ΖΗΝΩΝ

                                             ΖΗΝΩΝ
Ο Ζήνων είχε την τύχη να βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ογκόλιθους της νόησης, τον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη.  Είχε όμως την ατυχία να είναι ο πιο δυσνόητος και από τους δύο.  Έτσι την εποχή των “χριστιανικών πράξεων πίστης”, όπου οι βιβλιοθήκες εκαίοντο, πολύ λίγα απ’τα λεγόμενά του θεωρήθησαν άξια σωτηρίας.  Οι λίγες προτάσεις όμως που μας παραδόθηκαν, λόγω της αμφισημίας των, έχουν απασχολήσει όσο τίποτε άλλο τους διανοητές ανά τους αιώνες και ακόμα συζητούνται.
Τα όρια της νόησης ως συνειδητή πρακτική, υπάρχουν ανάμεσα στον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη, από τη μια η Διαλεκτική και από την άλλη ο Ορθολογισμός.  Ο Ζήνων ήταν μαθητής και φίλος του Παρμενίδη, όμως καταλήγει από έναν άλλο “αρνητικό δρόμο” στον Ηράκλειτο μαχόμενη τις απόψεις του Παρμενίδη.  Ο Αριστοτέλης τον αναφέρει σαν πατέρα της Διαλεκτικής, όμως παρακάμπτοντας τον Αναξίμανδρο και τον Ηράκλειτο, φαίνεται ότι “διαλεκτική” θεωρεί κάποιο είδος σοφιστικής, που μάλλον χρεώνει αρνητικά το Ζήνωνα.   Στην παρούσα εργασία ο Ζήνων, μαζί με τον Αναξίμανδρο και τον Ηράκλειτο, θεωρείται ένας απ’τους τρεις μεγάλους της διαλεκτικής σκέψης.  Βέβαια όλοι οι λεγόμενοι προσωκρατικοί “φυσιολόγοι” της αρχαιότητας ήταν ως ένα μεγάλο βαθμό διαλεκτικοί, αλλά επέλεγω αυτούς τους τρεις γιατί δεν κανουν καμιά ορθολογική παραχώρηση εις βάρος της διαλεκτικής σκέψης.  Μολονότι κάποιοι σύγχρονοί μας μαθηματικοί κοπίασαν να φορέσουν να ξύλινα παπουτσάκια του ορθολογισμού στο Ζήνωνα παρακάμπτοντας την αμφισημία του αποφαινόμενοι ότι οι ρήσεις του έχουν πλέον περάσει στην ιστορία. Γνώμη μου είναι ότι κάνουν λάθος.  Εγώ στο έργο του Ζήνωνα διακρίνω μαξί με την κριτική στον Ορθολογισμό, μιαν αληθινή Αρνητική Διαλεκτική η οποία συμπληρώνει τις απόψεις του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου, διεγείροντας ακόμα τη φαντασία του διανοητή.

       ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ ΦΥΣ. 140, 34
ει μη έχοι μέγεθος το ον, ουδ'αν είη, ει δ'έστιν ανάγκη έκαστον μέγεθός τι έχειν και πάχος και απέχειν αυτού το έτερον από του ετέρου,  και περί του προύχοντος ο αυτός λόγος,  και γαρ εκείνο έξει μέγεθος και προέξει αυτού τι, όμοιον δη τούτο.   άπαξ τε ειπείν και αεί λέγειν.   ουδέν γαρ αυτού τοιούτον έσχατον έσται. ούτε έτερον προς έτερον ουκ έσται.  ούτως ει πολλά έστιν, ανάγκη αυτά μικρά τε είναι και μεγάλα, μικρά μεν ώστε μη έχειν μέγεθος, μεγάλα δ'ώστε άπειρα είναι.
   [Δεν υπάρχει κάτι χωρίς μεγεθος, αν υπάρχει πρέπει να έχει μέγεθος και όγκο και κάποια απόσταση από κάποιο άλλο.  Το ίδιο ισχύει και για το μεταξύ τους περιθώριο αναλόγως. Γιατί και αυτό θα πρέπει να έχει μέγεθος και πάντα να περισσεύει κάτι αναλόγως. Θα το πω μια για πάντα: δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου, ούτε του σώματος ούτε του περιθωρίου. Επίσης δε μπορεί κάτι να υπάρξει από μόνο του. Έτσι αν υπάρχουν πολλά, είναι ανάγκη να είναι συγχρόνως μικρά και μεγάλα. Τόσο μικρά που να μην έχουν μέγεθος, τόσο μεγάλα που να είναι απείρου μεγέθους].
         Απ’αυτό το απόσπασμα οι ορθολογιστές παραμερίζοντας την αμφισημία του Ζήνωνα κρίνουν ότι τα Πολλά, λόγω της αντιφατικότητάς τους, δεν μπορούν να υπάρξουν.  Αυτή όμως είναι μια απλουστευμένη αντίληψη που πτωχαίνει τον πολυσήμαντο χαρακτήρα και την αμφισημία  των λεγομένων του Ζήνωνα.  Εγώ αντίθετα πιστεύω ότι: ο Ζήνων με την σχετικότητα Μεγάλου και Μικρού, Ενός και Πολλών, δείχνει ότι τα Πολλά με το Ένα συνιστούν μία αδιαχώριστη αντιφατική ενότητα, όπου η μία έννοια γεννά την άλλη, αλλά συγχρόνως την μάχεται κιόλας.
       Εδώ παρουσιάζεται η Αντιφατικότητα Γυμνή, το Είναι ως Καθαυτή Ουσία, το Εν Δυνάμει Είναι,  που περιέχει όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα.  Αυτή λοιπόν η μονάδα δεν ταιριάζει καθόλου με το Εόν του Παρμενίδη. Όπως αναφέραμε το Εόν του Παρμενίδη έχοντας αντιθετική φύση, δέχεται έσχατα-αναλλοίωτα-απαραβίαστα, δηλαδή στοιχεία Φωτός και Σκότους, [πυρίδια (φωτόνια) και σκοτόνια (αντιφωτόνια)]. Αυτά κατά τον Παρμενίδη συνθέτουν τον κόσμο, χωρίς κάποιο απ’αυτά να περισσεύει ή να υπερισχύει του άλλου, συνιστώντας σύμπαν ισόρροπο ως Όλον. Κι επειδή το σύμπαν του Παρμενίδη απορρίπτει το Μηδέν και το Κενό, αυτά τα στοιχειώδη δεν μπορούν να παραβιάσουν τα όρια μεταξύ τους, αφού δεν πρέπει να έχουν περαιτέρω δομή, μοιάζοντας κάπως με τ’άτομα του Δημόκριτου.  Λέει ο Παρμενίδης: «αυτάρ επεί πάντα φαός και νυξ ομόμασται και κατά τάς σφερέρας δυνάμεις από τοίσι τε και τοις, παν πλέον εστίν ομού φάεος και νυκτός αφάντου όσων αμφοτέρων, επεί ουδετέρω μετά μηδέν».   [Όλα συνετέθησαν από φως  και σκότος, παίρνοντας μορφές με τις δικές τους δυνάμεις και μετά από σκληρή πάλη, τελικά όμως ότι μένει και περισσεύει είναι τόσο φως, όσο σκότος ίσα μεταξύ τους. Γιατί μετά από αυτά δεν μπορεί να υπάρξει το Μηδέν].
      Η αποδοχή της ύπαρξης στοιχειωδών εσχάτων φωτός και σκότους δεν αναφέρεται απ’τον Παρμενίδη μα συνάγεται. Επίσης γνωρίζουμε ότι ο “δάσκαλός” του Ξενοφάνης, ισχυρίζεται ότι ο ήλιος συντίθεται κάθε πρωί και αποσυντίθεται κάθε βράδυ από έσχατα ελαχίστου μεγέθους φωτονιακά στοιχειώδη, τα πυρίδια. Και σύμφωνα με μαρτυρία του Αριστοτέλη,  ο Εμπεδοκλής  δέχεται ότι το φως διαδίδεται με τη μορφή σωματιδίων, που ξεκινούν από τον ήλιο, ταξιδεύουν στον ενδιάμεσο χώρο και τελικά φτάνουν στη γη, αλλά αυτό δεν το αντιλαμβανόμεθα λόγω της μεγάλης ταχύτητας: Εμπεδοκλής φησιν αφικνείσθαι πρότερον το από του ηλίου φως εις το μεταξύ πριν προς την όψιν η επί την γην… Εμπεδοκλής έλεγεν απορρέον το φως σώμα ον εκ του φωτίζοντος σώματος, γίγνεσθαι πρώτον εν τω μεταξύ τόπω της γης και του ουρανού,  είτα αφικνείσθαι προς εμάς, λανθάνει δε την τοιαύτην αυτού κίνησιν διά την ταχυτήτα.    Αντίθετα μ’αυτούς ο Ζήνων δηλώνει σαφώς, ότι δεν μπορεί να υπάρξει έσχατο μέρος κάποιου σώματος ή ουσίας. Έτσι η “μονάδα” του Ζήνωνα, αντίθετα με το Εόν του Παρμενίδη, πρέπει να έχει αντιφατική φύση.   Ο Ζήνων εκτός του ότι δεν δέχεται την ύπαρξη εσχάτου στοιχειώδους, επίσης δεν δέχεται την ύπαρξη εσχάτου περιθωρίου ανάμεσα στα πράγματα αλλά συγχρόνως ότι τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του. Έτσι τα αντίθετα υπάρχουν, αλλά προεκτείνονται το ένα βαθιά μέσα στο άλλο, χωρίς ν’αφήνουν έσχατο περιθώριο απόλυτης αυτονομίας μεταξύ τους συνιστώντας μιαν ενότητα αντιφατική.  Αυτή η μονάδα λοιπόν συμπίπτει με τον Λόγο του Ηράκλειτου και με το αντιφατικό στοιχειώδες του Αναξίμανδρου. Το αντιφατικό στοιχειώδες δικαιολογεί την ακαριαία αλληλεπίδραση των όποιων αντιθέτων στοιχειωδών, αφού τείνοντας προς το μηδέν, τείνει συγχρόνως προς το άπειρο, όντας συγχρόνως ακίνητο κι ακαριαίο (αφού το κινούμενο ακαριαία, βρίσκεται συγχρόνως στο σημείο που ξεκίνησε, μα καί σε όλα τα σημεία του σύμπαντος, έχοντας διασταλλεί στο άπειρο αλλά συγχρόνως και συσταλλεί στο μηδενικό σημείο της εκκίνησης).

      ΔΙΟΓΕΝΗΣ  ΙV 72
το κινούμενον ούτ'εν ω τόπω έστι κινείται, ούτ'εν ω μη έστι.
[Το κινούμενο δεν κινείται ούτε εκεί που βρίσκεται, ούτε εκεί που δεν βρίσκεται].
     Έχει πει ο Χέγκελ ότι: «κάτι κινείται όχι επειδή τη μια στιγμή βρίσκεται εδώ και την άλλη αλλού, αλλά επειδή την ίδια χρονική στιγμή βρίσκεται εδώ και όχι εδώ», δηλαδή τονίζει ο Χέγκελ «η κίνηση είναι είναι αντιφατική». 
       Φαίνεται ότι η αντιφατικότητα της κίνησης απασχολούσε τους διανοητές και στην εποχή του Ζήνωνα. Είναι γι’αυτό που ο Ζήνων μιλούσε για “κινούμενο” που “δεν κινείται” και οι σχολαστικοί απεφάνθησαν ότι ο Ζήνων απορρίπτει την έννοια της κίνησης.  Είναι πιθανόν, κάποιος “Χέγκελ” της εποχής εκείνης, (σ’εμάς  τώρα άγνωστος), προσεγγίζοντας την “αντιφατικότητα της κίνησης”, την εδέχετο ως “αντιφατικότητα της μετακίνησης”.  Ο Ζήνων λοιπόν θέτει το θέμα σε διαφορετική βάση:  Η κίνηση για τον Ζήνωνα, τον Ηράκλειτο και τον Αναξίμανδρο (όπως έχουμε ήδη περιγράψει) συμπίπτει με το γίγνεσθαι και την αλλαγή. Τα πράγματα αληθινά δεν κινούνται, γιατί σε κάθε θέση είναι Άλλα-Διαφορετικά. Κάθε τι που καταλύεται-συντιθέμενο για να μπορεί να υπάρξει, όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού και με τη διαδικασία αυτή, συγχρόνως μετακινείται.  Έτσι «δεν κινείται ούτε εκεί που βρίσκεται ούτε εκεί που δεν βρίσκεται», αλλά αληθινά κινείται μέσα στον εαυτό του, όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού.  Για τον λόγο αυτό ο Χρόνος ως διάρκεια πραγματικά δεν υπάρχει, αφού όλα καταλύονται-συντιθέμενα όντας Διαφορετικά-Άλλα-Αλλού.   Στο απόσπαμα αυτό διαφαίνεται ότι καί ο Τόπος σαν έκταση και γενικό υπόβαθρο εξελίξεων πραγματικά δεν μπορεί να υπάρξει. Αληθινά τόπος είναι μόνον ότι το όν περιλαμβάνει μέσα του κατά τη διάρκεια της εξέλιξής του, κάτι που είναι συνεχώς αυτοαναιρούμενο αφού συνεχώς αλλάζει.  Ο χώρος λοιπόν και χρόνος ως καθαυτά υπάρχουν σαν μια ενότητα του απείρως μικρού και του απείρως μεγάλου, δηλαδή συμπίπτουν με την αντιφατικότητα γυμνή, η οποία είναι μια χωρο-χρονική ενότητα όπου ο χώρος και ο χρόνος δεν μπορούν να διαχωριστούν.

           ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ ΦΥΣ, 562, 3
ει έστιν ο τόπος εν τινι έσται,  παν γαρ έν τινι,  το δ'έν τινι και εν τόπω έσται άρα και ο τόπος εν τόπω και αυτό επ'άπειρον. (ουκ άρα έστιν ο τόπος).
    [Αν υπάρχει τόπος, βρίσκεται μέσα σε κάτι, αφού κάθε τι πρέπει να βρίσκεται σε κάτι· καί αυτό το κάτι όμως, πρέπει πάντα να βρίσκεται σε κάποιο τόπο, κάθε τόπος λοιπόν βρίσκεται σε κάποιο τόπο και αυτό επ’άπειρον,  (άρα δεν υπάρχει τόπος)].
(Το συμπέρασμα “άρα δεν υπάρχει τόπος” θεωρώ πρόσθετη επεξήγηση του Σιμπλίκιου που μ’αυτό τον τρόπο θέλει να ορθολογήσει τον Ζήνωνα αφαιρώντας του την αμφισημία).
     Εδώ πάλι επιβεβαιώνεται η αντίληψη του Ζήνωνα για τη σχετικότητα του χώρου, που παίρνει αξία ανάλογα με τις περιστάσεις. Στο προηγούμενο απόσπασμα διαιρώντας συνεχώς κάτι, καταλήγει στη σχετικότητα μεγάλου και μικρού, Ενός και Πολλών. Εδώ ακολουθώντας αντίθετο δρόμο, προσθέτοντας διευρύνει τον χώρο στο άπειρο. Το άπειρο όμως του Ζήνωνα είναι συγχρόνως και μηδενικό, αναγκάζοντας τον χώρο να καταλήγει στην γυμνή αντιφατικότητα που ορίσαμε προηγουμένως για τον χρόνο.
      Όσο χωρίζουμε έναν συγκεκριμένο όγκο σε μέρη, αυτά μικραίνουν, ενώ ο όγκος μεγαλώνει λόγω των κενών διαστημάτων ανάμεσα στα μέρη. Τείνοντας λοιπόν για άπειρες τμήσεις μηδενικών μεγεθών ο τεμαχιζόμενος όγκος τείνει για άπειρο, όντας συγχρόνως μηδενικός. Δηλαδή ενώ έχουμε χώρο πεπερασμένο και συγκεκριμένο, αυτός μέσω της διαίρεσης τείνει σε άπειρο και αόριστο.  Το ίδιο ισχύει και με τον χρόνο.  Ο Χρόνος ως καθαυτός είναι Πάντα μόνο Τώρα. Το Τώρα είναι ένα φθίνων προς το μηδέν τμήμα, μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, το οποίο Μηδενικό τμήμα υπάρχει Πάντα, όντας Άπειρης διάρκειας, (δηλαδή Είναι-Πάντα Μηδενικός-Άπειρος).
      Στη διαλεκτική αυτών των διανοητών, η πρόσθεση δεν μπορεί χωρίς την αφαίρεση, η διαίρεση,  χωρίς τον πολλαπλασιασμό, αλλά ούτε η μεγένθυση χωρίς την σμίκρυνση, .
      Συνοψίζοντας ότι είπαμε και ξαναβλέποντας τον πιθανό τρόπο που εννοούσε ο Ζήνων το γίγνεσθαι  και γενικά την αμφισημία των νοημάτων και την αντιφατικότητα των όντων, πρέπει να δεχτούμε ότι ο κόσμος υπάρχει με δύο τρόπους που μολονότι είναι αντίθετοι μεταξύ τους, ο ένας δεν αναιρεί τον άλλον αλλά σε προέκταση τον ολοκληρώνει:
    Α.  Υπάρχει ως κάποιο συγκεκριμένο υλικό γεγονός, που κάθε στιγμή είναι μοναδικό κι αλληλοκαθορίζεται έχοντας σαν όρια ύπαρξης τα άλλα συγεκριμένα υλικά γεγονότα.  Αυτός ο αλληλοκαθορισμός γίνεται σε στενότερη ή ευρύτερη συνάφεια που περιγράφεται σε μια κλίμακα σχέσης του συγκεκριμένου-Ενός υλικού γεγονότος με τα Πολλά-Άλλα.  Η κλίμακα αυτή ξεκινά απ'την αντιπαράθεση με τον ίδιο τον εαυτό, περνά στα γεγονότα του στενότερου περιβάλλοντος, μετά του ευρύτερου και τέλος με το Σύμπαν που είναι ο απώτατος, ο αιώνια Άλλος εαυτός, που αναγκάζει το γεγονός να είναι πάντα διαφορετικό.  Υπ’αυτή την έννοια το πεπερασμένο υλικό γεγονός, είναι αυτό το ίδιο άπειρο αφού έχει διαστάσεις που μας απαγορεύουν να το οριοθετήσουμε απόλυτα.  Για τον λόγο αυτό, που γενικά είναι κι η αιτία της συνεχούς αλλαγής, κάθε
συγκεκριμένο έχει τρόπο να είναι αιώνιο στην εξέλιξή του και άπειρο.  Αυτό λοιπόν που θεωρείται Μικρό, έχοντας απεριόριστο και συνεχή διάλογο με τον περίγυρο, κοινωνεί του απείρου, αφού έχοντας κάτι από όλα τα άλλα Πολλά και δίνοντας σ’αυτά κάτι, είναι άπειρο και με έναν άλλο δικό του τρόπο.
     Β.   Υπάρχει η καθολικότητα αυτών των αλληλοκαθορισμών, που κάθε στιγμή είναι μοναδική και πάντα διαφορετική.    Αν δεχτούμε ότι όλα αλλάζουν κάθε στιγμή, το Όλον δεν μπορεί παρά να νοηθεί σαν μια συνεχής και ακαριαία έκρηξη αλλαγής. Αυτή όμως η έκρηξη που αφορά το Όλον όντας ακαριαία, δηλαδή αναχωρεί-επιστρέφοντας πίσω, όντας μια συνεχής και ακαριαία παλμική κίνηση, μολονότι υπάρχει, λόγω του ακαριαίου δεν φαίνεται. Αυτή είναι η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι. Η καθολικότητα, αυτή που εκτινάσσεται στο άπειρο και συγχρόνως συμπτύσσεται στο μηδέν όντας συνεχώς Άλλη, είναι ο δυναμικός αιθέρας των Μιλησίων. (Αυτός ο αιθέρας δεν έχει καμιά σχέση με την αντίληψη περί του αδρανούς αιθέρα των ευρωπαίων του 19ου αιώνα, τον οποίον απέρριψαν τα πειράματα Μίκελσον-Μόρλυ, αλλά με το υποκβαντικό εν δυνάμει επίπεδο του κόσμου όπως το αναφέρει ο Χάιζενμπεργκ).
      Υπάρχουν δύο απειροστικοί τρόποι που ορίζουν τον κόσμο: Ο ένας είναι το απείρως Μεγάλο, που είναι η αντιφατικότητα γυμνή, χωρίς άλλο χαρακτήρα ή με όλους τους χαρακτήρες μαζί Εν Δυνάμει,  ο άλλος είναι το Μικρό, το οποίο όπως όρισε ο Ζήνων, είναι μηδενικό και άπειρο, ακίνητο και ακαριαίο, που επίσης είναι η αντιφατικότητα γυμνή και το Εν Δυνάμει Είναι.
      Σύμφωνα με τη διαλεκτική αυτών των διανοητών, το μεγάλο και το μικρό συνιστούν μιαν ενότητα, δηλαδή τη γυμνή αντιφατικότητα, που είναι το αντιφατικό στοιχειώδες. Εκεί το μεγάλο βυθίζεται στο μικρό κάνοντάς το να είναι, ενώ το μικρό διαστέλλεται στο μεγάλο, κάνοντάς το να είναι. Το αντιφατικό στοιχειώδες είναι η ενότητα του Όλου που διαστέλλεται-συστελλόμενη, συντιθέμενη-καταλυόμενη ακαριαία, όντας το έσχατο υπόβαθρο του κόσμου απ’όπου απορρέουν τα πάντα.
       Η αφηρημένη αυτή καθολικότητα, η μέγιστη συνέχεια ασυνεχών συγκεκριμένων αλληλοκαθορισμών είναι μια νέα εξύψωση του συγκεκριμένου.  Αυτή είναι η Αέναη Κίνηση ως Ουσία καθαυτή.  Για διανοητές όπως ο Αναξίμανδρος, ο Ηράκλειτος και ο Ζήνων η κίνηση δεν είναι ιδιότητα των πραγμάτων, αλλά τα πράγματα είναι ιδιότητες της Κίνησης Ουσίας, (ως καταλυτικο-συνθετικής διαδικασίας).  Έτσι τα πράγματα είναι αποτέλεσμα κινητικής πλοκής που εξελισσόμενη μέσα τους τα πραγματοποιεί, κάνοντάς τα να αλλάζουν, όντας Άλλα-Όμοια και Διαφορετικά απ’τον εαυτό τους.  Επειδή λοιπόν η Ταυτότητα κάποιου πράγματος ή γεγονότος με τον εαυτό του, ως καταλυτικο-συνθετική είναι αντιφατική, δεν δικαιούται να φύγει αυτή η ίδια, αφού το γεγονός που εκπροσωπεί, “κινούμενο” Είναι-ΜηΌντας-Άλλο-Αλλού.  Γι’αυτό κάθε τι για τους διανοητές αυτούς, συμπίπτει με το Γίγνεσθαι (την κίνηση ως ουσία) όπου κάθε γεγονός ή πράγμα είναι ένας ξεχωριστός κώδικας κινητικής πλοκής*.
     *Ο Αριστοτέλης με μια μονοκονδυλιά διέγραψε αυτή την αντίληψη ορίζοντας τη σχέση πραγμάτων και κίνησης με αντίθετο τρόπο:  Φυσικά 200b3Ι έως 201α3: Το γαρ κινητικόν, κινητικόν του κινητού και το κινητόν,  κινητόν υπό του κινητικού. ουκ έστι δε κίνησις παρά τα πράγματα. Μεταταβάλλει γαρ αεί το μεταβάλλον ή κατ'ουσίαν ή κατά ποσόν ή κατά ποιόν ή κατά τόπον,  κοινόν δ'επί ουδέν έστι λαβείν ως φαμέν… ωστ'ουδέ μεταβολή ουθενός έσται παρά τα ειρημένα, μηδενός γαρ παρά τα ειρημένα…. 
[Το κινούν κινεί το κινούμενο και το κινούμενο κινείται από το κινούν, δεν υπάρχει κίνηση πέραν των πραγμάτων (είναι ιδιότητα των πραγμάτων)· Το μεταβάλλον πάντα μεταβάλλει το μεταβαλλόμενο κατά την ουσία, το ποσόν, τη μορφή ή τη θέση, τίποτα απ’αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί κοινή ουσία ή κοινή ιδιότητα, ώστε η κίνηση ή η μεταβολή δεν μπορεί να υπάρξει πέρα από αυτά που αναφέραμε].

Για να κατανοήσουμε τον τρόπο που αντιλαμβάνετο την κίνηση ο Ζήνων ας ξαναδούμε την κίνηση με τα μάτια του Ηράκλειτου, αφού μόνο έτσι μπορούν να ερμηνευτούν οι αινιγματικές του απόψεις περί κίνησης:  Τα γεγονότα και οι ουσίες του κόσμου μας είναι σαν το ποτάμι, που μέσα του ρέουν νερά κάνοντάς τα να είναι Αυτά συνεχώς Άλλα όμοια με τον εαυτό τους. Τό νερό κυλώντας στον ποταμό, χύνεται στην θάλασσα, εξατμίζεται και με την βροχή ξαναγυρίζει στον ποταμό κάνοντάς τον πραγματικότητα. Το νερό αποτελείται από στοιχειώδη που καί αυτά ακολουθούν την ίδια διαδικασία ύπαρξης. Αφού όλες οι ουσίες “αλλάζουν βίαια και γρήγορα, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενες, φεύγουν-επιστρέφοντας στο σύμπαν ακολουθώντας μια ευθεία διαδρομή, η οποία ως -Μεγαλη Ευθεία πορεία ωφείλει να είναι κυρτή-, ή ακόμα επειδή -η ευθεία πορεία στο σύμπαν είνα αποτέλεσμα κυρτής διαδρομής, όπως η περιστροφή του κοχλία-”.
     Όλα λοιπόν τα σώματα, ακόμα και τα στερεά (που από δω και μπρος θα ονομάζουμε γεγονότα), καταλύονται-συντιθέμενα από άλλα μικρότερα υποσωμάτια ή υπογεγονότα, που διαπερνώντας τις ουσίες ταξιδεύουν στο σύμπαν κι επιστρέφοντας στο γεγονός από το οποίο πέρασαν, το επαληθεύουν στη θέση που βρίσκεται.  Το ίδιο συμβαίνει και με τα στοιχεώδη υπογεγονότα που συνιστούν καταλυόμενα-συντιθέμενα τα γεγονότα· καί αυτά καταλύονται-συντιθέμενα από άλλα μικρότερα και αυτό συνεχίζεται επ’άπειρον, δηλαδή ως το  “Αείζωον Πυρ”  του  Ηράκλειτου, όπου καταλήγουμε στο έσχατο επίπεδο του κόσμου, που  είναι ο Δυναμικός Αιθέρας των Μιλησίων, η  αντιφατικότητα γυμνή, το ακίνητο κι ακαριαίο, το Εν Δυνάμει Είναι.

Σύμφωνα με ότι συνάγουμε από τα λεγόμενα του Αναξίμανδρου, του Ηράκλειτου και του Ζήνωνα σύμπαν είναι άπειρο κι ανοικτό, έχοντας αποτέλεσμα ένα αληθινό γίγνεσθαι.  Γι’αυτό η αναχώρηση-επιστροφή των στοιχειωδών που συνιστούν αλυσιδωτά τα όντα, δεν είναι απόλυτα κυκλική αλλά πυκνή σπειροειδής 'οπως στον κοχλύα. Κάθε μια αναχώρηση-επιστροφή είναι ένα είδος διάψευσης-επαλήθευσης, όπου η καταλυτική-συνθετότητα του γεγονότος να μην το πραγματοποιεί απόλυτα στην ίδια θέση αλλά λίγο πιο κει, έχοντας σαν αποτέλεσμα και την μετακίνησή του. Η μετακίνηση λοιπόν κάποιου όντος, είναι αποτέλεσμα της εσωτερικής αντιφατικής καταλυτικο-συνθετικής του πλοκής, δηλαδή του Γίγνεσθαι ως Ουσίας.
     Από την καταλυτική-συνθετότητα των σωμάτων η γεγονότων του Ηράκλειτου, θα πρέπει να συνάγουμε ότι ακολουθούνται από ένα απείρως σύνθετο κύμα ροής-αντιροής υπογεγονότων αλυσιδωτών επιπέδων, τα  οποία κάθε φορά καταλύονται-συντιθέμενα, φεύγουν-επιστρέφοντας με το δικό τους σύνθετο τρόπο στο Σύμπαν, προϊδεάζοντάς μας για την έννοια ενός ιδιόμορφου πεδίου. Κάθε μικροσωμάτιο για τον Ηράκλειτο είναι μια δύνη Αείζωου Πυρός, δηλαδή ενεργείας. Αυτό εκπέμπει-λαμβάνοντας ενέργεια για να μπορεί να υπάρχει και με τον καταλυτικό-συνθετικό τρόπο που αναφέραμε πριν, κινείται κιόλας. Έτσι ένα στοιχειώδες σωμάτιο, όπως θα ισχυρίζετο και σήμερα ο Ζήνων, δεν κινείται  ούτε εκεί που βρίσκεται ούτε εκεί που δεν βρίσκεται, αλλά μέσα στον εαυτό του όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού και συμπίπτοντας με το Γίγνεσθαι.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι τα κβάντα ενεργείας είναι αυτά που κάνουν το ηλεκτρόνιο καταλυτικο-συνθετική πραγματικότητα. Όμως και αυτά έχουν την ίδια μοίρα: για να υπάρχουν κινούμενα με ταχύτητα 300.000 χιλ. ανά δευτερόλεπτο, κάποια άλλα υπογεγονότα τα συνιστούν περνώντας μέσα τους.  Είναι αυτά που με τη δική τους ροή-αντιροή κάνουν τα κβάντα να καταλύονται-συντιθέμενα για να γίνουν πραγματικότητα.  Έτσι κατά τη μετακίνηση ενός κβάντου με την λεγόμενη ταχύτητα του φωτός (300.000 χιλ.το δευτερόλεπτο), στον ίδιο χρόνο τα υπογεγονότα (υποκβαντικά) που αναχωρούν-επιστρέφοντας στο σύμπαν και τα συνιστούν, θα πρέπει να καλύπτουν ασύλληπτα μεγαλύτερες αποστάσεις στον ίδιο χρόνο. Αυτό γιατί τα υποκβαντικά αντιφατικά στοιχειώδη καλύπτουν το σφαιρικό σύμπαν όπως αυτό ανταποκρίνεται στην ευθύγραμμη μετακίνηση του κβάντου με το οποίο σχετίζεται.  Τα υποκβαντικά υπογεγονότα αυτά, κάνοντας πολυδιάστατες διαδρομές καταλυτικής-συνθετότητας, τελικά συμπίπτουν στην ίδια θέση με τα κβαντικά γεγονότα που πραγματοποιούν κι έτσι δεν φαίνεται η διαφορά. 

Επίσης πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα μ’αυτό το σκεπτικό, αφού κάθετι καταλύεται-συντιθέμενο όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού, τίποτα αληθινά δεν μπορεί να διαθέτει ταχύτητα, ούτε ο Χρόνος μπορεί να έχει την ιδιότητα της διάρκειας, αλλά ούτε ο Χώρος την ιδιότητα της έκτασης κάποιου συγκεκριμένου γεγονότος, ούτε και την έννοια του υπόβαθρου επάνω στο οποίο διεξάγεται η κίνηση.
      Κάθε γεγονός όντας αποτέλεσμα ροής-αντιροής τέτοιων υπογεγονότων, ακολουθείται απ’αυτή τη διαδικασία της ροής-αντιροής-καταλυτικής-συνθετότητας έως το Όλον. Έτσι ο Χώρος σαν το έσχατο επίπεδο του Είναι, δηλαδή μηδενικό και άπειρο, ακίνητο και ακαριαίο υπάρχει ως έσχατη χωρο-χρονική-ουσιακή σχέση, δηλαδή Εν Δυνάμει Είναι.  Το κβάντο ενεργείας λοιπόν σύμφωνα με τις απόψεις αυτών των διανοητών, θα έκανε απεριόριστες ανταλλαγές κι αλληλεπιδράσεις με το Σύμπαν έτσι που δε θά’ταν υπερβολή να πούμε ότι το Σύμπαν γεννά το κβάντο, αλλά συγχρόνως το κβάντο επιστρέφει το χρέος του απέναντι στο Σύμπαν, παίζοντας ρόλο γενεσιουργό.  Δηλαδή με την ανταλλαγή μηνυμάτων από το κβάντο στο σύμπαν και αντίθετα το ένα διαμορφώνει με τον τρόπο του το άλλο, παίζοντας ρόλο δημιουργικό.
      Αυτές οι εκπομπές ανταλλαγής μηνυμάτων, συνιστούν κλίμακες αναχώρησης-επιστροφής, που ξεκινούν απ’το μήνυμα που αποτείνεται στον εαυτό, μετά στο εγγύτατο περιβάλλον, μετά στο απώτατο και τελικά στο Σύμπαν που είναι ο αντίθετος εαυτός, παίρνοντας συγχρόνως απόκριση απ’όλα αυτά ξεχωριστά. Το μήνυμα που αποτείνεται στον εαυτό θέλοντας να είναι πάντα εκεί, αποτείνεται προς το μηδέν, κινούμενο αντίθετα προς το Όλλυσθαι. Το μήνυμα που αποτείνεται προς το Σύμπαν δεν επιστρέφει ποτέ γιατί αυτό κινείται προς το Γίγνεσθαι, το Άπειρο.  Και τα δύο αυτά μαζί όμως συνιστούν μια χωροχρονική ενότητα  εκπροσωπώντας  το ακίνητο και ακαριαίο του Ζήνωνα δηλαδή το Εν Δυνάμει Είναι, που στη μορφή αυτή είναι η ακαριαία παλμική γενεσιουργός κίνηση του σύμπαντος, που όντας ακαριαία δεν φαίνεται. [Για περισσότερες πληροφορίες γύρω από την αντιφατική μονάδα ο ενδιαφερόμενος ας δει στην εργασία μου “Λογική Πράξη και Γλώσσα” εκδ. Δωδώνη 1994 ή την εργασία μου περί “Διαλεκτικής Σκέψης” στην ανάρτησή μου thodoroskavasis.blogspot.com].

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ
Υπάρχουν μαρτυρίες για τέσσερα παράδοξα της κίνησης που αποδίδονται στον Ζήνωνα.
        Για ευκολία θα τα συνοψίσω στην κίνηση του βέλους:
Α.  Ένα βέλος που εκτοξεύεται, για τα φτάσει στο στόχο πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσον της διαδρομής από το τόξο στον στόχο. Όμως πριν απ’αυτό πρέπει να φτάσει στο μισό της μισής διαδρομής κι αυτό επ’ άπειρο. Το βέλος λοιπόν “έστηκεν”, έμεινε ακίνητο.
Β.   Ένα βέλος που εκτοξεύεται, για να φτάσει στο στόχο πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσον της διαδρομής από το τόξο στο στόχο.  Μετά πρέπει να φτάσει στο επόμενο μισό της μισης διαδρομής κι αυτό επ’άπειρον.  Το βέλος δεν φτανει ποτέ στον στόχο.
Γ.   Ένα βέλος στοχεύει μια χελώνα που προχωρεί, την στιγμή που την πλησιάζει, αυτή πάει λίγο πιο κει και αυτό επ’άπειρον.  Το βέλος μολονότι είναι πολύ ταχύτερο από την χελώνα ποτέ δεν την φτάνει.
Δ.   Λέγεται ότι στο τέταρτο παράδοξο του Ζήνωνα υπάρχει σύγχυση στην παράδοση των διαφόρων κειμένων, ίσως γιατί δεν έγινε ποτέ κατανοητό.  Εγώ θα χρησιμοποιήσω αυτό που αναφέρεται από τις εκδόσεις Κάκτος, όπως το παραδίδει ο Αριστοτέλης στα Φυσικά Ζ 9 239b 33:  περί των εν σταδίω κινουμένων εξ εναντίας ίσων όγκων παρ'ίσους, των μεν από του τέλους του σταδίου των δε από του μέσου, ίσων τάχει εν ω συμβαίνειν, |οίεται|, ίσων είναι χρόνον τω διπλασίω των ήμισυν.
[Όταν σ’ένα στάδιο κινούνται σώματα ίσων όγκων αντιθέτως, άλλα ξεκινώντας απ’το μέσον του σταδίου και κατευθύνονται πρός το τέρμα κι άλλα ξεκινώντας απ’το τέρμα και κατευθύνονται προς την αφετηρία, (νομίζει ο Ζήνων), πως μολονότι κινούνται με την ίδια ταχύτητα και στον ίδιο χρόνο, τελικά τα μεν διανύουν μισή απόσταση από τα δε].

Θα προσπαθήσω να διερευνήσω το Δ. νοητικό πείραμα από διαφορετικές όψεις, λόγω της ασάφειας που προσφέρεται:
α.  Το σώμα που κινείται αντίθετα από το τέρμα προς την αφετηρία, έχει να διανύσει διπλάσια  πορεία  από  αυτό που κινείται από το μέσον της διαδρομής προς το τέρμα.  Αν αυτά τα δύο σώματα κινούνται με την διαδικασία της τομής της πορείας στη μέση, είναι φυσικό να έλθει η στιγμή, κατά την οποίαν καί τα δύο θα πλησιάζουν στο σκοπό τους χωρίς να τον επιτυγχάνουν, αφού καί των δύο η απόσταση από το σκοπό τους θα τείνει προς το μηδέν αλλά ποτέ δε θα μηδενίζεται.  Θα έχουν λοιπόν διανύσει σχεδόν διπλάσια απόσταση το ένα από το άλλο στο ίδιο χρόνο και με την ίδια ταχύτητα. Η διαφορά του ενός από το άλλο συνεχώς θα λιγοστεύει αλλά πάντα θα υπάρχει κάποια, η οποία θα τείνει κι αυτή προς το μηδέν. (Αυτός είναι και ένας βηματισμός προς τον απειροστικό λογισμό).
β.  Τώρα ας αλλάξουμε λίγο το νοητικό αυτό πείραμα, βάζοντας δύο σώματα ίσου μεγέθους να κινούνται, το ένα από την αφετηρία προς το τέρμα και το άλλο απ’το μέσον της διαδρομής προς το τέρμα, με την ίδια ταχύτητα και στον ίδιο χρόνο. 
       Ακολουθώντας πάλι  την διαδικασία τομής της πορείας τους  στη μέση, συμβαίνει το εξής:   Όταν το ένα σώμα τείνει να φτάσει για το τέρμα, συγχρόνως τείνει και το άλλο να φτάσει επίσης. Μολονότι είχαν απόσταση μισού σταδίου, το δεύτερο έχει κολλήσει στο πρώτο κι η απόστασή τους έχει μηδενιστεί.
γ.  Ας δούμε τώρα την κίνηση ενός μοναδικού σώματος πάνω σ’αυτό το ιδιόμορφο σταδιο:  Το κινούμενο σώμα έχει συγκεκριμένο μήκος Α―Β (με Α την αρχή του και Β το τέλος του).  Ας υποθέσουμε ότι το σώμα ακολουθεί κι αυτό τη διαδικασία της τομής της πορείας στη μέση.   Υπολογίζοντας την απόσταση του σώματος από την αρχή του Α, προς το τέρμα και την ίδια στιγμή υπολογίζοτας την απόσταση του σώματος από το τέλος του  Β προς το τέρμα, διαπιστώνουμε ότι κάποια στιγμή το τέλος και η αρχή του σώματος τείνουν να φτάσουν συγχρόνως στο τέρμα της διαδρομής. Αυτό σημαίνει ότι το σώμα έχει χάσει σχεδόν όλο το μήκος του τείνοντας να μηδενιστεί. Δηλαδή το κινούμενο χάνει μέρος απ'το μήκος του κατά την διεύθυνση της πορείας του.
     Αν τώρα το μήκος του πορευομένου σώματος υπολογιστεί από την αρχή Α του πορευομένου σώματος προς το τέρμα και συγχρόνως από το τέλος του σώματος Β προς την αφετηρία, τότε το σώμα διαστέλλεται πρός τη δεύθυνση της πορείας του.
     Το παράδοξο αυτό αποδέχεται και η σύγχρονη σχετικιστική επιστήμη:  Ο Λόρεντζ έχει αποδείξει μαθηματικά ότι το κινούμενο μεταβάλλεται κατά την πορεία της κινησής του, άποψη που είναι θεμελιακή για τη θεωρία της σχετικότητας.

Στα παράδοξά του ο Ζήνων αναδεικνύει τις αντινομίες του ορθολογισμού και της χρήσης της τυπικής λογικής την οποίαν προσπάθησε να ορίσει ο Παρμενίδης, αλλά φαίνεται ότι είχαν αποδεχτεί άνευ όρων και μεγάλοι διανοητές όπως ο Πυθαγόρας, ο Ξενοφάνης και οι οπαδοί τους. Έτσι προκύπτει ότι ο Ζήνων δεν ήταν φερέφωνο του Παρμενίδη, αλλά ένας αξιόμαχος αντίπαλος-συζητητής με τον οποίον ο Παρμενίδης πρέπει να χαιρόταν ένα αιχμηρό διάλογο ευφυούς αντιπαλότητας.   Πέραν αυτού όμως ο Ζήνων ήθελε να τονίσει το ακανθώδες θέμα της σχετικότητας του χρόνου και του χώρου, το παράδοξο της κίνησης, όπως γίνεται αντιληπτή απ’τον ορθολογισμό και το παράδοξο της ταχύτητας. Αν όπως φαίνεται είχε αποδεκτεί την Ηρακλειτική άποψη, ότι τα όντα υπάρχουν ως καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι ροής-αντιροής υπογεγονότων, τότε οι έννοιες του χώρου, του χρόνου και της ταχύτητας δε μπορούν να γίνουν αντιληπτές με τον τυπικό αντικειμενικό τρόπο του Παρμενίδη και του Αριστοτέλη, αλλά ν’αναθεωρηθούν: Καταλυτικο-συνθετικά ο χώρος κι ο χρόνος συνιστούν ένα συνεχές, όπου χρόνος είναι η συχνότητα επανάληψης στοιχειωδών στη συγκεκριμένη θέση πραγματοποίησης του γεγονότος, ενώ χώρος είναι το μήκος κύματος που δημιουργείται από τη ροή των διερχομένων ποσών απ’τη συγκεκριμένη θέση. Κάθε ον λοιπόν καταλυτικο-συνθετικά είναι ένα γίγνεσθαι “ροής-αντιροής σε θέση” που συνεχώς αλλάζει. Αυτή η σχέση αλλαγής είναι μια χωρο-χρονική σχέση συχνότητας-μήκους κύματος, όντας το Είναι ως Κίνηση.
     Το βέλος λοιπόν για το οποίο γίνεται αυτή η συζήτηση, ως χωρο-χρονικό-καταλυτικο-συνθετικό γεγονός, πρέπει να γίνει αντιληπτό σαν κάτι διαφορετικό από ένα πράγμα.  Το βέλος υπ’αυτή την έννοια συνίσταται από την συχνότητα ροής-αντιροής υπογεγονότων των οποίων το μήκος κύματος είναι τόσο μεγαλύτερο, όσο μικρότερη είναι η συχνότητά τους.  Επίσης αυτό που καταλύεται-συντιθέμενο, όντας συνεχώς Άλλο-Αλλού, δε μπορεί να έχει ταχύτητα με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να την κατανοούμε.
      Ας συνοψίσουμε:
α.  Το κινούμενο σώμα, σύμφωνα με το πρώτο παράδοξο, θέλει να φύγει αλλά δε μπορεί.   Τείνει να φύγει συγχρόνως επιστρέφοντας. Δηλαδή κάνει τοπική περιστροφή γύρω από τον εαυτό του.  ― Έχει σπιν.
β.   Συμφωνα με το δεύτερο παράδοξο, το σώμα φεύγει αλλά λόγω της τομής της πορείας του στη μέση, εκτρέπεται από την ευθύτητά της ακολουθώντας πορεία κυρτή.
γ.   Σύμφωνα με το τέταρτο παράδοξο, το μήκος του σώματος αλλάζει κατά τη διεύθυνση της πορείας του. Μικραίνει υπολογιζόμενο από την αφετηρία, μεγαλώνει υπολογιζόμενο από το τέρμα.
       Έχουμε λοιπόν ένα κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά σώμα, το οποίο ακολουθεί πορεία κυρτή, έχει “σπίν”,  και το μήκος του μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της κίνησής του. Επιβραδύνεται-επιταχυνόμενο και τη στιγμή της κρούσης είναι μηδενικό και άπειρο, ακίνητο και ακαριαίο.  Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι τα κβαντικά αντικείμενα ή γεγονότα, αληθινά δεν μπορούν να αγγίξουν μεταξύ τους, γιατί όταν αγγίζουν παύουν να είναι αυτά, αλλά καταλύονται-εισερχόμενα στην ακαριαία ενότητα του εν δυνάμει επιπέδου του κόσμου, όντας ακίνητα και ακαριαία συγχρόνως.

Μετά απ’αυτό ας δούμε τα παράδοξα με μιαν άλλη ματιά.  Το βέλος εκτοξεύεται και το μήκος του μεγαλώνει προς τη διεύθυνση της φοράς του. Όταν πλησιάζει τον στόχο, λόγω της τομής της πορείας στη μέση, επιβραδύνεται-επιταχυνόμενο και τη στιγμή που η απόσταση βέλους και στόχου τείνει προς το μηδέν, η χωρο-χρονική σχέση είναι μηδενική και άπειρη.  Έτσι όταν η απόσταση τείνει προς το μηδέν το μήκος του βέλους τείνει προς το άπειρο και το βέλος αγγίζοντας τον στόχο είναι ακίνητο και ακαριαίο.  Δηλαδή το τόξο, το βέλος και ο στόχος συνιστούν μιαν ενότητα όπου συμβαίνουν τα εξής:  Για να αγγίξει το τόξο τον στόχο με το βέλος, το βέλος γίνεται άπειρου μήκους και η απόσταση μηδενίζεται ή τα τμήματα του βέλους γίνονται άπειρα μηδενικού μήκους. Έχουμε άπειρο μέτρο μήκους κύματος και μηδενική συχνότητα ή άπειρη συχνότητα και μηδενικό μέτρο μήκους κύματος (το αντιφατικό στοιχειώδες του Ζήνωνα).
       Ας υποθέσουμε τώρα ότι το βέλος εκτοξεύεται προς κάποιο στόχο στο διάστημα. Η “πρόθεση” του βέλους είναι να κινείται ευθύγραμμα και ομαλά προς το στόχο. Όμως οι τμήσεις της διαδρομής του στο μισό, είναι εκτροπές της πορείας του. Αυτό γιατί ο χώρος περιστρέφεται και λόγω της περιστροφής το βέλος εκτρέπεται από την πορεία του προς τον στόχο.  Το βέλος  για να προλάβει την περιστροφή επιταχύνεται,  όμως μ’όλο που η πορεία του τείναι να “ευθυγραμμίζεται” πάντα "χάνει" κάτι.  Για να μπορέσει το βέλος να προλάβει την περιστροφή, πρέπει να αποκτήσει ταχύτητα ακαριαία.  Το βέλος έχοντας ακριαία ταχύτητα, υποχρεούται να βρίσκεται παντού, άρα καί στην εκκίνηση καί στο τέρμα συγχρόνως.

Τώρα ας δούμε το θέμα αλλιώς:  Το βέλος τείνει για το στόχο, μα λόγω της περιστροφής του χώρου, εκτρέπεται της πορείας του.  Το βέλος λόγω της κυρτότητας της πορείας του κάνει πολλούς κύκλους αναχώρησης-επιστροφής και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα υποχρεούται να γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε. Αν το σύμπαν είναι κλειστό, το βέλος επαληθεύει τη θέση του από την αντίθετη πλευρά της κλείνοντας τον “κύκλο” του.  Από αυτήν την όψη ο στόχος είναι ο αντίθετος εαυτός του.  Αν το σύμπαν  είναι ανοικτό,το βέλος επιστρέφει κάποτε στη θέση που ξεκίνησε μα όχι απόλυτα, επαληθεύει-διαψεύδοντας τον στόχο, που είναι ο εαυτός.  Θέλοντας λοιπόν να επληθεύσει απόλυτα τον στόχο, πρέπει να κάνει απεριόριστες αναχωρήσεις-επιστροφές, αγγίζοντας μεν τον στόχο αλλά με σταδιακά διαφορετικό ποσοτικό τρόπο κάθε φορά που επανέρχεται. Έτσι η επαλήθευση του στόχου-εαυτού, ξεκινά από ελάχιστη επαλήθευση και μέγιστη διάψευση και περνώντας απ’όλες τις ανάλογες επαληθεύσεις-διαψεύσεις, καταλήγει στη μέγιστη επαλήθευση κι ελάχιστη διάψευση. Στη μηδενική διάψευση κι απόλυτη επαλήθευση το βέλος δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, ενώ στην απόλυτη διάψευση και μηδενική επαλήθευση, το βέλος επαληθεύει τον στόχο απόλυτα αλλά σε απόλυτα άλλη θέση, δηλαδή τον διαψεύδει όντας Άλλο-Αλλού. (Οι δύο αυτές θέσεις είναι η ανάμνηση του ακαριαίου και ακίνητου, που τα πάντα την περιέχουν μέσα τους).   Υπάρχει μια κλίμακα αναχωρήσεων-επιστροφών όπου το μέτρο της επαλήθευσης είναι πάντα αντιστρόφως  ανάλογο από το μέτρο της διάψευσης. Συνοπτικά: Το βέλος που φεύγει-επιστρέφοντας, κάνει απεριόριστους “κόμβους” επαλήθευσης-διάψευσης, έως ότου συναντήσει το στόχο από τη σωστή πλευρά και το τόξο από την αντίθετη.  Τότε το τόξο, το βέλος και ο στόχος συνιστούν μιαν ενότητα, η ταχύτητα του βέλους είναι ακαριαία και μηδενική και το μήκος του βέλους μηδενικό και άπειρο.  Αυτή είναι η διαδικασία της Κίνησης ως Γίγνεσθαι, όπως θα γινόταν αποδεκτή από την Ηρακλειτική σκέψη σήμερα.  Θα ήταν μια συνάρτηση κυματιακής φύσης, στην οποία η αλλαγή θέσης θα ήταν αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητα του κινουμένου.  Η συνεκτικότητα του βέλους όντας πάντα ρευστή, τεμαχίζεται κατά την κίνηση συνεχώς σε μικρά τμήματα τα οποία τη στιγμή της κρούσης είναι άπειρα και μηδενικά (γυρίζοντας στο αξίωμα του Ζήνωνα όπου τείνοντας κάτι σε τμήματα μηδενικού μεγέθους, αυτά τείνουν συγχρόνως προς το άπειρο).  [Οι προσθήκες που έκανα στο τέταρτο παράδοξο του Ζήνωνα, δεν είναι απόλυτα αυθαίρετες, αφού στις διάφορες εκδοχές, χωρίς να διευκρινίζεται τίθεται ως όρος και το μέγεθος των κινουμένων. Έτσι τόλμησα να “παίξω” με το μέγεθος και τις αποστάσεις χρησιμοποιώντας τη σκέψη του Ζήνωνα].

            ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΤΟΥ ΑΪΝΣΤΑΪΝ ΚΑΙ ΤΟ ΒΕΛΟΣ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ
Το τρένο του Αϊνστάιν, είναι ένα φανταστικό τρένο που κινείται πάνω σε μια ευθεία σιδηροδρομική γραμμή εκατομυρίων χιλιομέτρων, με ταχύτητα που πλησιάζει αυτήν του φωτός.   Στο σταθμό αναχώρησης και στον σταθμό προορισμού, υπάρχουν συντονισμένα ρολόγια όπως και αυτό του ταξιδιώτη. Όταν το τρένο φτάνει στον προορισμό του, το ρολόι του ταξιδιώτη πρέπει να πηγαίνει πολύ πιο μπροστά από αυτό του σταθμού προορισμού. Το τρένο αυτό κατά την κίνησή του θα είναι μεγαλύτερο απ'ότι όταν ήταν σταματημένο στο σταθμό πριν ξεκινήσει. Αυτό διαπιστώνουν μόνο οι παρατηρητές, από τον σταθμό, για τους ταξιδιώτες το μήκος του τρένου παραμένει ίδιο.  Φτάνοντας το τρένο στο σταθμό, οι πόρτες του ανοίγουν συγχρόνως για τους επιβάτες, αλλά για τους παρτηρητές του σταθμού με διαφορά χρόνου από το πρώτο ως το τελευταίο βαγόνι.
      Το τρένο του Αϊνστάιν και το βέλος του Ζήνωνα έχουν πολλά κοινά.  Το τρένο δεν μπορεί να υπερβεί την ταχύτητα του φωτός. Πλησιάζοντάς την, από τη μια επιταχύνεται από την άλλη επιβραδύνεται κι όταν την “αγγίξει” σταματά να κινείται γιατί η μάζα του θα είναι άπειρη.  Αυτό θυμίζει την τομή της πορείας του βέλους του Ζήνωνα επ’άπειρον στη μέση.  Το βέλος του Ζήνωνα μολονότι κινείται με σταθερή ταχύτητα, την ίδια στιγμή εξαιτίας της τομής της πορείας στη μέση,  πλησιάζοντας τον στόχο επιβραδύνεται, και τη στιγμή που έχει αγγίζει τον στόχο η ταχύτητά του εκμηδενίζεται “σβήνοντας”.  Το απροσπέλαστο όριο του βέλους, όπως φαίνεται είναι η ταχύτητα.   Έτσι στην περίπτωση του Αϊνστάιν η επίτευξη της ταχύτητας απαγορεύεται από τη μάζα ενώ στην περίπτωση του Ζήνωνα από την επ’άπειρο τμήση (που ουσιαστικά είναι η κυρτότητα της πορείας του).    Ο Αϊνστάιν δείχνει ότι η ταχύτητα του Φωτός είναι απροσπέλαστη και όταν την πλησιάζουμε πολλά παράδοξα συμβαίνουν. Ο Ζήνων μας προϊδεάζει ότι όλα αυτά συμβαίνουν γιατί αληθινά η Κίνηση, ο Χώρος και ο Χρόνος είναι διαφορετικά απ’ότι έχουμε αποδεχτεί. (Καταλυτικο-συνθετικά το κινούμενο είναι συνεχώς Άλλο-Αλλού, έτσι το φωτόνιο δεν δικαιούται να έχει ταχύτητα. Η ταχύτητα του φωτός είναι μια ψευδαίσθηση την οποία ο Αϊνστάιν εναρμόνισε με τους νόμους της νευτώνιας αντικειμενικότητας φορώντας στις κβαντικές διαδικασίες τα στενά παπουτσάκια του ντετερμινισμού). Δηλαδή ερμηνεύοντας τα κβαντικά γεγονότα σε νευτώνιο περιβάλλον, δημιουργείται σύγχυση σε οριακές καταστάσεις.  Έτσι τα παράδοξα της θεωρίας της σχετικότητας συμβαίνουν γιατί τα κβαντικά γεγονότα δεν δικαιούται να έχουν ταχύτητα, αλλά ούτε χώρο ως έκταση ή χρόνο ως διάρκεια, όπως γίνονται αντιληπτά με το νευτώνιο τρόπο.  Ο χρόνος, επειδή τα κβαντικά “αντικείμενα” ως καταλυτικο-συνθετικά είναι Άλλα-Αλλού, δεν είναι διάρκεια αλλά συχνότητα επανάληψης υποκβαντικών γεγονότων και ο χώρος είναι το μήκος κύματός τους.
     Σύμφωνα με το νοητικό πείραμα του Ζήνωνα η αντίληψη περί του τρένου θα ήταν ως εξής: Το τρένο, τα πράγματα και τα όντα τα οποία συμμετέχουν σ’αυτό το νοητικό πείραμα, είναι οι καταλυτικο-συνθετικές διαδικασίες διαφορετικού γίγνεσθαι, τις οποίες εμείς στριμώχνουμε στον ίδιο νοητικό χώρο ενώ αυτές ανήκουν αλλού.  Τα κβαντικά στοιχεία, που συμμετέχουν στο τρένο είναι καταλυτικο-συνθετικά παίγνια διαφορετικά από τα πράγματα, που επειδή είναι συνεχώς Άλλα δεν έχουν χρονική διάρκεια για μπορούν να διαθέτουν ταχύτητα όπως τα πράγματα, και φυσικά χρόνος γι’αυτά είναι η συχνότητα και χώρος το μήκος κύματος. Αυτά τα διαφορετικού κοσμικού επίπεδο όντα μπορεί να λειτουργούν μέσα στα όρια μιας κοινής φαινομενικότητας, σε οριακές καταστάσεις όμως όπως ένα σύστημα στην ταχύτητα του φωτός, αναδύονται οι αντινομίες αυτής της ανάρμοστης συνύπαρξης ως παράδοξα, δείχνοντας ότι κάτι δεν είναι σωστό.   Τα φωτόνια λοιπόν δεν μπορούν να διαθέτουν ταχύτητα αφού δεν διαρκούν όντας Ταυτά με τον εαυτό τους.
         Για να μπορέσει να αιτιοκρατηθεί αυτό το σύστημα πρέπει να μπεί σε άλλη βάση. Δηλαδή ότι μετέχει στο νοητικό πείραμα αυτού του φανταστικού τρένου, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό, όχι ως πράγμα, αλλά ως κινητική πλοκή ενός επιπέδου υποκάτω του κόσμου των πραγμάτων, όπου εκεί όλα είναι σχέσεις  συχνοτήτων και μήκους κυμάτων ροής-αντιροής  φωτός.  Στη θεωρία της σχετικότητας στριμώχνουμε παράνομα την νευτώνια έννοια του χρόνου ως διάρκεια, με την κβαντική έννοιά του ως συχνότητα στο ίδιο λογικο-γλωσσικό παίγνιο. Δηλαδή το παίγνιο του κβαντικού αντιτερμινισμού μ’αυτό του νευτώνιου ντετερμινισμού.
     Αν ο αναγώστης προσέξει θα διαπιστώσει ότι η προσέγγιση που κάνω, ίσως είναι τολμηρή αλλά όχι αυθαίρετη.  Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Φύση είναι πολύ περισσότερο δημοκρατική απ’ότι εμείς: τις πιο πολλές φορές σ'ένα της αίνιγμα, δέχεται περισσότερες από μία εξίσου έγκυρες απαντήσεις.  Έτσι μπορεί ο ντετερμινισμός να λειτουργεί σε έναν μηχανιστικό κόσμο πραγμάτων, ακόμα υπό όρια και περιορισμένες συνθήκες μπορούν μέσα του να λειτουργούν και καταστάσεις κβαντο-σχετικιστικές, όμως ως τελικός μηχανισμός της καταλυτικο-συνθετικής περιγραφής, μπορεί συγχρόνως και πιο έγκυρα, να χρησιμοποιηθεί η προσωκρατική διαλεκτική.

      ΠΡΟΚΛΟΣ ΕΙΣ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΝ 127d,  694, 23
ει πολλά τα όντα το αυτό ον όμοιόν έστι και ανόμοιον. (αλλά μην αδύνατον το αυτό όμοιον είναι και ανόμοιον,  ουκ άρα πολλά τα όντα).
[Αν υπάρχουν πολλά όντα, το αυτό όν είναι όμοιο και ανόμοιο με τον εαυτό του],
            (αλλά επειδή αυτό είναι αδύνατο, άρα δεν υπάρχουν πολλά όντα).
Εδώ φαίνεται καθαρά ότι ο μικρός Πρόκλος θέλει να χειραγωγήσει την αμφίσημη σκέψη του μεγάλου Ζήνωνα.  Το μέρος μέσα στις αγκύλες είναι διαλεκτικό και ταιριάζει απόλυτα με την δαιμόνια σκέψη του Ζήνωνα, ενώ την επεξηγηματική πρόταση, ποτέ μα ποτέ δε θα καταδεχόταν ο Ζήνων, όπως ποτέ δε θα δεχόταν να είναι φερέφωνο κάποιου, ακόμα κι αν αυτός ήταν ο Μέγας Παρμενίδης. Αλλά ούτε κι ο Παρμενίδης θα είχε δεχθεί ποτέ ως φιλοσοφικό εταίρο έναν διανοητικό σκύλο που συνεχώς θα κουνούσε την ουρά του.  Η νόηση έφτασε στο ύψος των προσωκρατικών γιατί λάτρευαν την ευφυή αντίρρηση, τον διάλογο και φυσικά την πολυφωνία.  Έψαξαν λοιπόν και βρήκαν την άχραντη ψυχή του διαλόγου μέσα στην ίδια τη φύση, δηλαδή τη Διαλεκτική Σκέψη.

Το περιεχόμενο όμως αυτού του ισχυρισμού μπορεί καποιος να δει στον Πλατωνικό διάλογο “Παρμενίδης”. Εκεί παρουσιάζεται ο Σωκράτης ως νεός κι άμαθος ακόμα στους δαιδαλώδεις δρόμους της υψηλής νόησης, να ανοίγει διάλογο με τον δαιμόνιο Ζήνωνα, ρωτώντας τον για το αληθινό περιεχόμενο αυτής του της πρότασης.   Στο έργο αυτό παρουσιάζεται ο Παρμενίδης να ερμηνεύει και ν’αναπτύσσει το σκεπτικό και τις διαστάσεις που θα μπορούσε να πάρει αυτός ο ισχυρισμός.  Ο Πλάτων μέσα από το στόμα του Παρμενίδη παρουσιάζει τις αντινομίες του ορθολογισμού που στρέφονται κι ενάντια στις δικές του απόψεις “Περί Ιδεών”, αλλά συγχρόνως και στις απόψεις του ίδιου του Παρμενίδη, όπως αυτές παρουσιάζονται στο ποίημά του “Περί Φύσεως”. Επειδή οι Πλατωνιστές, οι οποίοι έχουν “ξεσκονίσει” το έργο του Πλάτωνα, το δέχονται ως γνήσιο μπορεί να συμβαίνει και κάτι άλλο: Ο Πλάτων σαν έλληνας νοιώθει την ανάγκη να φανερώσει και την εγκυρότητα του Αντίθετου ως αντίποδα στις δικές του απόψεις, για μιαν ολοκληρωμένη προσέγγιση στην τέχνη της νόησης. Ας μην ξεχνάμε ότι κι ο Καντ ολοκληρώνοντας την ανάπτυξη του “Καθαρού Λόγου” αναδεικνύει και τις τέσσερις αντινομίες του.
      Ίσως ο Παρμενίδης, όταν έγραψε το ποίημά του “Περί Φύσεως”, ήταν πολύ νέος, αφού η Μούσα μέσα σ’αυτό τον αποκαλεί “κούρο”.  Μπορεί από τα ερωτήματα του μαθητή του Ζήνωνα, να είχε διαπιστώσει τις αντινομίες και του δικού του έργου. Έτσι ή αλλιώς το έργο του Ζήνωνα, κατ’αρχήν ενάντια στο έργο του Παρμενίδη στρεφόταν και δεν το επικουρούσε, συμφωνώντας μάλλον με τον Ηράκλειτο.  Ο παρμενίδειος δρόμος, που ήταν “της αλήθειας η αταλάντευτη ψυχή”, είναι αντίθετος με τον Ηρακλειτικό αντιφατικό δρόμο, τον οποίον, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, ακολουθώντας οι άνθρωποι “πλάττονται δίκρανοι (δίβουλοι) γιατί η αμηχανία φωλιάζει στα στήθια τους, νομίζοντας ότι σ’όλα υπάρχει κι αντίδρομος τρόπος να Είναι”. “Αυτοί που δεν τους αρκεί η μία όψη των πραγμάτων και θεωρώντας τ’αντίθετα ενωμένα, βάζουν συγχρόνως και όρια μεταξύ τους. Από τη μια βλέπουν της φλόγας το αιθέριο πυρ να είναι πάντα ο εαυτός του και από την άλλη διάφορο από τον εαυτό του. Επίσης ότι όλα είναι συγχρόνως αντίθετα με τον εαυτό τους, δηλαδή πυκνό κουβάρι μπερδεμένο”.   Ο Πλάτων όμως στο έργο του “Παρμενίδης”, παρουσιάζει τον Παρμενίδη ν’αναιρεί όσα ισχυρίζεται στο ποίημά του “Περί Φύσεως”, περνώντας στη απέναντι νοητική όχθη.   Φαίνεται ότι ο Πλάτων ακολουθώντας τα χνάρια του Ζήνωνα εγκαινιάζει μιαν άλλη διαλεκτική απ’αυτή του Ηράκλειτου, η οποία θα μπορούσε να ονομάζεται “Αρνητική Διαλεκτική”.
      Επίσης απ’το έργο του Πλάτωνα μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι η Διαλεκτική Λογική του Χέγκελ είναι ένας συγκερασμός του ποιήματος του Παρμενίδη και αυτής της εργασία του Πλάτωνα. Αυτός με πλαίσιο και όρια το διαχωρισμό αταλάντευτης ουσίας της Αλήθειας και αντιφατικής φαινομενικότητας του “φθαρτού κόσμου”, όπως προτείνει ο Παρμενίδης, οργανώνει την “Επιστήμη της Λογικής” του.  Η σχέση της Διαλεκτικής Λογικής του Χέγκελ με την Ηρακλειτική Διαλεκτική είναι μάλλον επιφανειακή και τυχαία.  Το Απόλυτο του Χέγκελ μάλλον με το Εόν του Παρμενίδη ταιριάζει παρά με τον Λόγο του Ηράκλειτου.

Όλη αυτή η συζήτηση έφτασε σ’εμάς κατακερματισμένη από τις “πράξεις πίστης” των χριστιανών και θα είχε θαφτεί αν δεν τον έφερναν πίσω ευρωπαίοι σοφοί.  Ακόμα οι διαφωνίες των φιλοσόφων και των επιστημόνων που έχουν βγει σήμερα στην επιφάνεια, ενώ μοιάζουν διαφορετικές από αυτές της εποχής εκείνης, έχουν απλά αλλάξει φρασεολογία γυρνώντας τελικά στα ίδια ερωτήματα. Η σύγχρονη επιστήμη έχει βασιστεί στον “πρότερο” Παρμενίδη (δηλαδή αυτόν του ποιήματος “Περί Φύσεως” και όχι σ’αυτόν που μας παρουσιάζει ο Πλάτων) και στον Αριστοτέλη, αναζητώντας θετικά στηρίγματα, για να μπορεί να πατά εκεί που τα βήματα θα ορίζονται από μαθηματικούς κανόνες και τύπους, χωρίς “έαν και ίσως”, χωρίς “Είναι―Μη όντας”. Αυτό δεν ήταν καθόλου άσχημο μέχρι τώρα αφού σ’όλες τις δραστηριότητες της επιστήμης είχαμε μάθει να περιμένουμε συγκεκριμένα και αδιάψευστα αποτελέσματα.  Αυτό ακριβώς θεωρούσαμε επιστήμη και το είχαμε ονομάσει ντετερμινισμό. Φτάνοντας όμως στο χώρο του ελαχίστου, κάτι μας απαγορεύει να βλέπουμε τα πράγματα έτσι. Ο ορθολογισμός κι ο ντετερμινισμός δοκιμάζονται βίαια, αφού αδυνατούν να ερμηνεύσουν πλέον με ακρίβεια τα γεγονότα.  Η τυπική λογική, η τόσο αναγκαία για τις μετρήσεις, τις συγκριτικές διαδιακασίες και τις επαληθεύσεις, στον χώρο των κβάντα όπου η ταυτότητα των γεγονότων με τον εαυτό τους αίρεται ή αμφισβητείται βίαια, δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει, αφού όλα “είναι όμοια και ανόμοια με τον εαυτό τους”.
      Υπάρχει λοιπόν ανάγκη μιας άλλης λογικής που να περιγράφει τα γεγονότα του κόσμου μας όπως είναι και να δίνει έγκυρα συγκριτικά αποτελέσματα.  Αυτή λοιπόν μπορεί να οριστεί μόνο μέσα στα όρια του ηρακλειτικού Λόγου.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΠΟΣΟ ΜΑΡΞΙΣΤΗΣ ΕΊΝΑΙ Ο ΜΑΡΞ;

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΝΤΕΡΙΝΤΑ

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΤΗΤΑ