ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ  ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ (συνοπτικά)

Α. ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Η προσωκρατική διαλεκτική βασίζεται στην άποψη του Αναξίμανδρου ότι το Απείρο Γίγνεσθαι είναι αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητας (της αντιφατικότητας) των όντων και του σύμπαντος. Ο Ηράκλειτος αποδεχόμενος την αντίληψη της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων και του σύμπαντος, πρότεινε τον Λόγο, ο οποίος είναι το λογικά συντεταγμένο αντιφατικό λέγειν, δηλαδή μια συνειδητή λογικο-γλωσσική πρόταση, μια Διαλεκτική Λογική.  Ο Λόγος όπως ορίζεται απ’τον Ηράκλειτο, είναι Λογική, Γλώσσα και Ουσία. Έτσι συμπίπτει με το αέναο Υλικό Γίγνεσθαι και σχετίζεται από τότε με τη Διαλεκτική της Φύσης και της κοινωνίας.  Στη συνέχεια ο Ζήνων μέσα από τα παράδοξά του δείχνει τις αντινομίες της ορθολογικής τυπικότητας, όταν πραγματεύεται τις έννοιες του Είναι, της Κίνησης, του Χρόνου, του Χώρου και της Ταχύτητας. Έτσι μας οδηγεί σε ένα είδος Αρνητικής Διαλεκτικής, την οποίαν αργότερα ανέπτυξε με έναν διαφορετικό δικό του τρόπο ο Πλάτων στον διάλογό του «Παρμενίδης».

ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ

«Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τa όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, απ’το οποίο γίγνονται οι ουρανοί και οι κόσμοι που περιέχει.  ―Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με την γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας . . και ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο, μάλιστα είναι ο πρώτος που το ονόμασε έτσι. ―Επίσης όρισε ότι Άπειρο είναι η αέναη κίνηση, που μέσα της άλλα όντα χάνονται κι άλλα γενιώνται έχοντας ως αποτέλεσμα το παγκόσμιο γίγνεσθαι».
     «Ο Αναξίμανδρος  ισχυρίζετο ότι τα πρώτα ζώα γεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον με λέπια κι όταν αυτό έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόσθησαν στο νέο περιβάλλον. Επίσης ισχυρίζετο ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια, τρεφόμενοι σαν τους γαλαίους κι όταν έγιναν ικανοί βγήκαν στην ξηρά».


Ο Αναξίμανδρος αντελήφθει ότι η αντιφατικότητα του Απείρου και του Γίγνεσθαι είχαν ως αποτέλεσμα την "Eξέλιξη των Eιδών". “Η Θεωρία της Εξέλιξης των Ειδών” του Δαρβίνου, είναι ένα κομψοτέχνημα παρατηρήσεων και ορθολογικών συμπερασμάτων που μπροστά του η πρόταση του Αναξίμανδρου, ωχριά ως έχουσα τον χαρακτήρα αυθόρμητου πρωτογονισμού, (αν δεν λάβουμε υπόψιν ότι διατυπώθηκε 2500 χρόνια πριν).  Οι προτάσεις του Αναξίμανδρου όμως, μολονότι έφτασαν σε μας αποσπασματικά και δεν  γνωρίζουμε τον τρόπο που αληθινά διατυπώθησαν, έχουν κάτι που η πρόταση του Δαρβίνου υπολείπεται.  Αυτός μαζί με τις παρατηρήσεις που τον οδήγησαν στην αποδοχή της εξέλιξης των όντων και του κόσμου, προχώρησε και στη διατύπωση των βάσεων της Διαλεκτικής σκέψης, που περιγράφει την αντιφατικότητα των όντων ως αιτία της εξέλιξης των ειδών, κάτι για το οποίο ο Δαρβίνος απ’ό,τι ξέρω αδιαφορεί.

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

―«Όλα κοινωνούν με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν και ενώ κάθε στιγμή βεβαιώνονται γι’αυτό, δεν τον νοιώθουν, ούτε τον αισθάνονται». ―«Αυτό που αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του· κι αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού». ―«Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο». ―«Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σε εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό». ―«Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, σκορπάνε-μαζεύοντας, Είναι-ΜηΌντας (όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα)».  ―«Στον κοχλία (τον τόρνο), η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής».

Ο κόσμος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι η αιώνια φωτιά (η ενέργεια) που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο. Δηλαδή είναι η συνεχής εναλλαγή γένεσης και θανάτου των όντων τα οποία καταλύονται-συντιθέμενα από το αιώνιο Πυρ που διέρχεται μέσα τους με κάποιο Μέτρο την κάθε φορά.  Το Μέτρο είναι κι αυτό έννοια φορτισμένη όσο καί ο Λόγος. Είναι η ουσία του Λόγου. Η αντιφατικότητα του Λόγου προϋποθέτει πάντα κάποιο Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης ως προς το άλλο.   Έτσι το Μέτρο είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σχέσης που συνιστά ευκαιριακά την αντιφατική Ταυτότητα, η οποία κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αίρεται συνεχώς σε Άλλη. Έτσι το Μέτρο είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή, δηλαδή που «Πάντα-Είναι-ΜηΌντας».  Σήμερα όλοι γνωρίζουμε ότι τα πάντα μετατρέπονται σ’ενέργεια κι η ενέργεια σε όλα.  Μάλιστα ο Αϊνστάιν το έχει διατυπώσει με τον τύπο ε=mc².
       Αν συνθέσουμε λοιπόν τις προηγούμενες προτάσεις θα έχουμε το εξής συμπέρασμα: Κάθε γεγονός υπάρχει γιατί υπογεγονότα Πυρός διέρχονται με ένα συγκεκριμένο Μέτρο από μέσα του. Αυτά φεύγουν για το σύμπαν αλληλεπιδρώντας με τα γεγονότα του σύμπαντος και επιστρέφοντας πίσω στο γεγονός, το κάνουν να είναι μια καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα που συνεχώς αλλάζει.  Επειδή το σύμπαν του Ηράκλειτου είναι άπειρο, τα στοιχειώδη του παγκόσμιου αείζωου πυρός που διαπερνούν το γεγονός κι αναχωρούν για το σύμπαν, επιστρέφοντας πίσω δεν κάνουν απόλυτα κυκλική διαδρομή, αλλά πυκνή ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι επιστρέφοντας δεν επαληθεύουν απόλυτα το γεγονός στη θέση που ήταν, αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το, δηλαδή το επαληθεύουν λίγο πιο εκεί. Γι’αυτό το γεγονός κινείται κιόλας, όντας Άλλο-Αλλού, Όμοιο και Ανόμοιο με τον εαυτό του, δηλαδή πάντα σχετικά διαφορετικό.

ΖΗΝΩΝ

―«Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση από άλλο.  Το ίδιο ισχύει  και για το μεταξύ τους περιθώριο αναλόγως.  Γιατί και αυτό θα πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα να περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης δεν μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους».
―«Αν υπάρχουν πολλά είναι όμοια και ανόμοια με τον εαυτό τους»


Οι ορθολογιστές, παραμερίζοντας την αμφισημία των προτάσεων του Ζήνωνα, κρίνουν ότι ο Ζήνων ισχυρίζεται ότι τα Πολλά, λόγω της αντιφατικότητάς τους, δεν μπορούν να υπάρξουν. Αυτή όμως είναι μια απλουστευμένη αντίληψη η οποία πτωχαίνει τον πολυσήμαντο χαρακτήρα και την αμφισημία των λεγομένων του Ζήνωνα.  Εγώ αντίθετα πιστεύω ότι σ’αυτό το απόφθεγμα ο Ζήνων με την σχετικότητα Μεγάλου και Μικρού, Ενός και Πολλών, δείχνει ότι τα Πολλά με το Ένα συνιστούν μιαν έσχατη αντιφατική ενότητα, όπου η μία έννοια γεννά την άλλη, αλλά συγχρόνως την μάχεται κιόλας. Εκεί παρουσιάζεται το έσχατο υπόβαθρο του κόσμου, δηλαδή η Αντιφατικότητα Γυμνή, το Ακίνητο και Ακαριαίο, το Είναι ως Καθαυτή Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι που περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα.  Η άποψη αυτή αντιστρατεύεται την άποψη του Λεύκιππου και του Δημόκριτου περί της ύπαρξης εσχάτων στοιχειωδών του κόσμου που δεν τέμνονται περαιτέρω και τα οποία είχαν ονομάσει Άτομα.   Μολονότι η σύγχρονη επιστήμη γαλουχήθηκε με την άποψη αυτή και έκανε το παν να βρεί αυτά τα έσχατα, δεν το κατάφερε. Αυτά που ονομάσθησαν άτομα απεδείχθει ότι ετέμνοντο, αλλά και τα τμήματα των ατόμων επίσης. Μολονότι όμως η σύγχρονη επιστήμη έχει καταλήξει ότι όλα μετετρέπονται σε ενέργεια κι η ενέργεια σε όλα, υπάρχουν πολλοί επιστήμονες που ψάχνουν ακόμα στο βάθος του κόσμου για κάποια έσχατα άτμητα και αναλλοίωτα. .

―«Το κινούμενο δεν κινείται ούτ’εκεί που βρίσκεται, ούτ’εκεί που δεν βρίσκεται».

Εδώ ο Ζήνων δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη της κίνησης, όπως ισχυρίζονται οι δοξογράφοι, ο Χέγκελ αλλά και η πλειονότητα από μας, αφού μιλά για «κινούμενο». Αυτός αμφιβάλλει για τον τρόπο που δεχόμαστε ότι πραγματοποιείται η κίνηση και για τον τόπο πάνω στον οποίον εξελίσσεται.

Είπε ο Χέγκελ: «κάτι κινείται όχι γιατί τη μια στιγμή βρίσκεται εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή βρίσκεται συγχρόνως εδώ κι όχι εδώ, άρα η κίνηση είναι αντιφατική».  Ο Χέγκελ εδώ παρουσιάζει την αντιφατικότητα της μετακίνησης αφού η ταυτότητα του κινουμένου δεν υποχρεούται ν’αλλάζει κατά τη διάρκεια της κίνησης. Αντίθετα, το κινούμενο σύμφωνα με τον Ζήνωνα, επειδή καταλύεται-συντιθέμενο όντας συνεχώς άλλο-αλλού, δεν μετακινείται αυτό το ίδιο πάνω σε κάποιο τόπο, ούτε κατά τη διάρκεια του χρόνου, αλλά κινείται μέσ’τον ίδιο του τον εαυτό αλλάζοντας και εξελισσόμενο (όντας Άλλο- Αλλού).  Η κίνηση εδώ είναι αποτέλεσμα της αλλαγής, δηλαδή του καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι, όπως ακριβώς το είδαμε στις προτάσεις του Ηράκλειτου και του Αναξίμανδρου.  Επίσης συνάγουμε από την καταλυτική-συνθετότητα των όντων που διατύπωσαν ο Αναξίμανδρος και ο Ηράκλειτος αλλά και από τα παράδοξα του Ζήνωνα ότι:  Επειδή τα όντα είναι συνεχώς Άλλα-Αλλού, χρόνος γι’αυτά δεν είναι η διάρκεια, αφού δεν διαρκούν ως ταυτότητες, αλλά ο ρυθμός επανάληψης (η συχνότητα επανάληψης) της ροής-αντιρροής στοιχειωδών αείζωου πυρός μέσα τους και χώρος η διασπορά της ροής-αντιρροής αυτών των στοιχειωδών (το μήκος κύματος).  Αλλά και η έννοια της ταχύτητας, ως ταχύτητας μετακίνησης κάποιου, πρέπει να αμφισβητείται. Εδώ η ταχύτητα μετακίνησης μετατρέπεται σε ταχύτητα μεταλλαγής του κινουμένου, που δια της μεταλλαγής αλλάζει συγχρόνως θέση όντας Άλλο-Αλλού.

Σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπώμ: «Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται ως δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. Εκεί η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή του σε ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Έτσι η κίνηση γενικά είναι δεκτή σαν μια σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που συγχρόνως έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή». Δηλαδή η σύγχρονη επιστήμη δέχεται ότι στα έσχατα όρια του κόσμου μας τα λεγόμενα μικροσωμάτια καταλύονται-συντιθέμενα συνεχώς χάνοντας τη στατικότητα της θεωρούμενης ταυτότητάς τους.
         Απ’αυτό βλέπουμε ότι η κβαντομηχανική συμφωνεί με την προσωκρατική υλιστική διαλεκτική του αληθινού καταλυτικο-συνθετικού Γίγνεσθαι κι όχι με την εγελιανή ή όποια άλλη ιδεαλιστική ενός γίγνεσθαι φαινομενικού, όπως το αντιλαμβάνονται οι σύγχρονοι ευρωπαίοι φιλόσοφοι.

Η ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Για να γίνει κατανοητή η μικρή μας συζήτηση πρέπει να γίνει μια συνοπτική αναφορά στη σχέση αντιθετικότητας-αντιφατικότητας κάτι που αφορά και την εγελιανή διαλεκτική, αλλά επίσης και μια αναφορά στον τρόπο που η σύγχρονη επιστήμη αντιλαμβάνεται τη διαδικασία της νόησης: 
    Αν ο ανθρωπος δεν είναι θεϊκό δημιούργημα, αλλά προϊόν του παγκόσμιου Γίγνεσθαι, πρέπει να περιέχει κωδικά γεγραμμένες στη δομή του, όλες τις στιγμές αυτής της εξελικτικής πορείας. Έτσι η μορφή και η δομή του είναι πρόσωπα της καταγραφής αυτής.  Ο εγκέφαλος λοιπόν του ανθρώπου, είναι καί αυτός μια κωδική δομική καταγραφή εμπειρίας και γνώσης της πορείας του κόσμου μέσα σε κάθε άνθρωπο. Υποθέτουμε ότι όλες αυτές οι καταγραφές, συνοψίζονται σε μια μικροδομική καταγραφή, τον κώδικα ζωής του ανθρώπου, δηλαδή το DNA του. Η καταγραφή αυτή, είναι μια γλώσσα μέσα μας η οποία δεν έχει ακόμα όλη διαβαστεί.
     Κάθε εμπειρία που διοχετεύεται στον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό, απ'τη μια, τον διεγείρει και τον αφυπνίζει ξαναθυμίζοντάς του "αρχαίες" καταβολές που χάνονται βαθιά μέσα στους προγόνους, το ζώο και τη φύση, αποκωδικοποιώντας τις. Από την άλλη, η εμπειρία αυτή μη όντας απόλυτα ίδια με την αντιστοιχία της στον κληρονομικό γνωστικό μηχανισμό (αφού ο κόσμος συνεχώς αλλάζει), αναδιαμορφώνει-πλουτίζοντας την αρχαία καταβολή που βρίσκει.  Έτσι την αποκωδικοποίηση που ακολουθεί με την είσοδο της εμπειρίας στον γνωστικό μηχανισμό, ακολουθεί μια νέα καταγραφή επανακωδικοποίησης ή συνειδητής κωδικοποίησης που αναδιαμορφώνει παράλληλα και την δομή του ίδιου του εγκέφαλου.  Η πορεία της αποκωδικοποίησης του γνωστικού μηχανισμού και της επανακωδικοποίησής του ως συνειδητής, είναι η Λογική και η Συνείδηση, ενώ το μέρος του γνωστικού μηχανισμού που δεν έχει αποκωδικοποιηθεί παραμένοντας στη αρχική κατάσταση που ήταν κληρονομικά, είναι το συναίσθημα, η ενόραση και γενικά όλες οι ανεξήγητες (και για κάποιους θεωρούμενες μεταφυσικές) ιδιότητες του ανθρώπου, δηλαδή η Αισθητική. Σύμφωνα μ'αυτή την οντολογική άποψη "η γνώση  είναι δυνατή", γιατί μέσω της εμπειρίας και της κριτικής, αποκωδικοποιούμε την πορεία του κόσμου, όπως αυτή είναι πολυδιάστατα γεγραμμένη στον κληρονομικό γνωστικό μας μηχανισμό.   Όλες οι δομές του ανθρώπινου γνωστικού κληρονομικού μηχανισμού είναι επανακωδικοποιημένες ξανά και ξανά, σε μια πορεία ατέλειωτη στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τονίζω λοιπόν ότι με την αποκάλυψη του DNA, ως κληρονομική εμπειρική συσσώρευση η“εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα” πάνω στην οποία στηρίζεται η σύγχρονη αντίληψη περί μεταφυσικής καταρρέει. Έτσι και όλη η συζήτηση που περιστρέφεται γύρω απ’τους όρους της μεταφυσικής ως επιστήμης και της σχέση της με την νόηση επίσης καταρρέει. Η νόηση και οι όροι της μεταφυσικής δεν μπορούν πλέον να σχετίζονται, αφού η σύγχρονη επιστήμη το απαγορεύει. Έτσι όλη αυτή η φιλολογία περί των όρων και των προτεινόμενων μηχανισμών της ενδοϋποκειμενικότητας, της εσωτερικότητας ή και ότι αφορά στους “μηχανισμούς” της ψυχολογίας ή και της ίδιας της ψυχής, σε σχέση με τη νόηση ή ακόμα και την ανθρώπινη συμπεριφορά, έχει πέσει στο κενό χάνοντας το νόημά της, αφού πλέον είναι αντικείμενο της νευροβιολογίας.
     Επειδή η «εκ των προτέρων κληρονομική γνωστική δυνατότητα», που είναι η ίδια η δομή και η φύση του ανθρώπου, ως καταγραφή του παγκόσμιου γίγνεσθαι μέσα του, είναι εμπειρική κληρονομική συσσώρευση, γι’αυτό και η Νόηση εισπράττει την εμπειρία ακριβώς όπως αληθινά είναι.  Άρα ο κόσμος είναι αυτός που ερχόμαστε σε άμεση επαφή και δεν έχει σχέση με καθαρές ή καθαυτές ιδέες ούτε με κάποιου είδους φαινομενικότητα που αντανακλάται από κάποιον κρυφό αιώνια αναλλοίωτο και γι’αυτό αληθινό κόσμο.
      Παρ’όλα αυτά η οντολογική αυτή άποψη συνεχίζει να γίνεται κατανοητή με δύο διαλεκτικούς τρόπους που εξαρτώνται από το πως αντιλαμβάνεται κάποιος τον κόσμο:
    Α.  Η Αντιθετική Διαλεκτική (παρμενίδεια) δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), τα οποία αλληλεπιδρώντας δεν παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας φαινομενικό-δυναμικό-διαφορικό κλειστό ορθολογικό λογικο-γλωσσικό σύστημα.  Τα έσχατα που συνιστούν αυτό το κλειστό λογικο-γλωσσικό σύστημα από μια στιγμή και μετά, προϋποθέτουν λειτουργώντας την επανάληψη μιας συγκεκριμένης, πεπερασμένης σειράς παιγνίων που θα μπορούσαν να ονομαστούν «συνθετικά πρότυπα του τέλους». Αυτά βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από τη λειτουργία της εξελικτικής πορείας αυτού του φαινομενικού συστήματος. Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας, κλειστός, πεπερασμένος, τελεολογικός με προκαθορισμένους όρους κι όρια, ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών του οποίου το φαινομενικό γίγνεσθαι περιμένει ν’αναφανεί απ’την εξέλιξη της λειτουργίας αυτού του δυναμικού συστήματος.
    Β.  Η Αντιφατική Διαλεκτική (ηρακλειτική) δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη, το οποίο δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, μα από "έσχατα" αντιφατικά και αυτοαναιρούμενα. Αυτά αλληλεπιδρώντας δεν αφήνουν απαραβίαστα περιθώρια μεταξύ τους. Σ’αυτόν τον αντιφατικό κόσμο κάθε γεγονός για να υπάρχει, καταλύεται-συντιθέμενο από άλλα υπογεγονότα κατώτερου επιπέδου, τα οποία υπάρχουν με τον ίδιο τρόπο κι αυτό επ’άπειρον, δηλαδή ως το έσχατο επίπεδο του κόσμου, που είναι το εν δυνάμει Είναι, η γυμνή αντιφατικότητα του Ζήνωνα.
      Για να βρίσκεται το στοιχειώδες σε συνεχή καταλυτική-συνθετότητα, διέρχεται μέσα του συνεχής ροή-αντιρροή υπογεγονότων, τα οποία περνώντας απ’το γεγονός ταξιδεύουν στο σύμπαν και αλληλεπιδρώντας μ’αυτό, επιστρέφουν πίσω στο γεγονός αλλαγμένα, αλλάζοντας αναλόγως και το γεγονός. Επειδή το σύμπαν του Αναξίμανδρου, του Ηράκλειτου και του Ζήνωνα είναι άπειρο, η διαδρομή αναχώρησης-επιστροφής των υπογεγονότων στο σύμπαν δεν είναι απόλυτα κυκλική αλλά πυκνή σπειροειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα επιστρέφοντας, δεν επαληθεύουν απόλυτα το γεγονός, στη θέση που υπήρχε αλλά το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το. Δηλαδή επαληθεύουν διαδοχικά το γεγονός λίγο πιο κεί, αφού το γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο, όντας Άλλο-Αλλού. Για τον λόγο αυτό το γεγονός κινείται αλλάζοντας θέση κιόλας. Με την καταλυτικο-συνθετική διαδικασία αυτή τα όρια του στοιχειώδους παραβιάζονται συνεχώς, έχοντας αντιφατική φύση και περιέχοντας κάθε φορά στιγμιαία και ακαριαία το Όλον μ’έναν δικό του τρόπο. Αυτός ο τρόπος είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου όπως ενεγράφει στο στοιχειώδες γεγονός από την αναχώρηση των υπογεγονότων του στο σύμπαν, την αλληλεπίδρασή του μ’αυτό και την επιστροφή τους απ’αυτό. Δηλαδή όπως αυτό το γεγονός έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλες τις στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. 
      Αντιφατικά ο κόσμος είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου και του άπειρου, όντας αποτέλεσμα του εαυτού του.

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΧΈΓΚΕΛ

Η Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ είναι ένα αριστούργημα σοφιστικής ρητορείας που ανέλαβε να μας πείσει μέσα από δαιδαλώδεις προσδιορισμούς, ότι το παγκόσμιο υλικό γίγνεσθαι που ερχόμαστε σε άμεση επαφή είναι φαινομενική αντανάκλαση μιας κρυφής αιώνιας και αναλλοίωτης πραγματικότητας.  Στο έργο του ισχυρίζεται ότι η αναγωγή αυτής της φαινομενικότητας σε καθαυτή και ιδεατή Λογική, θα μας οδηγήσει "στην απόλυτη αλήθεια, που είναι ο θεός και μόνον ο θεός".  Στην εργασία αυτή το γίγνεσθαι ως φαινομενικό ξεκινά με μιαν ανακόλουθη μηδενολογία, από το απόλυτο Μηδέν και καταλίγει στο Είναι ως Απόλυτα προσδιορισμένο έτσι ώστε ν’αναφαίνεται η εκ του μηδενός θεϊκή δημιουργία. Έτσι το βαθύτερο νόημα του έργου είναι θεολογικό.  Επίσης στην εξέλιξη της διαλογικής ακολουθίας του έργου, η αντιφατικότητα του Γίγνεσθαι μετατρέπεται επιμελώς και ευφυώς σε αντιθετικότητα, δίνοντας υφέρπουσα αλλά σαφή αναφορά στον ορθολογισμό. Γι’αυτό πολλές θεμελιακές προτάσεις του έργου του, ακολουθώντας δύο λογικογλωσσικές συντάξεις συγχέονται τόσο, που να μην υπακούουν ούτε στον ορθολογισμό ούτε στη διαλεκτική.  Τη σύγχυση στο έργο του επιτείνει και η συνήθειά του να εξισώνει ή να εξομοιώνει αυτά τα οποία θεωρεί απολύτως αντίθετα. Η εξίσωση αυτή που ίσως υπό συνθήκες και σε ειδικές καταστάσεις προκύπτει, στην αφηρημένη και επιπόλαια χρήση της απ’τον Χέγκελ καταλύει τη λογική (αφού τότε όλα μπορούν να λεχθούν για την περίσταση που την χρησιμοποιεί). Όταν όμως θέλουμε να έχουμε μια Διαλεκτική Λογική και να μην κυλάμε στην σοφιστική, την εξίσωση αυτή
δεχόμαστε μόνον ως έσχατο αντιφατικό επίπεδο του κόσμου (αντιφατικό στοιχειώδες) και όπως το όρισε ο Ζήνων: "Για να υπάρχει κάτι πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση από άλλο. Το ίδιο ισχύει και για το μεταξύ τους περιθώριο ανάλογα. Γιατί και αυτό θα πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα να περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης δεν μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους".
       Επίσης η εξαρχής αποδοχή αναντιστοιχίας Λογικής και Πραγμάτων, δεν επιτρέπει στο έργο του Χέγκελ να είναι ούτε Επιστήμη ούτε Λογική, αλλα ακόμα, ο ιδεαλισμός του απαγορεύει να είναι Διαλεκτική.  Μολονότι υπήρξε μία από τις ευφυέστερες φιλοσοφικές συλλήψεις, έβλαψε όσο τίποτα άλλο τη διαλεκτική σκέψη που ο ίδιος ήθελε ν’αναδείξει, χωρίς ποτέ να γίνει εργαλείο επιστημονικής έρευνας.
         Για την κατανόηση του έργου αυτού ο αναγνώστης πρέπει να έχει στο νου τις ακόλουθες θεμελιακές προτάσεις του Χέγκελ:
 ―Α. § 1 σελ. 53 «Η φιλοσοφία δεν έχει το προτέρημα που απολαμβάνουν οι άλλες επιστήμες, δηλαδή να έχει τ’αντικείμενά της δοσμένα μ’άμεσο τρόπο στην παράσταση και να προϋποθέτει ως ήδη αποδεκτή τη μέθοδο της γνώσης όσον αφορά το ξεκίνημα και την πρόοδο. Η Φιλοσοφία έχει βέβαια καταρχήν κοινά αντικείμενα με τη θρησκεία. Και οι δύο αυτές έχουν αντικείμενό τους την αλήθεια, με το ύψιστο νόημα της λέξης, δηλαδή ότι ο θεός και μόνον αυτός είναι η αλήθεια. Επιπλέον πραγματεύονται κι οι δυο τους την περιοχή του πεπερασμένου: την Φύση και το Ανθρώπινο Πνεύμα, την σχέση του ενός πρός το άλλο και προς το Θεό ως αλήθεια τους».
      Η κβαντομηχανική έδειξε ότι η επιστήμη δεν προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μεθόδου καθορισμένης μα ούτε και της ισχύουσας λογικής, αφού αμφισβητεί ήπια τον ορθολογισμό και βίαια το ντετερμινισμό. Έτσι αναζητεί μιαν άλλη λογική η οποία να ταιριάζει καλύτερα στις νέες απαιτήσεις. Μάλιστα κάποιοι αναζήτησαν τη λύση στην εγελιανή λογική, κάτι που ο Χέγκελ, με αυτή του την επισήμανση, φαίνεται ότι δεν ήλπιζε, μολονότι είχε προτείνει τις αρχές της διαλεκτικής σκέψεις.         Επαναλαμβάνω ότι: Ο διακεκριμένος διανοητής της αριστερά Ε. Μπιτσάκης μας πληροφορεί στο έργο του «Η Δυναμική του Ελαχίστου» ότι σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπώμ: «Η θεωρία του πεδίου στην κβαντομηχανική, περιγράφει κάθε κίνηση, σαν καταστροφή και δημιουργία των στοιχειωδών σωματίων.…Η κίνηση του ηλεκτρονίου περιγράφεται στην παράσταση του πεδίου ως καταστροφή του σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου σε άλλο σημείο παραπλήσιο».        Διαπιστώνεται λοιπόν μέσα στα πανάκριβα ερευνητικά εργαστήρια, αυτό που οι Ζήνων, Αναξίμανδρος και Ηράκλειτος, έχουν συνάγει μόνο με τη διαλεκτική τους σκέψη. Λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλλ’αλλάζουν βίαια και γρήγορα, χωρίζονται και ενώνονται, συστέλλονται-διαστελλόμενα, καταλύονται-συντιθέμενα Είναι-ΜηΌντας. Κι ο Ζήνων συμπληρώνει: Tο κινούμενο δεν κινείται, ούτε εκεί που βρίσκεται, ούτε εκεί που δεν βρίσκεται, (αφού όλα καταλύονται-συνιθέμενα όντας Άλλα-Αλλού, Όμοια και Ανόμοια με τον εαυτό τους). Έτσι η προσωκρατική διαλεκτική αναδύεται πλέον ως επιστήμη, αντίθετα με την εγελιανή η οποία αναδύεται ως υπερβασιακή θεολογία.
―Ότι «οι επιστήμες έχουν ήδη τα αντικείμενά τους δοσμένα» είναι μια αντιδιαλεκτική υπερβολή, αφού η επιστήμη σχεδόν όλα τ’αντικείμενά της ανακαλύπτει κατά την εξέλιξή της, αλλά ακόμα αναδιαμορφώνει συνεχώς κι αυτά που έχει κατακτήσει.
―Η άποψή του ότι η φύση και το ανθρώπινο πνεύμα βρίσκονται στην περιοχή του πεπερασμένου είναι άποψη αντιδιαλεκτική με την οποίαν οι προσωκρατικοί διαφωνούν. Σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο “αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον”: κάθε έσχατο και πεπερασμένο περιέχει Εν Δυνάμει το Άπειρο, αφού άπειρο και πεπερασμένο αλληλο-προεκτείνονται έτσι που το ένα να αναδύεται από το άλλο,  αλλά συγχρόνως να το μάχεται κιόλας. Το άπειρο είναι το αέναο γίγνεσθαι που συνεχώς καταλύεται-συντιθέμενο: δεν μπορεί να υπάρξει άπειρο αν τα στοιχειώδη του κόσμου δεν είναι εν δυνάμει άπειρα. Ακόμα σύμφωνα με τον Ζήνωνα, το μικρό αναδύεται απ’το μέγα όσο το άπειρο απ’το μηδέν:  Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει έσχατο κάποιου μέρος, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου, ακόμα δεν μπορεί να υπάρξει κάτι άσχετα από κάποιο άλλο. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη αυτά να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να έχουν μηδενικό μέγεθος, τόσο μεγάλα που να έχουν άπειρο μεγέθους. Κι ο Ηράκλειτος δήλωσε: Όσο κι αν έψαξα, το πέρας της ψυχής δεν βρήκα, τόσο βαθιά βρίσκεται. Δηλαδή όσο βαθύτερα εισδύουμε στην ψυχή, τόσο μαρύτερα έξω στο σύμπαν ταξιδεύουμε. (Η ψυχή με σημερινούς όρους είναι το DNA, δηλαδή η καταγραφή του παγκοσμίου γίγνεσθαι μέσα στον κάθε άνθρωπο).
―Β. § 8 σελ 68: Τίποτα δεν υπάρχει στην αίσθηση που να μην περιέχεται στη νόηση. Με τη έννοια ότι ο νους και με βαθύτερο όρο το πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου.
―Γ. § 40 σελ. 122: Η κριτική φιλοσοφία θεωρεί την εμπειρία ως Μοναδική βάση των γνώσεων· δεν θεωρεί όμως ότι αυτές είναι αλήθειες, αλλά μόνο γνώσεις φαινομένων.
―Δ. §84 σελ.201:  Δεν πρέπει το Πράγμα (η ουσία του κόσμου), να φέρει το ελάττωμα της Αντίφασης. Αυτό πρέπει να αποδοθεί στην λογική ικανότητα, (στην ουσία του πνεύματος).

Β. Αν όπως λέει “η Νόηση και το Πνεύμα είναι η αιτία του κόσμου” ή τουλάχιστον προηγείται από την πραγματικότητα του εμπειρικού κόσμου κι επειδή το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν, τότε δεν θα μπορούσε το Νοείν να ξεκινά από το Μηδέν όπως ισχυρίζεται, ούτε σ’αυτό επάνω να στηρίζει τη διαλογική ακολουθία περί του γίγνεσθαι στο έργου του. Έτσι ο ισχυρισμός του ότι η ενότητα του καθαρού και καθαυτού Είναι με το καθαρό και καθαυτό μηδέν είναι το γίγνεσθαι αυτοκαταρρέει.
Γ. Απ’αυτό συνάγουμε ότι: το Είναι συνίσταται απ’τα ιδεατά Πράγματα Καθαυτά και απ’το αντιφατικό φαινομενικό εμπειρικό γίγνεσθαι. Κατά τον Χέγκελ μόνο το εμπειρικό γίγνεσθαι μπορούμε να γνωρίζουμε, αλλά αρνούμεθα την αλήθεια του.
Δ.  Επειδή όμως εμπειρικά ερχόμαστε σ’επαφή μόνο με την αντιφατική φαινομενικότητα και όχι με τα Πράγματα Καθαυτά που δεν αντιφάσκουν, η λογική ακολουθώντας την αντιφατικότητα δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα (των πραγμάτων) αντιφάσκοντας. Κι αδώ αναφαίνεται η αντίληψή του για την αναντιστοιχία της λογικής του με την υλική πραγματικότητα
―Ε.  § 6 σελ. 61: Είναι σημαντικό να τονιστεί πως η φιλοσοφία έχει περιεχόμενο αυτό που παράγεται και παράγει τον εαυτό του μέσα στην περιοχή της πνευματικής ζωής, έτσι που να γίνει ο κόσμος ο εξωτερικός κι εσωτερικός κόσμος της συνείδησης κι ότι αυτό το περιεχόμενο είναι η Πραγματικότητα.… Μάλιστα μπορεί η συμφωνία με την πραγματικότητα να θεωρηθεί τουλάχιστον, σαν ένα εξωτερικό κριτήριο της αλήθειας της Φιλοσοφίας.  Έτσι πρέπει να θεωρηθεί ως ανώτατος και τελικός σκοπός αυτής της επιστήμης, η συμφιλιώση της αυτοσυνειδητοποιημένης λογικής ικανότητας με την υπαρκτή λογική ικανότητα, δηλαδή την πραγματικότητα.
―Ζ. § 24 σελ 102:   …οι σκέψεις μπορούν να ονομαστούν αντικειμενικές και ανάμεσά
τους οφείλουν να συμπεριληφθούν και οι μορφές, οι οποίες εξετάζονται κατ’αρχήν μέσ’τη συνηθισμένη Λογική (την Τυπική) και εκλαμβάνονται συνήθως ως μορφές της συνειδητής νόησης.  Η λογική συμπίπτει λοιπόν με την Μεταφυσική, που συλλαμβάνει τα πράγματα μέσα στις σκέψεις, που εκφράζουν την ουσία των πραγμάτων.

 ―Ε, Ζ.  Ανώτατος και Τελικός σκοπός της πραγματείας του είναι η συμφιλίωση της φαινομενικής αντιφατικής (αυτοσυνειδητοποιημένης-διαλεκτικής) λογικής ικανότητας με τον ορθολογισμό, (την υπαρκτή Λογική της πραγματικότητας). Έτσι μολονότι προτίθεται να παρουσιάσει την Διαλεκτική Λογική του, δεν θ’αποχωριστεί τις βασικές αρχές του ορθολογισμού. Αυτό θα διαπιστώνουμε στην ανάπτυξη των βασικών του προτάσεων ή ακόμα και στη διατύπωση των “αρχών της Διαλεκτικής Λογικής” του. Τις θεμελιώδης προτάσεις του μετασχηματίζει με επιμέλεια από αντιφατικές σε αντιθετικές, δίνοντας συνεχή αναφορά στον ορθολογισμό.
―Η. § 19 σελ 92:  Η Λογική είναι η επιστήμη της Καθαρής Ιδέας, δηλαδή της ίδέας μέσα στο αφηρημένο στοιχείο της νόησης. 
―Θ. § 87. σελ. 206:  Το καθαρό Είναι, είναι η καθαρή αφαίρεση άρα το απόλυτα αρνητικό· που λαμβανόμενο άμεσα είναι το Μηδέν.

        Ο Χέγκελ υιοθετεί την αντίληψη του Καντ περί “Καθαρότητας της Λογικής”, που σχετίζεται με την “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου” και συμπίπτει με την Μεταφυσική. Έτσι ο Νους με το το βαθύτερο νόημα είναι η αιτία του κόσμου και ο κόσμος της συνείδησης είναι το περιεχόμενο της πραγματικότητας. Και γι’αυτό θέλει ο Χέγκελ η λογική του να ξεκινά από το προεμπειρικό Καθαρό και Καθαυτό Είναι το οποίο ως απροσδιόριστο, συμπίπτει με το καθαρό και καθαυτό Μηδέν.
―Ι. § 19 σελ 92: «Η Λογική είναι η Επιστήμη της Καθαρής Ιδέας, δηλαδή της ίδέας μέσ’το αφηρημένο στοιχείο της νόησης».
       Αφού Λογική είναι η Επιστήμη της Καθαρής Ιδέας μέσα στο αφηρημένο στοιχείο της νόησης, αυτό ως αφηρημένο πρέπει να είναι αφηρημένο Κάποιου εμπειρικού γεγονότος, αφού δεν μπορούμε να έχουμε αφαίρεση του μη υπάρχοντος ή του αγνώστου, τότε οι χαρακτήρες “καθαρό” και “καθαυτό” χάνουν το νόημά τους.
      Η υλιστική διαλεκτική (της φύσης) επιτάσσει, Λογική και Εμπειρία να συνυπάρχουν. Αυτά προεκτείνονται το ένα τόσο βαθιά στο άλλο χωρίς να αφήνουν περιθώρια αυτονομίας μεταξύ τους, όντας αδιαχώριστα.  Η Εμπειρία χωρίς ανάλογο Λογικό επίπεδο δεν μπορεί να γονιμοποιηθεί, αλλά ούτε η λογική μπορεί ν’αναπτυχθεί χωρίς εμπειρία. Αυτά αλληλο-αναπτύσσονται μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι κάνοντας τον άνθρωπο πραγματικότητα.
―Κ. §88 σελ. 216.  «...Πρέπει λοιπόν να εκπλήσσεται κανείς, ακούοντας στην εποχή μας προτάσεις όπως -από τίποτα δεν γίνεται τίποτα ή μόνον από κάτι μπορεί να γίνει κάτι-, χωρίς να συνειδητοποιείται ότι αυτές είναι το θεμέλιο του Πανθεϊσμού και της Αθεΐας».    
      Εδώ η λογική παραχωρεί τη θέση της στην Παλαιά Διαθήκη όπου ο θεός δημιουργεί τον κόσμο δια του Λόγου του από το τίποτα. Ενώ αντίθετα η διαλεκτική του Ηράκλειτου δέχεται ότι: «Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους δεν τον δημιούργησε θεός ή ανθρωπος. Ήταν, είναι και θα είναι αείζωον πύρ που ανάβει σβήνοντας με μέτρο».

Συμπέρασμα:  Βλέπουμε ότι "Η Επιστήμη της Λογικής" του Χέγκελ ως ιδεαλιστική υποχρεούται να είναι αντιθετική. Έτσι ως αντιθετική δεν μπορεί να είναι πέρα για πέρα διαλεκτική αφού αρνείται την αντιφατικότητα του Είναι και του Αληθινού Γίγνεσθαι. Επίσης λόγω της εξαρχής αποδοχής του Χέγκελ για αναντιστοιχία της λογικής με τα πράγματα, δεν μπορεί να παίξει ούτε τον ρόλο της Λογικής, άρα ούτε και της Επιστήμης. Τελικά σ’αυτό το έργο η Λογική παραχωρεί τη θέση της στην Πίστη, αφού ο Χέγκελ τονίζει ότι ο θεός και μόνον ο θεός είναι η αλήθεια.  Άραγε αφού ο Χέγκελ γνωρίζει μιας εξαρχής την αλήθεια και μας πληροφορεί γι’αυτό, για ποιά χρήση μας προτείνει την Επιστήμη της Λογικής του.
      Ο πιστός και ο μυστικιστής ανεβαίνουν με τη σκάλα του ορθολογισμού στο ύψος της αλαζονίας τους κι όταν φτάσουν επάνω την πετούν στο βάραθρο γιατί από κει και πέρα δεν την χρειάζονται.  Με τους όρους που έθεσαν μπορούν να "δημιουργού" έναν κόσμο όπως τον θέλουν και να λένε ό,τι θέλουν, αρκεί να συμφωνεί με τους όρους τους.      Η πίστη και ο μυστικισμός αναδίδουν μια διαλογική κακοσμία γιατί σιτίζονται εκεί όπου αποπατεί η διαλεκτική.
           thodoroskavasis.blogspot.con        ―“Διαλεκτική Υλιστική Σκέψη”―

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΠΟΣΟ ΜΑΡΞΙΣΤΗΣ ΕΊΝΑΙ Ο ΜΑΡΞ;

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΝΤΕΡΙΝΤΑ

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΤΗΤΑ