτείνεται στο πολύ μεγάλο, το σύμπαν, και το σύμπαν αντιπροεκτείνεται (βυθίζεται) στο μικρό συνιστώντας μαζί την αντιφατική μονάδα, όπου τα βαθύτατα όρια του εσωτερικού συμπίπτουν με τα απώτατα όρια του εξωτερικού.
86.  Κάθε πραγμα του κόσμου μας συνίσταται από απεριόριστα τέτοια "σημεία-γεγονότα" που το καθένα φεύγει-προεκτεινόμενο στο σύμπαν και επιστρέφει-επαληθεύοντας σχετικά τον εαυτό.  Όπως αναφέραμε, το γεγονός αποτείνεται σ’όλα τα διαφορετικά σημεία στις διαφορετικές κλίμακες του σύμπαντος συγχρόνως και με τρόπο διαφορετικό, περιέχοντας όλα τα πρόσωπα του σύμπαντος σ’αυτή τη διαδικασία λήψης-εκπομπής. Άρα, το Πράγμα που αυτά τα σημεία-γεγονότα συνιστούν-καταλύοντάς το, είναι μια πολυδιάστατη συγκεκριμένη δομή τέτοιων στοιχειωδών που καταλύονται-συντιθέμενα και αυτά από άλλα μικρότερα, φτάνοντας ως το ακαριαίο και ακίνητο, μηδενικό και άπειροι, που είναι το έσχατο επίπεδο της παγκόσμιας αντιφατικότητας.
87. Έτσι κάθε θέση του σύμπαντος, όντας μέσα σε μια συγκεκριμένη κλίμακα ροής-αντιροής-πορευομένων-αντιπορευομένων σημείων, είναι ένας σύνθετος κώδικας λήψης-εκπομπής μηνυμάτων. Αυτή η κλίμακα συνίσταται από απεριόριστες τέτοιες θέσεις που ξεκινούν από θέση μέγιστης λήψης κι ελάχιστης εκπομπής και περνώντας απ’όλες τις διαδοχικά διαφορετικές θέσεις σχέσης λήψης-εκπομπής (όπου μεγαλώνοντας η λήψη αναλόγως μικραίνει η εκπομπή), καταλήγουν στη θέση ελάχιστης λήψης και μέγιστης εκπομπής.
88. Κάθε θέση αυτής της κλίμακας, αποτείνεται στις αφετηρίες όλων των άλλων πιθανών κλιμάκων, ακόμα και αυτής του ακαριαίου. Έτσι αυτή η ίδια μπορεί ν’αλλάζει διαδοχικά στέλνοντας όλα τα δυνατά μηνύματα αναλόγως.
89. Αυτά τα μηνύματα ξεκινούν από θέση, που αναχωρώντας όλα μαζί συγχρόνως κι έχοντας διαφορετικό κύκλο διαδρομής (διαδοχικά μεγαλύτερο καθένα) ανάλογα με τη συχνότητα λήψης-εκπομπής τους, έχουν καθένα κι ανάλογη ταχύτητα επαναφοράς. Έτσι επιστρέφοντας στην θέση, την επαληθεύουν-διαψεύδοντάς την, όλα μαζί συγχρόνως και με διαφορετικό τρόπο.
90. Η θέση αυτή μπορεί ν’ανήκει συγχρόνως και σ’άλλες κλίμακες συμπεριφοράς, έτσι που η κάθε θέση της κλίμακας μπορεί να εκπέμπει από τη μια συνεχώς το ίδιο μήνυμα, αλλά συγχρόνως απ’την άλλη να εκπέμπει και μια απεριόριστη σειρά μηνυμάτων, αποτεινόμενη ταυτόχρονα και στις αφετηρίες των άλλων κλιμάκων.
91. Στην κλίμακα αυτής της συμπεριφοράς, όπως φαίνεται στο (89), υπάρχει μια κυκλική
διαδοχικότητα διαδρομής μηνυμάτων που έχουν διαφορετική συχνότητα αναχώρησης-επιστροφής.  Στους πόλους του άξονα της κλίμακας, υπάρχουν οι θέσεις όπου το μήνυμα είναι πάντα εκεί και συγχρόνως στο άπειρο. Αυτό είναι ακαριαίο κι ακίνητο, το εν δυνάμει Είναι σ’αυτή τη θέση.

το σημείο μέσα στο σύμπαν και το αντίθετό του

92.  Το γεγονός που είναι μια θέση μέσα στο σύμπαν, απ'τη μια στέλνει απεριόριστα μηνύματα συγχρόνως, ευρισκόμενο σε συνεχή αλλαγή (αίροντας συνεχώς τον κώδικα μηνυμάτων του, για να μπορεί να διατηρεί τη θέση του), απ’την άλλη αλλάζει συνεχώς θέση για διατηρεί τον κώδικά του. Αυτό δείχνει ότι το Ένα και Μοναδικό επαληθεύεται από την αντιπορεία των Πολλών και Διαφορετικών μέσα απ’Αυτό, ενώ συγχρόνως τα Πολλά επαληθεύονται από την πορεία του Ένός και Μοναδικού, μέσα απ’αυτά. Αυτή η διαδικασία μολονότι εκπροσωπεί Ένα Αντιφατικό Στοιχειώδες, είναι συγχρόνως και ένα Ιδιαίτερο Πρόσωπο του Όλου.
93. Έτσι αυτό που λέμε "στίγμα μέσ’το σύμπαν", απ’τη μια πορεύεται κρατώντας συνεχώς τον κώδικά του, μα αλλάζοντας κλίμακα για να επαληθεύεται απ’τα όμοιά του που βρίσκονται στην ίδια θέση άλλων κλιμάκων, ενώ από την άλλη, αλλάζει συνεχώς κώδικα (με τη διαδικασία της καταλυτικής-σύνθεσης), αλλάζοντας συνεχώς και διαδοχικά θέση στην ίδια του την κλίμακα. Αυτό υποχρεώνει το γεγονός, από τη μια να είναι σταθερά στίγμα πορευόμενο και από την άλλη ένα συνεχώς διαστελλόμενο νέφος.
94. Το στίγμα λοιπόν μέσα στο σύμπαν, είναι μια θολή μονοκοντυλιά η οποία έχει "μύτη" συγκεκριμένη που ταξιδεύοντας αφήνει πίσω της ένα ελλειπτικό, συνεχώς διαστελλόμενο νέφος που εκτείνεται σε όλο το σύμπαν.  Η μύτη αυτού του "στίγματος" πορευόμενη παντοτινά στο σύμπαν, επαληθεύει όλους τους κόκκους του νέφους της ουράς του, επαληθευόμενη συγχρόνως απ'αυτούς.
95. Από αντιφατική άποψη λοιπόν το αντίθετο σε κάτι είναι η απεριόριστη πολλαπλότητα που είναι το σύμπαν, όπως διαμορφώνεται έναντι της μοναδικότητας που εκπροσωπεί την κάθε φορά αυτό που είναι το Ένα συγκεκριμένο γεγονός. Δηλαδή τό αντίθετο στο συγκεκριμένο-Ένα, δεν μπορεί να είναι απλά το Μείον Ένα, αλλά μια απεριόριστη σειρά από σχετικά όμοια και διαδοχικά διαφοροποιούμενα, που περιέχοντας και τον ίδιο τον εαυτό, υπό συνθήκες θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του Μείον Ένα μια συγκεκριμένη στιγμή.
96. Αντιφατικά, το αντίθετο σε κάτι ξεκινά πολύ βαθιά μέσα απ’τον εαυτό, χωρίς να αφήνει  περιθώριο ανεξαρτησίας και πορευόμενο πολύ μακριά έξω από αυτόν, κάνει απεριόριστες διαδρομές αναχώρησης-επιστροφής κι επαληθεύει-διαψεύδοντας τον εαυτό σε μια σχέση συνεχώς μεταβαλλόμενη, την αντιφατική σχέση.
97. Καθένα από την απεριόριστη σειρά ομοίων που υπάρχουν ταυτόχρονα, μπορεί να λογίζεται ως ξεχωριστή θέση-εκκίνησης κάποιας άλλης κλίμακας. Αλλά στην κατάσταση του ταυτόχρονου, αλληλοεπαληθεύεται με τ’άλλα όμοια σ’όλες τις θέσεις, που συνιστούν τον Συμπαντιακό του Αντίλογο, εκτός αυτών που εκείνη τη στιγμή παίζουν ρόλο εκκίνησης άλλων κλιμάκων. Έτσι μπορούμε να έχουμε ευκαιριακά διακριτές μονάδες, όπως το Ένα (που είναι έτσι ακριβώς όπως το ορίσαμε την αντιφατική μονάδα πριν) ή το Δύο, το Τρία κλπ. που είναι κι αυτά ίδιες καταστάσεις (αντιφατικές μονάδες), αλλά με δεδομένη τη διαφορετική εκκίνηση κλίμακας.

ΕΝΑ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 

98. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε έναν κόσμο, που θα είχε ως υπόβαθρο ένα πλέγμα τέτοιων κομβικών στοιχειωδών θέσεων, που θα συνιστούσαν μιαν αντιφατική ενότητα. Κάθε μια τέτοια κομβική θέση ροής-αντιροής-λήψης-εκπομπής υπογεγονότων, μπορεί να είναι μια ξεχωριστή οντότητα (πράγμα), που συντίθεται απ’αυτή τη συγκεκριμένη πλοκή.
99. Αυτά τα υπογεγονότα, που η ροή-αντιροή τους συνιστά τα γεγονότα, είναι μηνύματα λήψης-εκπομπής, που εκπροσωπούν το δυναμικό υπόβαθρο του αντιφατικού πλέγματος, παίζοντας ρόλο ενέργειας για τις συγκεκριμένες οντότητες του πλέγματος αυτού.

100. Κάθε γεγονός, οντότητα ή πράγμα, συνίσταται από κάποιο σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού, που λαμβάνει-εκπέμποντας μηνύματα στο σύμπαν κι απ’το σύμπαν.  Έτσι για κάθε συγκεκριμένη-συνεκτική (συγκεντρωτική) "Εδώ-Δομή" κάποιου πράγματος ή γεγονότος, μπορεί να υπάρχει και μια ανάλογη συγκεκριμένη αποκεντρωτική "Άπω-Δομή", που να περιλαμβάνει όλο αυτό το συγκεκριμένο "νέφος" αναχώρησης-επιστροφής μηνυμάτων.
101. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γεγονός έχει ένα συγκεκριμένο "Συμπαντιακό Αντίλογο", που είναι η εκάστοτε "στιγμιαία άπω-δομική δομή" του στο απώτατο σύμπαν. Και αυτό το απύθμενο υλικό πλέγμα ως συνειδητό για τον άνθρωπο, θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε πνεύμα ή ψυχή.
102. Ο συνεχής διάλογος "Εδώ" και "Άπω" κάθε πράγματος και γεγονότος, είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί "υπόσταση" του γεγονότος και θα μπορούσε να έχει κάποια όρια που να συνιστούν το συγκεκριμένο Είναι του. Επίσης κάθε αλλαγή στο "Εδώ" δε μπορεί παρά ν’ανταποκρίνεται σε μιαν ανάλογη αλλαγή στο "Άπω" κι αντίθετα.
 (Ισως κάποτε γνωρίζοντας τις ακριβείς "συντετεγμένες" των σχέσεων "Εδώ" και "Άπω", κάποιου σώματος θα μπορούμε να επεμβαίνουμε διορθώνοντας καταστάσεις ή δυσλειτουργίες σε όλο το σύστημα ακόμα και στον οργανισμό των ανθρώπων).

103.  Τα όρια αυτού του συγκεκριμένου που συνιστούν ευκαιριακά το γεγονός σαν πεπερασμένο, αναπάσα στιγμή παραβιάζονται, αφού κάθε στοιχειώδες κάθε γεγονότος, "κοινωνεί" του δυναμικού αντιφατικού στοιχειώδους, που σαν "έσχατο" υπόβαθρο, είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το μηδενικό και άπειρο, το ακαριαίο και ακίνητο, περιέχοντας μια μοναδική μορφή του Όλου κάθε συγκεκριμένη στιγμή, που είναι απειροστική.
104. Έτσι αν κάθε οντότητα που βρίσκεται σε μια κομβική θέση ή σύνολο κομβικών θέσεων του πλέγματος αυτού δεχτεί ενέργεια πέραν αυτής που δικαιούται για να βρίσκεται στη δεδομένη θέση, καταλύεται-εισερχόμενη στο αντιφατικό υπόβαθρο και ανασυντίθεται σχεδόν ακαριαία στη θέση που δικαιούται.  (Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν αν γίνουν μετακινήσεις μέσα σ’ένα παγκόσμιο πλέγμα τέτοιων κομβικών θέσεων, δηλαδή να καταλύεται ένα σώμα σ’ένα πλέγμα τέτοιων κοβικών θέσεων και "κατερχόμενο" στο πλέγμα του "ακίνητου και ακαριαίου", ν’ανασυντίθεται "ανερχόμενο" σ’επιθυμητή θέση άλλου πλέγματος τέτοιων κομβικών θέσεων σχεδόν ακαριαία.                                
105. Υπ’αυτή την έννοια, ο κόσμος είναι πλέγμα ανταλλαγής πληροφοριών που η πλοκή του είναι το Γίγνεσθαι ως Ουσία.
106. Μια τυπική διαλεκτική διεργασία, υπ’αυτήν την έννοια, θα θεωρούσε την Ταυτότητα ως ένα εν εξελίξει καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, όπως είναι η αντιφατική μονάδα και με τον τρόπο που παρουσιάστηκε γενικά σ’αυτή την εργασία. Έτσι η αρχή της Ταυτότητας, η τόσο αναγκαία για τις συγκριτικές διεργασίες της Λογικής, θα επέστρεφε ως αρχή της Αντιφατικής Ταυτότητας.

107. Επειδή η αντιφατική ταυτότητα, όπως δείξαμε μπορεί να περιέχει και ένα πρόσωπο του όλου, για να μπορεί να λειτουργήσει ορθολογικά, το εύρος της θα πρέπει να ορίζεται απ’το είδος της έρευνας, το είδος των εμπλεκομένων μονάδων και τις ανάλογες αφετηρίες και αντιστοιχίες αυτών των μονάδων σ’άλλες παράλληλες κλίμακες.
108. Έτσι αφηρημένα θα μπορούσε να λεθτεί, ότι το γίγνεσθαι που αφορά το εύρος της αντιφατικής ταυτότητας κάθε συγκεκριμένη φορά, θα είναι ένα είδος καταλυτικο-συνθετικής διεργασίας, όπου η τυπικότητα θα υπερβαίνεται από το περιεχόμενο της εκάστοτε πραγματικότητας.
109. Για να μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια αντιφατικο-ορθολογική διεργασία, θα πρέπει να έχουν συνταχτεί ιδεατοί πίνακες ροής-αντιροής-λήψης-εκπομπής (σαν αυτούς που αφηρημένα και χωρίς υπολογιστικά όργανα συνέταξα εδώ, τα οποία προηγουμένως ονόμασα "πλέγματα κομβικών θέσεων ροής-αντιρροής μηνυμάτων"), που θα μπορούν ολοκληρωμένα να περιέχουν όλο το φάσμα αυτού του αντιφατικού γίγνεσθαι.
110. Για τη σύνταξη τέτοιων πινάκων, πρέπει να οργανωθεί μια Αντιφατική Γεωμετρία με τους όρους που αναφέραμε πριν. Για κάθε μια συγκεκριμένη περίσταση ένταξης ενός γεγονότος στις συντεταγμένες κάποιου τέτοιου πίνακα, πρέπει να ορίζονται τα προσεγγιστικά όρια της αντιφατικής ταυτότητας του γεγονότος, ανάλογα με την έρευνα και το γεγονός που διερευνάται.
111. Η αντιφατική μονάδα για την οποία μιλήσαμε, είναι δυνατόν να παίρνει νόημα συγκεκριμένο, κάθε φορά που ορίζεται η θέση εκκίνησης του υποθετικού σημείου στην κλίμακα αναφοράς που θα εξυπηρετούσε τη συγκεκριμένη έρευνα.
112.  Αυτή η θέση εκκίνησης, η οποία θα μπορούσε να είναι η εκκίνηση για κάποιο καθορισμένο σύστημα αναφοράς, την ίδια στιγμή θα μπορούσε να σχετίζεται και με όλα τ’άλλα απεριόριστα και πορευόμενα σημεία άλλων συστημάτων αναφοράς με διαφορετικό τρόπο για το καθένα.
113. Aυτά τα συστήματα αναφοράς, συνιστούν "ξέχωρες" αντιφατικές ταυτότητες που στο βάθος του διαχωρισμού και της αντικειμενικότητάς τους, έχουν κρυμμένη την ενότητα της συμμετοχής τους στο έσχατο (ακίνητο και ακαριαίο) καταλυτικο-συνθετικό επίπεδο του παγκοσμίου γίγνεσθαι, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή και το εν δυνάμει Είναι. Έτσι η αντικειμενικότητά τους είναι συμβατική, αφού συνεχώς αίρεται.
114. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες αυτές οι Μονάδες που θα μπορούσαν να φανούν ως ευκαιριακά αυτόνομες (ταυτότητες), όταν αγγίζουν τις θέσεις των πόλων των κλιμάκων τους, φέρουν στην επιφάνεια το στοιχείο του ακαριαίου και ακίνητου. (Αυτό που όπως αναφέραμε είναι το μηδενικό και άπειρο, το εν δυνάμει, η ενότητα του Όλου, η αντιφατικότητα ως ουσία, όπου εκεί κάθε αντικειμενικότητα και αυτονομία αίρεται).

αντιφατική γεωμετρία και αντιφατική βιο-χαρτογραφία

115. Όλα αυτά τα σημεία της ταυτόχρονης εκκίνησης, αναχωρούν για το σύμπαν επιστρέφοντας στις θέσεις εκκίνησης, ή οι θέσεις εκκίνησης στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν λαμβάνοντας από αυτό. Αυτά επαληθεύουν-διαψεύδοντας τις θέσεις της δικής τους κλίμακας και όλων των άλλων κλιμάκων, εκτός των θέσεων των κλιμάκων που λογίζονται ως ταυτόχρονης εκκίνησης. Έτσι αναδύονται τα όρια που μπορεί να αναδεικνύεται το Ένα, το Δύο, το Tρία κλπ.
116. Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να υποθέσει κάποιο αιτιοκρατημένο και οργανωμένο γίγνεσθαι, το οποίο να σχετίζεται με τις θέσεις εκκίνησης, τα συστήματα αναφοράς, τη διάρκεια της έρευνας και τον τρόπο που θα συμπεριφέροντο τα μηνύματα αναχώρησης-επιστροφής σ’αυτό το γίγνεσθαι.
117. Η εργασία αυτή, θα μπορούσε να είναι η επιστήμη, που θα ιχνηλατούσε και θα οργάνωνε μιαν Οικουμενική Βιο-Χαρτογράφηση, για το πως συνίσταται η ενότητα του Μεγάλου με το Μικρό. Αυτή είναι η Αντιφατική Μοναδολογία και η Αντιφατική Βιο-Γεωμετρία που μόνο μέσα στα όριά της, μπορεί να περιγραφεί η Αντιφατική Tαυτότητα και κατά συνέπεια ο Αντιφατικός Ορθολογισμός.

118. Αυτή η φανταστική ιστορία του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου, σ’όλη της την ανάπτυξη, είναι ο χαρακτηρισμός της Αντιφατικής Μονάδας ή του Αντιφατικού Στοιχειώδους, που είναι η Αντιφατική Ταυτότητα.
119. Απ’αυτό το αντιφατικό γίγνεσθαι και το χαραχτηρισμό της αντιφατικής ταυτότητας, αναδύεται και η Αρχή της Αντιφατικής Αιτιότητας.
120. Η αντιφατική αιτιότητα δεν είναι μονοδιάστατη, εκεί το αίτιο και το αιτιακό αποτέλεσμα λειτουργούν σταδιακά αμφίδρομα ή καί αμφίδρομα, ανάλογα με τις "αντίθεσεις" και τη "διάρκεια" που συνιστά το εκάστοτε συγκεκριμένο αντιφατικό γίγνεσθαι. Όπως τονίσαμε, στην Ορθολογική διαδικασία τα αντίθετα διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα όρια που υπάρχουν μεταξύ τους, δηλαδή τα όρια της ταυτότητάς τους. Έτσι αποκαθάρουν τη λογική διεργασία απ’τη συμμετοχή του Μη-Είναι μέσα της, που ορθολογικά θεωρείται το στοιχείο του ψεύδους και της αντιφατικότητας.  Ενώ στη Διαλεκτική (αντιφατική) διαδικασία τ’αντίθετα αλληλοπροεκτείνονται το ένα μέσα στ'άλλο χωρίς να αφήνουν περιθώρια ανεξαρτησίας μεταξύ τους κι έτσι η αλληλεπίδραση είναι αμφίδρομη. Σε παράκεντρες όμως καταστάσεις, όπου τα θεωρούμενα ως αντίθετα μπορεί κοινωνούν και με άλλα αντιφατικά συστήματα, μπορεί να υπάρξει ευκαιριακά κάποια αιτιακή προτεραιότητα, χωρίς όμως να αποκλείεται κι η αμφίδρομη διεργασία, αφού όλα συγχρόνως κοινωνούν με το έσχατο επίπεδο του ακίνητου και ακαριαίου, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι. Απ'όπου απορρέουν οι αρχές "της αντιφατικής σχετικότητας των αντιθέτων" και "της αμφίδρομης αιτιότητας". Εκεί η αλυσίδα της αιτίας ως αμφίδρομη, προϋποθέτει: αιτία κι αποτέλεσμα να αλληλοκαταλύονται-αλληλοσυντιθέμενα, έχοντας απεριόριστες διαστάσεις οι οποίες καταλήγουν τελικά στο Ακαριαίο και Ακίνητο, Μηδενικό και 'Απειρο, το Εν Δυνάμει Είναι, δηλαδή την Αντιφατικότητα Γυμνή.  Εκεί η Αιτιότητα συνίσταται από το γίγνεσθαι αναχωρήσεων-επιστροφών, όπως έχει χαραχτηριστεί στη διάρκεια αυτής της εργασίας.

121. Η αμφίδρομη διεργασία, είναι αυτή του ακαριαίου και ακινήτου, η οποία δε μπορεί να λείψει ποτέ, όντας το στοιχείο του απειροστικού υπόβαθρου μέσ’τη διεργασία. Έτσι η αιτιακή διεργασία ξεκινά από την "αυτό-αλληλεπίδραση", πολύ βαθιά μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό, (χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο απαραβίαστο) και ταξιδεύοντας έξω απ’αυτόν, παραβιάζει τα όρια των άλλων που μπορεί να θεωρηθούν αντίθετα κάθε συγκεκριμένη στιγμή.  Ανάλογα με το βαθμό της αντίθεσής τους, για κάθε αντίθεση ορίζεται κι η ανάλογη παραβίαση. Αυτή η παραβίαση μπορεί κάποιες φορές να είναι τέτοια που να αφήνει κάποιο απαραβίαστο μέρος στο θεωρούμενο ως αντίθετο και γι'αυτό μπορεί να λειτουργεί κι ο ορθολογισμός, ως ένα σημείο.

122. Γενικά όμως ονομάζεται αντιφατικός ορθολογισμός, γιατί μαζί με την ακαριαία συγκριτική διαδικασία (που είναι η ακαριαία αλληλεπίδραση άρα και αντιφατική), υπάρχει κι ένα περιθώριο αντιθετικής (όρθολογικής) διεργασίας μέσ’τα όρια της αντιφατικότητας.
123. Στη συγκριτική κι αιτιακή αυτή διεργασία, όλα εξαρτώνται από τα όρια που θα τεθούν στην αντιφατική ταυτότητα και την αντιθετική "αξία" των σκελών της αντιφατικής σχέσης. Όμως δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιέται πως οι σχέσεις εκεί είναι συμβατικές και σχετικές με το γίγνεσθαι που συνιστούν όλοι οι παράγοντες της αντιφατικής σχέσης.

124. Η εργασία μου αυτή ακολουθείται από την αδυναμία ότι έχει την ανάγκη της αμεσότητας και της πράξης, αφού δεν μπορεί να γίνεται απόλυτα κατανοητή με τα λόγια. Ακόμα προϋποθέτει μιαν άλλη αντίληψη, περί χώρου, χρόνου, γίγνεσθαι και Είναι και μιαν αντιφατικο-γεωμετρική μαθηματική στήριξη, που δεν είμαι σε θέση να ολοκληρώσω.                                                                                  

125.   Όλη αυτή τη φανταστική ιστορία του πορευομένου ευθύγραμμα και ομαλά σημείου,
σ’όλη της την ανάπτυξη, την οποία χαρακτήρισα αντιφατική ταυτότητα, αντιφατικό στοιχειώδες ή αντιφατική μονάδα, πρέπει να λάβει υπόψιν της η σύγχρονη επιστήμη, αν θέλει να βαδίσει στο Νέο.

126. Υπ’αυτή την έννοια η γλώσσα της επιστήμης πρέπει να συμπέσει με τη γλώσσα της αντιφατικής βιογεωμετρίας, όπου ο κόσμος θα είναι βιοχαρτογραφημένος στους ανάλογους πίνακες οι οποίοι θα ορίζονται από τα ανάλογα αντιφατικά συστήματα ροής-αντιρροής-λήψης-εκπομπής.  Θα υπάρξει κι εδώ μια γλωσσική αντιφατική σύνταξη, που θα παίρνει υπόψιν το αντιφατικό στοιχειώδες.  Ακόμα πρέπει να πάρει υπόψιν τον τρόπο που οριοθετήθηκε η αντιφατική σκέψη, γονιμοποιώντας την έννοια του αντιφατικού στοιχειώδους.
127. Από κει και πέρα όλες οι επιστήμες θα πρέπει να ξανακοιταχτούν, παίρνοντας υπόψιν τον αντιφατικό τρόπο βιο-χαρτογράφησης του κόσμου. Έτσι η Επιστήμη θα γίνει Μία και θα συμπέσει με τη Φιλοσοφία, δηλαδή την αντιφατικο-ορθολογική γλώσσα, δηλαδή τη διαλεκτική ως ουσία.

Ως Επίλογος, μια επισήμανση για τον αντιφατικό χώρο και χρόνο:

Τονίζω ξανά ότι από αντιφατική όψη, ο χρόνος δεν είναι διάρκεια μα ούτε κι ο χώρος έκταση.  Στο επίπεδο αυτό του κόσμου μας, χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης υπογεγονότων (χωρικών μέτρων) σε θέση και χώρος το μήκος κύματος ή το μέγεθος διασποράς των χωρικών μέτρων προς επανάληψη.  Έτσι σ’αυτό τον κόσμο που θα μπορούσε να είναι ο κβαντικός και ο οποίος σχετίζεται με φωτόνια ή κβάντα ενεργείας, με συχνότητες και μήκη κυμάτων, πρέπει να δεχτούμε ότι ο χώρος και ο χρόνος συνιστούν μια γενεσιουργό ενότητα με τα γεγονότα, και η ταχύτητα, είναι κάτι άλλο από αυτό που έχουμε αποδεχθεί. Πιθανόν η ταχύτητα εκεί δεν εκπροσωπεί τη μετακίνηση μιας ταυτότητας αφού τα καταλυτικο-συνθετικά γεγονότα αλλάζουν βίαια και γρήγορα όντας Άλλα-Αλλού. Εκεί η ταχύτητα εκπροσωπεί την μεταβλητότητα του γεγονότος συνεχώς σε άλλο όμοιο και ανόμοιο με τον εαυτό του.  Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το φωτόνιο, υπάρχοντας καταλυτικο-συνθετικά, δεν μπορεί να έχει ταχύτητα, αφού ουσιαστικά κάθε στιγμή είναι Άλλο-Αλλού-Όμοιο μ'αυτό που ήταν.
     Όλα τα παράδοξα της θεωρίας της σχετικότητας πιθανόν οφείλονται στο γεγονός ότι το φωτόνιο είναι μια κβαντική οντότητα που εμείς παράνομα την ορίζουμε μέσ’τα όρια της νευτώνειας αντικειμενικότητας. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και στην "αβεβαιότητα" που διέπει τις μετρήσεις συζυγών ιδιότητων κβαντικών αντικειμένων:  Στριμώχνουμε τη συχνότητα και το μήκος κύματος που είναι ο Χρόνος και ο Χώρος ενός κβαντικού αντικειμένου όπου η ορθολογική αντικειμενικότητα και ο ντετερμινισμός καταργούνται, με τον χρόνο και τον χώρο της νευτώνειας διάστασης, όπου η αντικειμενικότητα και ο ντετερμινισμός βασιλεύουν.

ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΣΉΜΑΝΣΗ:

Τονίζω ξανά ότι: Η επιστήμη δεν θα προχωρήσει άλλο θεωρητικά αν δε λάβει σοβαρά υπ’όψιν τη πρόταση περί Αντιφατικού Στοιχειώδους, περί Αντιφατικής Ταυτότητας και περί Αντιφατικό Ορθολογισμό ή Αντιφατικής Μοναδολογίας, όπως προτείνεται σ’αυτή την εργασία και σε μια σειρά άλλες εργασίες που έχω εκπονήσει ή σε πιθανές κάποιες άλλες ανάλογες εργασίες άλλων, ίσως πιο σωστά τοποθετημένες από εμένα και με την ανάλογη μαθηματική κάλυψη. Επειδή ο κόσμος είναι ένα δυναμικό γεγονός έχον αντιφατική φύση, που για να μπορεί να ερμηνευτεί ως τέτοιο, χρειάζεται έναν ορθολογισμό που να λαμβάνει υπόψιν τον κόσμο, όχι μόνον απλά σε κίνηση αλλά σε καταλυτική-συνθετότητα, δηλαδή αντιφατικά.
      Είναι ανάγκη λοιπόν νέοι διανοητές και μαθηματικοί να παραμερίσουν τη γνώση τους, χρησιμοποιώντας την επαναστατικότητα και τη δυναμική της διάνοιάς τους και ν’ασχοληθούν με την εργασία αυτή, ως ξεκίνημα για ένα μακρύ ταξίδι στο Νέο.  Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας νέος μαθηματικός λόγος, που να στηρίζει τους πίνακες των μοντέλων που θα περιγράφουν τον κόσμο μας ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Τότε όλες οι επιστήμες θα πρέπει να μπουν σε μιαν άλλη θεωρητική βάση και λογική, που να λαμβάνει υπόψιν την καταλυτική-συνθετότητα της ταυτότητας των όντων και έτσι θα ξαναοργανωθούν από την αρχή.
      Η μαθηματική αυτή γλώσσα θα στηρίζεται στην λογικο-γλωσσική σύνταξη που θα έχει σαν βασικό κορμό τους αντιφατικούς πίνακες, για τους οποίους προϊδεάζω τον αναγνώστη, προτείνοντας την λειτουργία αυτού του αντιφατικού μοντέλου ως "Αντιφατική Μοναδολογία και Οικουμενική Βιοχαρτογραφία".



ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΟΜΟΙΟΝ ΚΑΙ ΑΝΟΜΟΙΟΝ, ΕΝΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ,  ΜΕΡΟΣ ΚΑΙ ΟΛΟΝ, ΣΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ                               
                                                                                                                                                 ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο Πλάτων στον διάλογό του “Παρμενίδης” τον παρουσιάζει ιδεολογικά πολύ διαφορετικό απ’αυτόν του ποιήματος “Περί Φύσεως” του ιδίου του Παρμενίδη.  Επίσης η διαλογική χρήση των εννοιών Όμοιο κι Ανόμοιο, Ένα και Πολλά, Μέρος και Όλον, αλλά κι η απόφανση του Σωκράτη: “επειδή τα πολλά όντα είναι όμοια κι ανόμοια”, ως αντιφατικά, “δεν μπορούν να υπάρξουν”, δημιουργεί διαλογικές ενστάσεις. Σε αυτόν τον διάλογο παρουσιάζεται ο Ζήνων να πληροφορεί τον Σωκράτη ότι το σύγγραμμά του είχε κλαπεί κι ότι δεν το είχε ξαναγράψει. Έτσι ο Πλάτων αφήνει να εννοηθεί ότι δεν γνώριζε τις απόψεις του Ζήνωνα απ’το ίδιο το κείμενό του αλλά από συζητήσεις με άλλους. Οι απόψεις του Ζήνωνα λοιπόν, όπως παρουσιάζονται στο έργο, είναι μάλλον υποκειμενικές. Πάντως η γνησιότητα του αυτού του διαλόγου αμφισβητείται αφού σκιάζεται από ένα είδος σοφιστικής. Δηλαδή πραγματεύεται αφηρημένες έννοιες που διευκρινίζουν σχέσεις ομοιοτήτων ποσοτικών προσδιορισμών όπως π.χ. τις έννοιες του Μεγέθους, του Ενός και των Πολλών ή ακόμα του Μέρους και του Όλου, σαν πράγματα ή ποιότητες καθαυτές, παραβιάζοντας τη λογική τάξη:         c 15-19…πῶς φάναι ὧ Ζήνων τοῦτο λέγεις;“εί πολλά έστι τὰ ὄντα”, ὡς ἄρα δεῖ, “αύτὰ ὅμοιά τε εἷναι καὶ ἀνόμοια”·  τοῦτο δὲ δή ἀδύνατον.  οὔτε γὰρ τὰ ἀνόμοια ὅμοια, οὔτε τὰ ὅμοια ἀνόμοια οἷόν τε εἷναι;…
[Τι εννοείς Ζήνων όταν λες ότι: “Αν τα όντα είναι πολλά, πρέπει να είναι όμοια κι ανόμοια”; Κάτι που αδύνατον, αφού ούτε τα όμοια μπορούν να είναι ανόμοια ούτε τα ανόμοια όμοια]. 
             Εδώ τίθενται δύο θέματα για διευκρίνιση:  
Α. Η φερόμενη ως απόφανση του Ζήνωνα “αν τα όντα είναι πολλά είναι όμοια και ανόμοια”.
Β.  Η φερόμενη ως ερμηνευτική πρόταση του Σωκράτη:  Ότι είναι αδύνατο να υπάρχουν πολλά όντα, αφού όντας όμοια και ανόμοια αντιφάσκουν.
      Η απόφανση “αν τα όντα είναι πολλά είναι όμοια κι ανόμοια” φαίνεται ασαφής, γιατί δεν ορίζεται αν αφορά τη σύγκριση των πολλών μεταξύ τους ή τη σύγκριση καθενός απ’τα πολλά με τον εαυτό του. Επίσης στη συνέχεια δέχεται ως απόλυτα δεδομένο, ότι το Αντιφάσκειν αντινομεί με το Υπάρχειν.    
      Για να δοθεί απάντηση σ’αυτά τα ερωτήματα πρέπει να διερευνήσουμε την έννοια της ομοιότητας: Το όμοιον δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτα όμοιο, ούτε με άλλο ούτε με τον εαυτό του, γιατί τότε η ομοιότητα μετατρέπεται σε ταύτιση κι έτσι οι έννοιες όμοιον και ανόμοιον περιττεύουν. Ούτε απολύτως ανόμοια μπορεί να υπάρξουν, αφού τότε είναι απολύτως Άλλα κι απαγορεύουν τη σύγκριση. Έτσι η απόλυτη ομοιότητα δεν είναι ομοιότητα αλλά ταύτιση. Η ομοιότητα κι η ανομοιότητα λοιπόν είναι σχετικές έννοιες, όπου κάτι μπορεί να είναι τόσο όμοιο όσο επιτρέπει η ανομοιότητά του. Δύο μήλα μπορεί να είναι όμοια αλλά καθένα τους είναι σχετικά διαφορετικό απ’το άλλο, έχοντας ανομοιότητες. Δηλαδή τα όμοια δεν μπορεί παρά να είναι συγχρόνως καί ανόμοια μεταξύ τους. Η έννοια λοιπόν “ανόμοιον” είναι καταχρηστική αφού περιέχεται λειτουργικά μέσα στην έννοια “όμοιον”. Άρα ο ισχυρισμός ότι  τα όμοια  δεν μπορεί  να είναι  συγχρόνως και ανόμοια δε μπορεί να ισχύει, αφού οι δύο αυτές έννοιες συνιστούν μιαν αντιφατική ενότητα όπου το ένα γεννά το άλλο και συγχρόνως το αναιρεί κιόλας. Η έννοια της ομοιότητας δεν έχει νόημα χωρίς την εννοιολογική σύμφυσή της με την ανομοιότητα. (Ακόμα και στις μέρες μας, προϊόντα ομοιότητας υψηλής τεχνολογίας, όπως εξαρτήματα ηλεκτρονικών συσκευών, όταν παρατηρηθούν με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο δεν είναι απόλυτα όμοια, αλλά έχουν απειρελάχιστες διαφορές στη μικροδομή τους που τα κάνει συγχρόνως και ανόμοια).
     Κάθε Ένα από τα Πολλά, συγκρινόμενο με τα άλλα όντα συνιστά αντιφατική ποσοτική  κλίμακα θέσεων “ομοιότητας-ανομοιότητας”, που ξεκινά από θέσεις μέγιστης ομοιότητας κι  ελάχιστης ανομοιότητας και περνώντας απ’όλες τις ποσοτικές σχέσεις θέσεων ομοιότητας-ανομοιότητας, καταλήγει στη θέση μέγιστης ανομοιότητας κι ελάχιστης ομοιότητας.  Έτσι μέσω των συγκριτικών διαδικασιών μεταξύ των πολλών όντων, αναδύεται η σύνταξη των Κατηγοριών οι οποίες είναι αναγκαίες για την οργάνωση της Λογικής και οι οποίες θεωρούνται απ’ τον Ορθολογισμό απόλυτες ενώ απ’τη Διαλεκτική σχετικές. Η αντίληψη λοιπόν ότι είναι αδύνατον τα όντα να είναι όμοια και ανόμοια μεταξύ τους, στρέφεται κατ’ευθείαν ενάντια στη λογική, ―ορθολογική ή διαλεκτική―.
     Απ’την διερεύνηση της σχέσης “όμοιο-ανόμοιο”, διαπιστώθηκε ότι η έννοια “όμοιο” είναι αμφίσημη περιέχοντας γενετικά και την έννοια “ανόμοιο”. Μολονότι λοιπόν η χρήση της λέξης “ανόμοιο” είναι καταχρηστική αφού συνεπάγεται από το νόημα της λέξης “όμοιο”, μπορεί να χρησιμοποιείται όταν θέλουμε, για κάποιο λόγο, να τονίσουμε εμφατικά τη διαφορά κάποιου από άλλο αλλά όχι να δεχτούμε την ανομοιότητα αυτή ως απόλυτη.
       Επειδή όμως ο ισχυρισμός ότι “τα Πολλά είναι όμοια και ανόμοια” μεταξύ τους, δεν είναι κάτι που εκπλήσσει, κι επειδή ο δαιμόνιος Ζήνων επεδίωκε πάντα το ασυνήθιστο, είναι αμφίβολο αν τον εννοούσε έτσι ή μόνον έτσι. Εγώ νομίζω ότι εννοούσε τον ισχυρισμό αυτόν αμφίσημα, δηλαδή και ως σχέση ομοιότητας-ανομοιότητας μεταξύ πολλών αλλά και ως σχέση ομοιότητας-ανομοιότητας κάποιου απ’τα πολλά με τον εαυτό του.  Αφού λοιπόν αναλύσαμε τη σχέση ομοιότητας-ανομοιότητας του Ενός ως προς τα Πολλά Άλλα, πρέπει να την δούμε καί ως σχέση ομοιότητας-ανομοιότητας του (υπάρχοντος μεταξύ πολλών) Ενός, με τον Εαυτό του. (Ο προηγούμενος τονισμός της έννοιας του “υπάρχοντος μεταξύ Πολλών” στη διερεύνηση της σχέσης ομοιότητας-ανομοιότητας του Ενός με τον Εαυτό του, δεν γίνεται αναίτια, αφού αν κάτι είναι απόλυτα μόνο, δεν αφήνει καθόλου περιθώρια σύγκρισης ομοιότητας ή ανομοιότητας ούτε με τ’άλλα ούτε με τον εαυτό του, όντας απόλυτα Ταυτόν ή όχι με τον εαυτό του).
      Στη διερεύνηση λοιπόν αυτή, η ομοιότητα ως απολύτως ξέχωρη και αντίνομη προς την ανομοιότητα, αφορά την ομοιότητα του ίδιου του μήλου με τον εαυτό του, αλλά τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για ομοιότητα ή ανομοιότητα αλλά για “ταυτότητα ή όχι του μήλου με τον εαυτό του”. 
      Η πρόταση λοιπόν αυτή του Ζήνωνα, μαζί με τη σχέση “ομοιότητας και ανομοιότητας” των Πολλών μεταξύ τους ή του Ενός με καθένα από τα Πολλά, πρέπει ν’αφορά συγχρόνως και τη σχέση “ομοιότητας-ανομοιότητας” καθ’Ενός από τα Πολλά όντα με τον εαυτό του, δηλαδή να αφορά την σχέση ομοιότητας-ανομοιότητας της Ταυτότητας του Ενός από τα Πολλά με τον εαυτό της. Τίθεται λοιπόν εδώ το ερώτημα αν ο Ζήνων δέχεται ότι η αντιφατικότητα που αφορά την ταυτότητα δεν είναι στοιχείο ανυπαρξίας αλλά το αντίθετο. Δηλαδή ότι, το Ένα αντιφάσκοντας είναι σε διαδικασία αληθινού γίγνεσθαι γεννώντας Πολλά-Άλλα. (Δηλαδή αν απ’αυτό μπορούμε να συνάγουμε ότι η ταυτότητα κάποιου όχι ως απόλυτη, αλλά ως ομοιότητα με τον εαυτό του γεννά συνεχώς Πολλά-Άλλα-Όμοια με τον εαυτό τους, τα οποία φυσικά έχουν και εννοιολογική διαφορά μεταξύ τους).
      Στην πρόταση λοιπόν του Πλάτωνα που πραγματευόμεθα, αιωρείται το ερώτημα αν ο Ζήνων συμφωνώντας με την άποψη που αναφαίνεται στο ποίημα του Παρμενίδη “Περί Φύσεως”, δέχεται ότι “η αντιφατικότητα συμπίπτει με την ανυπαρξία” ή αν δέχεται ότι “τα όντα αντιφάσκοντας, υπάρχουν σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα όπως δίδαξε ο Ηράκλειτος” κι έτσι που έχουν καθήκον να είναι συγχρόνως όμοια και ανόμοια με τον εαυτό τους, όμοια και ανόμοια με τα άλλα.
     Εγώ σ’αυτό το ερώτημα, θέλοντας να τιμήσω την αναμφισβήτητη αμφισημία του Ζήνωνα, θα επιστρατεύσω δύο άλλες ρήσεις του ως στοιχεία τα οποία θα μας δώσουν τη δυνατότητα να γείρουμε προς την πλευρά της αμφίσημης αντιφατικότητας.  Θα δείξω έτσι ότι ο Ζήνων δέχεται την αντιφατικότητα ως αληθινό γενετικό στοιχείο του Είναι και στη συνέχεια στοιχείο της διαλεκτικής αντίληψης για τον κόσμο.
      Το περιεχόμενο του ισχυρισμού που διερευνούμε, διαπιστώνουμε ότι κατάγεται από τη ρήση, που μας παραδίδει ο Σιμπλίκιος (Φυσ. 140, 34.) και αφορά την αντιφατική σχέση Ενός και Πολλών, Μεγάλου και Μικρού, Μηδενός και Απείρου: εἰ μὴ ἔχοι μέγεθος τὸ ὄν, οὐδ᾽ἂν εἴη, εἰ δ᾽ἔστιν ἀνάγκη ἕκαστον μέγεθός τι ἔχειν καὶ πάχος καὶ ἀπέχειν αὐτοῦ τὸ ἕτερον ἀπό τοῦ ἑτέρου, καὶ περὶ τοῦ προύχοντος ὁ αὐτός λόγος,  καὶ γὰρ ἐκεῖνο ἔξει μέγεθος καὶ προέξει αὐτοῦ τι, ὅμοιον δὴ τοῦτο.  ἄπαξ τε εἰπεῖν καὶ ἀεί λέγειν. οὐδέν γὰρ αὐτοῦ τοιοῦτον ἔσχατον ἔσται. οὔτε ἕτερον πρὸς ἕτερον οὐκ ἔσται.  οὕτως εἰ πολλά ἐστιν, ἀνάγκη αὐτά μικρά τε εἶναι καὶ μεγάλα, μικρά μὲν ὥστε μὴ ἔχειν μέγεθος, μεγάλα δὲ ὥστε ἄπειρα εἶναι.
      [Δεν υπάρχει κάτι χωρίς μέγεθος, αν υπάρχει πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση από κάποιο άλλο.  Το ίδιο ισχύει και για το μεταξύ τους περιθώριο αναλόγως. Γιατί κι αυτό θα πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα να περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης δεν μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους].
      Από αυτό το απόσπασμα οι ορθολογιστές παραμερίζοντας την αμφισημία του Ζήνωνα, κρίνουν ότι τα Πολλά λόγω της αντιφατικότητάς τους, δεν μπορούν να υπάρξουν. Αυτή όμως είναι μια απλουστευμένη αντίληψη που πτωχαίνει τον πολυσήμαντο χαρακτήρα και την αμφισημία των ορισμών του Ζήνωνα.   Εγώ αντίθετα πιστεύω ότι: ο Ζήνων με την σχετικότητα Μεγάλου και Μικρού, Ενός και Πολλών, δείχνει ότι τα Πολλά και το Ένα συνιστούν μίαν αδιαχώριστη αντιφατική ενότητα, όπου η μία έννοια γεννά την άλλη, αλλά συγχρόνως τη μάχεται κιόλας. Σ’αυτό το απόσπασμα παρουσιάζεται η Αντιφατικότητα Γυμνή, το Είναι ως Καθαυτή Ουσία και το Εν Δυνάμει Είναι, που περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα. Αυτή η μονάδα που είναι το «αντιφατικό στοιχειώδες» δεν ταιριάζει καθόλου με το Εόν του Παρμενίδη.
     Όπως πληροφορούμεθα απ’το ποίημα του ίδιου του Παρμενίδη «Περί Φύσεως», το Εόν που είναι το Αληθώς Υπάρχον, έχει αντιθετική φύση. Δηλαδή ο Παρμενίδης δέχεται ότι είναι Όλον σφαιρικό, ακίνητο, πεπερασμένο κι ανεξέλικτο, το οποίο συνίσταται από δύο έσχατα-αναλλοίωτα-απαραβίαστα στοιχειώδη Φωτός και Σκότους, δηλαδή πυρίδια και σκοτόνια, (φωτόνια κι αντιφωτόνια).     Αυτά κατά τον Παρμενίδη, συνθέτουν τον κόσμο χωρίς κάποιο απ’αυτά να περισσεύει ή να υπερισχύει του άλλου, συνιστώντας σύμπαν ισόρροπο ως Όλον. Κι επειδή το σύμπαν του Παρμενίδη απορρίπτει την ύπαρξη Μηδενός και Κενού, αυτά τα στοιχειώδη, ως έσχατα-αναλλοίωτα, δε μπορούν να παραβιάσουν τα μεταξύ τους όρια, αφού δεν έχουν περαιτέρω δομή (όπως τ’άτομα του Δημόκριτου) έχοντας αποτέλεσμα το φαινομενικό κι απατηλό γίγνεσθαι της καθημερινότητας.  Αντίθετα με αυτούς ο Ζήνων δηλώνει σαφώς ότι δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου σώματος ή ουσίας, ούτε έσχατο περι-θώριο μεταξύ τους, αλλά συγχρόνως ότι τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του. Έτσι τα αντίθετα υπάρχουν αλλά προεκτείνονται το ένα βαθιά μέσα στο άλλο, χωρίς ν’αφήνουν έσχατο περιθώριο απόλυτης αυτονομίας μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατική ενότητα.  Η “μονάδα” του Ζήνωνα λοιπόν, αντίθετα με το Εόν του Παρμενίδη, πρέπει να έχει αντιφατική φύση, συμπίπτοντας με τον Λόγο του Ηράκλειτου και το αντι-φατικό στοιχειώδες του Αναξίμανδρου.     Για να ενισχυθεί όμως η άποψη αυτή, πρέπει ν’αναλύσουμε και μιαν άλλη ρήση του Ζήνωνα η οποία παραδίδεται από τον Διογένη ΙV,72 και αφορά την κίνηση. Απ’τον τρόπο που εκεί ο Ζήνων αντιλαμβάνεται την κίνηση, μπορούμε να βγάλουμε συμπέρασμα για την απάντηση του ερωτήματός μας: τὸ κινούμενον οὔτ᾽ἐν ᾧ τόπῳ ἔστι κινεῖται, οὔτ᾽ἐν ᾧ μὴ ἔστι.
[Το κινούμενο δεν κινείται ούτε στον τόπο που βρίσκεται ούτε στον τόπο που δεν βρίσκεται].
     Έχει πει ο Χέγκελ, ο οποίος στην Επιστήμη της Λογικής του εμέμφθει το Ζήνωνα ότι δεν αντελήφθη την αντιφατικότητα της κίνηση ότι: «κάτι κινείται, όχι επειδή τη μια στιγμή βρίσκεται εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή την ίδια χρονική στιγμή βρίσκεται εδώ και όχι εδώ», δηλαδή τόνισε ο Χέγκελ «η κίνηση είναι αντιφατική».  Εδώ βλέπουμε ότι κατά τον Χέγκελ, η αντιφατικότητα της κίνησης δεν αφορά την ταυτότητα του κινουμένου, μα την αντιφατικότητα της μετακίνησής του. 
      Ο Ζήνων όμως έθεσε το θέμα σε διαφορετική βάση, αντιλαμβανόμενος την κίνηση ηρακλειτικά: Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, φεύγουν-επιστρέφοντας, Είναι-ΜηΌντας, καταλύονται-συντιθέμενα.
       Η κίνηση για τον Ζήνωνα και τον Ηράκλειτο συμπίπτει με το γίγνεσθαι και την αλλαγή.  Τα πράγματα αληθινά δεν κινούνται, γιατί όντας αντιφατικά, είναι σε κάθε θέση Άλλα διαφορετικά. Όμως κάθε τι που καταλύεται-συντιθέμενο αντιφάσκοντας, για να μπορεί να υπάρξει είναι συνεχώς ως Άλλο-Αλλού, μ’αυτήν την διαδικασία μετακινείται κιόλας. Έτσι «δεν κινείται ούτε στη θέση που βρίσκεται ούτε στη θέση που δεν βρίσκεται», μα αληθινά κινείται μέσ’τον εαυτό του, όντας συνε-χώς Άλλο-Αλλού.  Γι’αυτό ο χρόνος ως διάρκεια των όντων δε μπορεί  πραγματικά  να  υπάρξει,  αφού κόσμος  και πράγματα καταλύονται-συντιθέμανα όντας Άλλα-Αλλού, Όμοια κι Ανόμοια με τον εαυτό τους.   Σ’αυτό το απόσπασμα διαφαίνεται και ότι ο τόπος ως έκταση και γενικό υπόβαθρο εξελίξεων πραγματικά δεν μπορεί να υπάρξει. Αληθινά τόπος είναι μόνον ότι το όν περιλαμβάνει μέσα του κατά τη διάρκεια της εξέλιξής του, κάτι που είναι συνεχώς αυτοαναιρούμενο, γι’αυτό κι ο Χώρος είναι αντιφατικός κι αυτοαναιρούμενος. Απ’αυτό συνάγω ότι το περιεχόμενο του ισχυρισμού του περί της ύπαρξης ή όχι των πολλών όντων γέρνει υπέρ της άποψης ότι ο Ζήνων θεωρούσε την πραγματικότητα αντιφατική κι όχι την αντιφατικότητα ως δείγμα ανυπαρξίας.
      Η σύγχρονη επιστήμη δια στόματος του διακεκριμένου επιστήμονα κι ανθρωπιστή Μπωμ μας πληροφορεί: Στην κβαντομηχανική, η θεωρία του πεδίου περιγράφει κάθε κίνηση ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Έτσι αν κάποιο ηλεκτρόνιο υποστεί σκέδαση απ'την αρχική του κατεύθυνση σε διαφορετική, αυτό το περιστατικό περιγράφεται ως καταστροφή του ηλεκτρονίου και δημιουργία άλλου που κινείται σε νέα κατεύθυνση.  Κατά την θεωρία αυτή δεν υπάρχει σωμάτιο που να διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Αν δούμε βαθύτερα την παράσταση του πεδίου κίνησης, έστω κι ενός ελευθέρου σωματίου, ανακαλύπτουμε ότι η κίνηση αυτή περιγράφεται μαθηματικά σαν καταστροφή σ’ένα σημείο κι αναδημιουργία σ’άλλο γειτονικό. Έτσι η κίνηση αναλύεται σε μια σειρά αναδημιουργίας-καταστροφής που ως συνολικό αποτέλεσμα, έχει τη συνεχή αλλαγή του σωματίου μέσα στο χώρο».
      Η πρόταση αυτή συμφωνεί με την ηρακλειτική καταλυτικοσυνθετική αντιφατικότητα των όντων και τη ζηνώνια εκδοχή.

c  128-132 …τόδε δ᾽οὖν μοι εἶπέ, δοκεῖ σοι, ὡς φῄς, εἶναι εἴδη ἄττα, ὧν τάδε τὰ  ἄλλα μεταλαμβάνοντα τὰς ἐπωνυ-μίας αὐτῶν ἴσχειν, οἷον δ’ ὁμοιότητος μὲν μεταλαβόντα ὅμοια, μεγέθους δὲ μεγάλα, κάλλους δὲ καὶ δικαιοσύνης δίκαια τε καὶ καλὰ γίγνεσθαι;   . . . . .
    [Πεσ'μου λοιπόν το εξής:  Υπάρχουν ορισμένες Ιδέες από τις οποίες παίρνουν τα άλλα το όνομά τους επειδή μετέχουν σ’ αυτές;  Για παράδειγμα αν μετέχουν στην ιδέα της ομοιότητας θεωρούνται όμοια, αν μετέχουν στην ιδέα του μεγέθους θεωρούνται μεγάλα, της ωραιότητας και της δικαιοσύνης γίνονται ωραία και δίκαια;]

Κι εδώ υπάρχουν διαλογικές αντινομίες που κυλούν στη σοφιστεία:
Α.  Είπαμε στη διαλογική κριτική ακολουθία περί ομοιότητας-ανομοιότητας, ότι η κάθε έννοια απ’αυτές προϋποθέτει την άλλη. Η αποδοχή λοιπόν της ύπαρξης Καθαυτών Ιδεών Ομοιότητας και Ανομοιότητας όπου όσα όντα κοινωνούν της Ομοιότητος είναι όμοια ενώ όσα όντα κοινωνούν της Ανομοιότητος είναι ανόμοια είναι καταχρηστική.   Η έννοια της ομοιότητας δεν αφήνει περιθώριο ύπαρξης της έννοιας της ανομοιότητας αφού εκ των πραγμάτων την περιέχει.  Η έννοια του απολύτως ομοίου συμπίπτει με την έννοια της Ταυτότητας κάποιου με τον Εαυτό του, αφού απόλυτα όμοια Άλλα, δηλαδή χωρίς τη σύμφυση της ανομοιότητας, δεν μπορούν να υπάρξουν.
Β.  Αν υπάρχει Ιδέα του Μεγέθους Καθαυτού, όπως είναι φυσικό, μετέχουν σ’αυτήν όλες οι διαβαθμίσεις του μεγέθους, όπως το μεγάλο, το μικρό, το μέτριο, που παίρνουν όνομα ανάλογα με το μέγεθος των συγκρινόμενων συγκεκριμένων πραγμάτων.  Η Ιδέα του Καθαυτού Μεγέθους λοιπόν δεν περιορίζεται μόνο στο Μεγάλο, δεν είναι δηλαδή μια ξέχωρη και καθαυτή Ιδέα του Μεγάλου ως Μεγίστου έναντι μιας άλλης ξέχωρης και καθαυτής Ιδέας του Μικρού ως Ελαχίστου, αλλά περιέχει όλη την ποσοτική κλίμακα θέσεων σχέσης των μεγε-θών μεγάλου-μικρού.
      Αντίθετα οι έννοιες του Μεγίστου και του Ελαχίστου ως Ιδέες, δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη του αφηρημένου διαλογικού παιγνίου που θα επιχειρηθεί εν συνεχεία απ τον Πλάτωνα, αφού το Μέγιστο ως καθαυτό δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλα ως προς το μέγεθος, όντας το απόλυτα μεγάλο. Το ίδιο ισχύει και για το ελάχιστο.  Οι συγκριτικές λοιπόν σχέσεις που επιχειρεί στη συνέχεια αυτού του έργου ο Πλάτων, ενώ μπορούν να αφορούν συγκεκριμένες καταστάσεις και πράγματα, δεν ταιριάζουν με το διαλογικό γίγνεσθαι των αφηρημένων προσδιορισμών που επιχειρεί.
Γ. Στην περίπτωση του Κάλλους και της Δικαιοσύνης, μπορούν ορθολογικά-μεταφυσικά, να γίνουν αποδεκτές οι έννοιες της Ιδέας του Κάλλους και της Δικαιοσύνης ως Καθαυτές. Διαλεκτικά όμως δεν μπορούν να υπάρξουν Καθαυτές Ιδέες Κάλλους και Δικαιοσύνης, αλλά η ανάλογη ποσοτική κλίμακα που περιέχει όλες τις διαβαθμήσεις του Κάλλους-Ασχήμιας και του Δικαίου-Αδικίας.  Αφού διαλεκτικά και η ομορφιά αλλά κι η δικαιοσύνη, είναι σχετικές με τις ανάλογες και συγκεκριμέ-νες συνθήκες που διαμορφώνουν το πλαίσιο κρίσης.  Ενώ ο φόνος είναι κάτι γενικά και ιδεατά άδικο, είναι φορές όμως που αποκαθιστά το ίδιο το δίκαιο. Όσο για την ομορφιά εξαρτάται πάρα πολύ από αυτό που κρίνεται και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κρίνεται. Έχει αποδειχθεί ότι η αντίληψη περί ωραίου αλλάζει αρκετά κατά τη διάρκεια των αιώνων.  Το μόνο που δεν αλλάζει είναι η ομορφιά της φύσης, αλλά καί αυτή, απλά υπάρχοντας έτσι όπως είναι και χωρίς συγκριτικό αντίθετο, δε μπορεί να οριστεί ως ομορφιά αφού δεν υπάρχει ως αντίθετό της η ασχήμια.  Η ηλιόλουστη μέρα μπορεί να θεωρείται πανέμορφη, αλλά και η καταιγίδα έχει τη δική της ομορφιά, ως καθαυτά όμως είναι απλά Αυτά που Είναι, χωρίς αληθινό χαραχτηρισμό Κάλλους.

c   157 . . . Εἰ Ἔν ἐστιν, ἄλλο τι οὐκ ἂν εἴη πολλά τὰ ἕν;  Πῶς γὰρ ἄν;  Οὔτε ἄρα μέρος αὐτοῦ οὔτε ὅλον αὐτὸ δεῖ εἶναι.    Τἰ δή;   Τὸ μέρος που ὅλου μέρος ἐστἰν.   Ναί.  Τί δὲ τὸ ὅλον;  οὐχὶ οὗ ἂν μέρος, μηδέν ἀπῇ ὅλον ἄν εἴη;   . .  
    [Αν υπάρχει ένα, αυτό δεν θα μπορούσε να είναι πολλά. Αυτό ούτε όλον είναι ούτε μέρος του όλου. Επίσης όλον είναι αυτό που δεν του λείπει κανένα μέρος].

Η έννοια Ένα από μόνη της ουσιαστικά δεν προσδιορίζει τίποτα.  Δηλαδή η έννοια “Ένα”,  δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την έννοια “Πολλά”, αφού για να μπορεί Κάτι να είναι Ένα πρέπει να είναι “Ένα μεταξύ Πολλών Ομοίων”.  Στην περίπτωση αυτή η έννοια “Ένα” δεν υπάρχει ως ποιότητα καθαυτή, αλλά είναι ποσοτικός προσδιορισμός.  Η έννοια Ένα αποκτά νόημα όταν προσδιορίζει κάποιο πράγμα, π.χ. ένα μήλο. Έτσι το Ένα ως μήλο αποκτά νόημα έναντι της ύπαρξης Πολλών μήλων. Η εννοια Ένα όμως ως αφηρημένη μπορεί να είναι μια Ιδέα αποκτώντας όμως μιαν άλλη διάσταση ποιοτική: τότε μπορεί να είναι η Ιδέα της “Μοναδικότητας”. Το Ένα ως Μοναδικότητα όμως πάλι πρέπει να έχει κάποια ιδιότητα που το διακρίνει από τα Πολλά Άλλα Όμοια, εκ των οποίων αυτό είναι το Ένα.  Για να οριστεί όμως η μοναδικότητα αυτή, ακολουθείται από πολλούς προσδιορισμούς και τότε αρχίζει, μπαίνοντας στο χώρο του συγκεκριμένου, να ενδύεται με πολλές άλλες έννοιες που θα την προσδιορίσουν ολοκληρωμένα. Δηλαδή να γίνει Ένα Συγκεκριμένο και Μοναδικό. Με την έννοια “μοναδικότητα” λοιπόν ορίζεται Ένα ον το οποίο έχει κάποιο χαρακτηριστικό που δεν έχουν τα Πολλά Άλλα Όμοια μεταξύ των οποίων είναι και αυτό το Ένα.
     Αν η έννοια “Ένα” ακολουθείται απ’την έννοια “Μοναδικότητα”, για να διευκρινιστεί η έννοια μοναδικότητα ακολουθείται από την έννοια “Ενότητα” αφού το Μοναδικό-Ένα συνιστά μια ξεχωριστή ενότητα χαρακτηριστικών που λειτουργούν ομαλά μέσα στη μοναδικότητά του ενός. Στη συνέχεια η μοναδική αυτή ενότητα πολλών χαρακτηριστκών που είναι το Ένα ως Ποιότητα συνιστά την έννοια της “Ολότητας”, (που χαρακτηρίζει την μονάδα ως κάποια συγκεκριμένη ποιότητα).  Συνεπώς η έννοια Ένα μπορεί να είναι ένα μοναδικό “Ολοκληρωμένο λειτουργικά Όλον”, ή μπορεί να είναι κι ένα μοναδικό “Ολοκληρωμένο λειτουργικά Μέρος κάποιου ολοκληρωμένου λειτουργικά Όλου”. Δεν μπορούμε λοιπόν αβασάνιατα να ισχυριζόμαστε ότι το Ένα, τα Πολλά, το Όλον και το Μέρος μπορεί ως Ιδεατά Καθαυτά να είναι άσχετα μεταξύ τους. Το Όλον είναι μια Ενότητα Μοναδική αποτελούμενη από Πολλά Μοναδικά, όντας έτσι συγχρόνως Ένα και Πολλά. Στην περίπτωση αυτή μπορούμε να λέμε ότι το Όλον είναι Ένα λειτουργικό σύστημα που έχει ως Μέρη Πολλές ολοκληρωμένες λειτουργικά Μονάδες διαφορετικής Ποιότητας.
      Σε αντίθεση προς το Όλον υπάρχει το Άθροισμα το οποίο είναι η αφηρημένη συσσώρευση Πολλών ομοίων μονάδων. Το Άθροισμα όμως δεν αποτελεί Ένα οργανικό σύστημα Πολλών
ολοκληρωμένων Μονάδων.  Ένα καλάθι μήλα μπορεί να είναι ένα Άθροισμο όχι Όλον, ενώ αντίθετα ένας άνθρωπος όπως κι ένα αυτοκίνητο μολονότι αποτελείται από πολλά δεν είναι Άθροισμα αλλά Όλον.
     Ως εδώ όμως δεν ολοκληρώνεται η έννοια “Μέρος” αφού μέρος επίσης μπορεί να είναι κι ένα κομμάτι ολοκληρωμένης μονάδας. Στην περίπτωση αυτή όμως η έννοια μέρος, ακόμα κι όταν είναι το μέρος ενός μήλου είναι αφηρημένη και ιδεατή, αφού ως έννοια δεν εκπροσωπεί κάτι ολοκληρωμένο και λειτουργικό.  Δηλαδή αν μια ολοκληρωμένη μονάδα είναι ένα μήλο, το μισό μήλο είναι ένα μέρος του μήλου που δεν αποτελεί πια κάποια ολοκληρωμένη οργανική μονάδα.  Έτσι αυτό μπορεί από πρώτη όψη να είναι κομμάτι μήλου, όμως γνωρίζουμε ότι ακόμα κι ένα κομμάτι του μήλου αποτελείται από μιαν απεριόριστη σειρά συγκεκριμένων ολοκληρωμένων λειτουργικά μονάδων, που σ’αυτό το μέρος που είναι το κομμάτι μήλου δεν λειτουργούν πλέον οργανικά μαζί. Τότε αληθινά κι όχι επιφανειακά, ούτε το κομμένο μήλο μπορεί να είναι πλέον μήλο, αφού παύει να λειτουργεί ως τέτοιο, αλλά ούτε το κομμάτι του μήλου είναι αληθινά μέρος του μήλου, αφού αυτό το μήλο πλέον δεν υπάρχει ως ολοκληρωμένο και λειτουργικό αλλά είναι πλέον κι αυτό ένα άλλο μέρος μήλου.  Καί τα δύο είναι ολοκληρωμένα σύνολα λειτουργικών μοναδικοτήτων που δεν λειτουργούν πλέον σαν μήλα αλλά σαν άθροισμα άλλων ξεχωριστών ουσιών.  Αυτό ενώ μπορεί να είναι έτσι, από μιαν άλλη όψη ακόμα βαθύτερη, το ολόκληρο μήλο και τα δύο μέρη του, στο βάθος έχουν ένα ολοκληρωμένο μηχανισμό κληρονομικής ταυτότητας, δηλαδή το DNA του μήλου. Αυτό κάνει το όλον και τα μέρη του μήλου να είναι πλέον μια άλλη διαφορετική μοναδικότητα-ολότητα, όπου το DNA είναι ολοκληρωμένο και λειτουργικό όλον του μήλου που είναι συγχρόνως μέρος του μέρους του μήλου, αλλά γενετικά και οργανικά, είναι δυναμικά όλον του όλου του μήλου. (Είναι όπως το αντιφατικό στοιχειώδες του Αναξίμανδρου «αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρο» ή ορθολογικά σαν το εντελεχές του Αριστοτέλη).
    Αν το Μέρος είναι ένα κομμάτι από ένα μεγαλύτερο κομμάτι σίδερο. Ποιοτικά αυτά τα δύο μέρη είναι “σίδερο” με διαφορετικό βάρος, που η έννοια Μέρος εδώ αποκτά έναν ποσοτικό χαρακτήρα. Το μέρος “σίδερο” όμως είναι αφηρημένα ποσοτικό και ποιοτικό. Αν όμως το κομμάτι αυτό σιδήρου γίνει συγκεκριμένο ως τέτοιο, δηλαδή ένα ατομικό στοιχειώδες της φύσης τότε μετατρέπεται σε μοναδικό όλον και μοναδικό μέρος συγχρόνως. Η μονάδα αυτή ως ατομικό στοιχείο του σιδήρου, αποτελεί ορισμένη ποσοτικο-ποιοτική σχέση από νετρόνια, πρωτόνια και ηλεκτρόνια, όντας καθένα με τη σειρά τους κι αυτά όλον και μέρος συγχρόνως.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ:  Στην αληθινή φύση, δηλαδή στο πραγματικό και όχι στο ιδεατό και αφηρημένο Είναι, το Όλον και το Μέρος συγχέονται και συνυπάρχουν συνιστώντας αντιφατικές ενότητες.  Αυτό ο Ζήνων το είχε συλλάβει:  Σύμφωνα με τον ίδιο το Ζήνωνα και όχι σύμφωνα μ’αυτόν που παρουσιάζει στον διάλογό του ο Πλάτων, η έσχατη σχέση Ενός-Πολλών, Όλου-Μέρους καταλήγει στο “αντιφατικό στοιχειώδες” Μηδενός  και Απείρου, όπως περιγράφεται από τον ίδιον: Για να υπάρχει κάτι πρέπει μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση από κά-ποιο άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το μεταξύ τους περιθώριο… Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης δε μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανά-γκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους.
      Εδώ ορίζεται η Αντιφατικότητα Γυμνή, το Είναι ως Καθ’αυτή Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι,  το οποίο  περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα. Αυτή είναι μια μονάδα που δεν ταιριάζει με το Εόν (το αληθώς υπάρχον) του Παρμενίδη, ώστε να θεωρείται ο Ζήνων φερέφωνο ή διανοητικός σκύλος του.  Ούτε ο Παρμενίδης είχε ανάγκη από τέτοιο φίλο, μα ούτε ο δαιμόνιος Ζήνων θα το ανεχόταν.  Αυτοί απολάμβαναν έναν αιχμηρό, ευφυή και ισότιμο διάλογο,  ο οποίος μπορεί να ήταν κάποιες φορές πολύ καταλυτικός και ακραίος, αλλά χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσαν να ζήσουν.
      Νομίζω λοιπόν ότι ο διάλογος αυτός του Πλάτωνα δεν απηχεί ούτε τις απόψεις του Παρμενίδη, ούτε του Ζήνωνα, αλλά πιθανόν ούτε τις απόψεις του ίδιου του Πλάτωνα.  
      Οι Έλληνες ήταν γενικά ευφυείς κι απρόβλεπτοι. Ο Πλάτων δεν ήταν ένας σκοτεινός και σκυθρωπός ηθικολόγος, ο οποίος ήταν έτοιμος να αναληφθεί στους ουρανούς, αλλά ως Έλληνας πατούσε καλά στη γη, μετείχε σε συμπόσια πήγαινε στο θέατρο και μεταξύ των άλλων παρακολουθούσε και Αριστοφάνη.  Ήταν πολιτικά τοποθετημένος και προσπάθησε με πάθος και με κίνδυνο της ζωής του να εφαρμόσει στη Σικελία τα πολιτικά οράματά του.  Δεν του ήταν άγνωστο ότι οι Πυθαγόριοι που απέτυχαν να εφαρμόσουν το κοινωνικό τους πρόγραμμα εκτελέστηκαν κι ότι ο τύραννος Διονύσιος των Συρακουσών, που θα ήταν πολιτικός εταίρος του, ήταν άτομο πολύ επικίνδυνο κι αλλοπρόσαλλο. Κι όμως συνεπαρμένος από το πολιτικό πάθος του πήγε δυο φορές εκεί κάνοντας ένα επίπονο κι επικίνδυνο ταξίδι, διακυβεύοντας τη ζωή του και το πολιτικό του όραμα.    Ο ευφυής που έχει πάθη δεν μπορεί παρά να έχει χιούμορ με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού. Εξάλλου οι φιλοσοφικές συζητήσεις στην αγορά πολλές φορές ήταν παίγνια λογικο-γλωσσικής σύνταξης, που κατέληγαν στη σοφιστική τέχνη και ίσως είχαν σκωπτικό χαρακτήρα. Αυτό το έχουμε συναντήσει βέβαια στο Ζήνωνα, στους σοφιστές, αλλά ακόμα και στον Αρχιμήδη, ο οποίος πολλά θεωρήματά του συνέτασσε σε μαθηματικούς γρίφους και μάλιστα έμμετρα, που καλούσε τους φίλους και εταίρους στην αγάπη των μαθηματικών να τους λύσουν. Είναι λοιπόν πολύ πιθανό ο δαιμόνιος Πλάτων να κάνει στο έργο αυτό ένα ευφυές σκωπτικό νοητικό παίγνιο και μέσα από την χρήση της ορθολογικής τυπικότητας να αναδεικνύει τις αντινομίες του ίδιου του ορθολογισμού, αλλά με αυτοσαρκασμό και για τις αντινομίες των δικών του φιλοσοφικών απόψεων περί Ιδεών, βάζοντας συγχρόνως τη βάση μιας “Αρνητικής  Διαλεκτικής”.  Από κει  ξεκινώντας  ο Χέγκελ και μέσα από ένα άλλο διαλογικό πρίσμα, ―αυτό της μετατροπής της αντιφατικότητας σ’αντιθετικότητα― κατέληξε στην “Επιστήμη της Λογικής” του.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΠΟΣΟ ΜΑΡΞΙΣΤΗΣ ΕΊΝΑΙ Ο ΜΑΡΞ;

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΝΤΕΡΙΝΤΑ

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΤΗΤΑ