ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Καμιά συζήτηση περί φιλοσοφίας δεν θα μπορούσε να παρακάμψει τη σχέση των Αρχαίων Ελλήνων μ’αυτήν και γενικά τη σχέση τους με τον σύγχρονο πολιτισμό.
Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες βγήκαν στο μπαλκόνι της ιστορίας, στην Ελλάδα όπως και σε άλλες χώρες, υπήρξε ένας μακραίωνος πολιτισμός ο οποίος ξεκινώντας απ’την μαγική εποχή των σπηλαίων, είχε ήδη κατασταλάξει στους μεγάλους πολιτισμούς των Πελασγών του Αιγαίου και της Μεσογείου, της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, αλλά και σε άλλους παράλληλους πολιτισμούς στην Ευρώπη, την Ινδία, την Άπω Ανατολή, την Κίνα, την Αμερική και την Αφρική.
Οι Αρχ. Έλληνες με την εμφάνισή τους στην ιστορία μας έδειξαν, ότι όλα όσα γνωρίζαμε μέχρι τότε και είμασταν βέβαιοι γι’αυτά, θα μπορούσαν να ξανακοιταχτούν από μιαν άλλη οπτική γωνία, συνιστώντας ένα νέο είδος πολιτισμού. Αυτοί πρότειναν ότι όλες οι κοινωνικές δραστηριότητες κι οι κοινωνικές σχέσεις έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως κάποιο είδος ύψιστης ιερής τέχνης. Έτσι λοιπόν, εκτός από την τέχνη του Νοείν ως Λογική και την τέχνη του Λέγειν ως Ρητορική, τον αθλητισμό, το θέατρο, τις εικαστικές τέχνες, την επιστήμη κι όλες τις άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, τις έδειξαν από την οπτική γωνία της υψηλής τέχνης. Κάθετί λοιπόν που αφορά την όποια τέχνη, αφορά και την ελληνικότητα.
Επειδή λοιπόν για τους Αρχ. Έλληνες όλα έπρεπε να είναι τέχνη, αντιμετώπισαν και το ίδιο το Ζην ως ανώτατη τέχνη, που τελικά πήρε την μορφή ενός είδους φιλοσοφικο-επιστημονικού παγανιστικού θρησκευτικού ήθους και καθημερινής πρακτικής. Αυτό ήταν η τραγικότητα που είχε γίνει τρόπος ζωής για τους Έλληνες, δηλαδή ήταν η “Λατρεία της Φύσης” που έπαιρνε τη μορφή του σεβασμού της φύσης και γενικά της ζωής. Κάθε τι γι’αυτούς τους λάτρεις της φύσης και της ζωής, ήταν ιερό που έπρεπε να πλησιάζεται με σεβασμό ως τραγικό θύμα για θυσία. Σ’όλες λοιπόν τις δραστηριότητες, τίποτα δεν έπρεπε να σπαταλάται, αφού κάθε τι ήταν μέρος της Φύσης που θυσιαζόταν γι’άλλο μέρος της, γι’αυτό έπρεπε να καταναλώνεται μόνον όσο ήταν αναγκαίο και συγχρόνως να περιορίζονται οι ανάγκες στο ελάχιστο. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι ο άνθρωπος για να ζήσει έπρεπε να κυνηγήσει, να ψαρέψει, να κόψει καρπούς, να κόψει δέντρα, δηλαδή για να ζήσει έπρεπε να σκοτώσει. Η ζωή λοιπόν όσο ενάρετη κι αν είναι, συγχρόνως είναι μιαρή. Όταν λοιπόν έπρεπε να καταναλώσει αυτό το έκανε με μορφή θυσίας. Το θύμα δεν ήταν γι’αυτόν λάφυρο, αλλά έπρεπε να πλησιάζεται με σεβασμό γιατί προερχόμενο από τη φύση ήταν αυτό το ίδιο μέρος του Θεού. Η πράξη της θυσίας είναι αντιφατική αφού θυσιάζεται μέρος του Θεού για άλλο μέρος Του, έτσι η ίδια η ζωή είναι τραγική, αντιφατική. (Τραγείν: απαρέμφατο του τρώγω. Τ’αρσενικά ζώα, ταύρος, κριός και τράγος ήταν “Τράγοι” για θυσία και τροφή. Τραγωδία-τρωγωδία: η ωδή της τροφής που είναι ιερή ή της θυσίας του ιερού τραγιού, που είναι ιερή τροφή, όπου οι κοινωνοί παίρνουν την ευθύνη τον θάνατο να μετατρέψουν σε ζωή και πολιτισμό). Η τραγικότητα ήταν ένα είδος υπερβατικού παγανισμού που παγιώθηκε στο πνεύμα της αντιφατικότητας του Είναι κι εκφράστηκε ως ηθική συμπεριφορά στην “τραγωδία”, τον διθύραμβο, “το πέρασμα από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως, τη θύρα της ζωής και τη θύρα του θανάτου”. Η συνείδηση της αντιφατικότητας του Είναι, μετέτρεψε την μυθολογική αντίληψη του παγανισμού σε οντολογική επιστημολογία, και τις πρωτόγονες κοινωνικές σχέσεις στην τέχνη της πολιτικής.
Από την εποχή των προσωκρατικών λοιπόν η μυθολογική παγανιστική οντολογία μετετράπει σε ένα είδος “φυσικής οντολογικής φιλοσοφίας”, μετατρέποντας τελικά την Φιλοσοφία σε κατ’εξοχήν Τέχνη του Νοείν, δηλαδή Λογική. Έτσι συνέδεσαν τη Φιλοσοφία με την Επιστήμη και ειδικά με τη Φυσική Οντολογία, θεωρώντας ότι το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν, συνιστώντας μιαν ενότητα ως παγκόσμιο Γίγνεσθαι, που κατ’αυτούς ήταν ο Λόγος (η Διαλεκτική Λογικο-γλωσσική σύνταξη και αντίληψη για τον κόσμο). Ενώ συγχρόνως στις κοινωνικές σχέσεις, ως αποτέλεσμα της τέχνης του διαλέγεσθαι, έκανε την εμφάνισή του το εκπροσωπευτικό πολίτευμα, το οποίο μέσω της ολιγαρχίας κατέληξε στη δημοκρατία.
Γύρω από αυτό το πνεύμα γεννήθηκε ο σύγχρονος πολιτισμός και είναι γενική διαπίστωση ότι σήμερα έχει απομακρυνθεί αλαζονικά από αυτόν τον κανόνα. Γενικά ο πολιτισμός μας έχει αρχίσει με πρώτους τους επιστήμονες να υβρίζει και να μη σέβεται πλέον της πολιτισμικές πηγές που απορρέουν από τη λατρεία της φύσης που τον οδήγησαν εδώ, αντίθετα με τους μεγάλους οραματιστές φιλόσοφους, επιστήμονες και καλλιτέχνες, οι οποίοι ως τον περασμένο αιώνα αντλούσαν έμπευση συνειδητά ή ασυνείδητα από την τραγικότητα.
Άραγε μπορεί ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός να γίνει ξανά στοιχείο έμπνευσης για το σύγχρονο άνθρωπο κι επιστήμονα ή είναι ένα είδος που μπορεί μόνο να υπάρχει στα μουσεία και τις παλαιοβιβλιοθήκες των αρχαίων εγγράφων;
Η φιλοσοφία για τους προσωκρατικούς συμπίπτει με την επιστήμη, της οποίας καρδιά είναι η τέχνη του Νοείν, του Λέγειν και της Ηθικής, δηλαδή η συμπεριφορά μέσα σ’έναν κόσμο και μιαν ανθρώπινη κοινωνία, που είναι “ίδια για όλους”. Η έκφραση “ίδια για όλους”, από τη μια έχει οντολογική σημασία, όπου η Νόηση το Είναι και η Εμπειρία συμπίπτουν έχοντας αντιστοιχία μεταξύ τους. Δηλαδή η Εμπειρία θεωρείται έγκυρη και η Λογική διαδικασία θεωρείται ότι μπορεί να είναι ένα έγκυρο εργαλείο νοητικών συμπερασμάτων· από την άλλη η αντίληψη αυτή ως ηθική και κοινωνική συμπεριφορά, προϋποθέτει όλα τα άτομα να έχουν ίδιες υποχρεώσεις και ίδια δικαιώματα.
Υπάρχουν εικασίες ότι η Διαλεκτική ως τέχνη της νόησης και αποσπασμένη πλέον από τον Διθύραμβο, είναι ο λογικός δρόμος που χάραξε ο Θαλής, ενώ ο Ορθολογισμός είναι ο δρόμος του Πυθαγόρα, όμως δεν υπάρχουν αρκετά γραπτά κείμενά τους που να το βεβαιώνουν. Έτσι η Διαλεκτική ως συνειδητή κριτική πρακτική αναδύεται για πρώτη φορά στα οντολογικά αποσπάσματα του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου, όπου μέσα από την αντίληψη της καταλυτικής-συνθετότητας και συνεπώς της αντιφατικότητας των όντων και του κόσμου, προτείνεται η έννοια του Απείρου, του Γίγνεσθαι, ακόμα και της “Εξέλιξης των Ειδών”, ενώ ο Ορθολογισμός ως συνειδητή κριτική πρακτική, αναδύεται στο έργο του Ξενοφάνη.
Υπήρξε λοιπόν από τότε μια “πάλη” ανάμεσα στη Διαλεκτική και τον Ορθολογισμό η οποία κορυφώθηκε στη γιγαντομαχία των δύο μεγάλων βάρδων της Λογικής, Ηράκλειτου και Παρμενίδη. Η πάλη αυτή πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν κι ενώ κατά καιρούς έγερνε προς τη μια ή την άλλη άποψη, ακόμα και σήμερα δεν έχει κατασταλάξει.
Νομίζω ότι για να έχουμε μια σαφή αντίληψη για το θέμα αυτό, που είναι η καρδιά της φιλοσοφίας, της λογικής, της επιστήμης και του πολιτισμού, πρέπει να ανατρέξουμε γι’άλλη μια φορά στους προσωκρατικούς. Συγχρόνως όμως πρέπει να έχουμε στο νου σαν παρακαταθήκη την έννοια του Δυθύραμβου.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:
Τα περισσότερα κείμενα των προσωκρατικών μας έχουν παραδοθεί αποσπασματικά από άλλους συγγραφείς, πιθανόν απλουστευμένα, παρερμηνευμένα ή ακόμα τροποποιημένα όπως τα αντελήφθησαν ή όπως τα ήθελαν για τις ανάγκες των δικών τους συγγραμμάτων. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι με τη σειρά μας, να τα αποκαταστήσουμε στο ύψος τους κι έτσι πολλές φορές να εκμαιεύουμε τ’αληθινά τους νοήματα ή να συμπληρώνουμε τα κενά που έχει δημιουργήσει η αποσπασματική παράδοση και η απλοϊκή ερμηνεία τους από κατώτερους αυτών των κειμένων συγγραφείς.
Αυτό βέβαια γεννά μια “δημιουργική δυναμική” παραβίασης αυτών των κειμένων, που έχουν ήδη παραβιαστεί κι παρερμηνευτεί εξαιτίας της προσπάθειας εξορθολογισμού της προσωκρατικής τους αμφισημίας απ’τους ερμηνευτές τους.
Ο σύγχρονος ερμηνευτής πρέπει να πάρει την ευθύνη της δημιουργικής παραβίασης, μ’ενάρετο τρόπο και σεβασμό σ’αυτά τα κείμενα, κι αν η προσπάθειά του είναι πράγματι ενάρετη σίγουρα θα δικαιούται μερίδιο της αλήθειας.
Η πρακτική αυτή δεν είναι ούτε καινούρια ούτε παράδοξη, αφού τ’αμφίσημα κείμενα περιέχουν μια δυναμική που προκαλεί τον ερμηνευτή να συμμετάσχει ακόμα και στη “δημιουργική" τους ανάπτυξη. Αυτό όμως ακριβώς είναι και το στοιχείο που τα κρατά ακόμα ζωντανά. Δηλαδή σε προκαλούν να ανέβεις από την αίθουσα των θεατών στη σκηνή και να συμμετάσχεις μέσα στη “θεατρική παράσταση” που παρακολουθείς.
Στην εξέλιξη αυτής της εργασίας, επαναλαμβάνεται συχνά ο καθορισμός της αντιθετικότητας έναντι της αντιφατικότητας, η έννοια του καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι έναντι της ορθολογικής διαφορικότητας και κάποιες ρήσεις κλειδιά των προσωκρατικών για την κατανόηση της διαλεκτικής. Αυτό μολονότι διαλογικά άκομψο, είναι αναγκαίο αφού ο αναγνώστης μπαίνει σε μιαν αντιφατική διαλογική διαδικασία, στην οποία ως επί το πλείστον είναι αμάθητος. Για να προχωρήσει λοιπόν στην κατανόηση ριζικά νέων αντιλήψεων, σε κομβικές θέσεις του κειμένου επαναλαμβάνονται βασικοί διαλεκτικοί όροι, που έχουν διατυπωθεί κατ’επανάληψη.
Από την εποχή του Αριστοτέλη έως σήμερα, ο ορθολογισμός και η τυπική λογική, έχουν πάρει στη συνείδησή μας τη θέση της λογικής καθαυτής. Δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος, έχοντας αυτή τη λογική συνυφασμένη με την προσωπικότητά του, ακόμα κι αν θέλει να ακολουθήσει μια διαλογικότητα αντιφατικής πειθαρχίας, ασυνείδητα κυλά κατά τη διαδικασία των συλλογισμών του στον ορθολογισμό. Άλλωστε αυτό το είδαμε σε μεγάλους διανοητές όπως ο Χέγκελ ή ακόμα σε πολλούς διακεκριμένους μαρξιστές. Μάλιστα πολλοί απ’αυτούς έχουν συνειδητά κυλήσει σε έναν ορθολογικο-διαλεκτικό εκλεκτικισμό, γιατί δεν μπορούν να αποκαθάρουν τη διαλεκτική τους απ’την ορθολογική τυπικότητα ούτε μπορούν να δεχτούν την αντιφατικότητα σαν βασικό όρο μιας λογικής. Επίσης η πορεία των επιστημονικών εξελίξεων με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ως βασικό
όργανο έρευνας, που είναι ένα κατεξοχήν τυπικό-ορθολογικό εργαλείο κι η αντιδιαλεκτική χρήση της διαλεκτικής απ’τις ηγεσίες των πρώην σοσιαλιστικών δημοκρατιών, είχαν ως αποτέλεσμα η διαλεκτική λογική να θεωρηθεί προς αποφυγήν, σαν μια κατάρα του Λόγου. Έτσι όλη αυτή η υπόθεση θα είχε πια τελειώσει αν δεν εμφανιζόταν η κβαντική αντίληψη περί κόσμου, η οποία κατά “διαβολεμένο” τρόπο ταιριάζει τόσο πολύ με την προσωκρατική διαλεκτική.
Η παρούσα εργασία δεν καμαρώνει για τα φιλολογικά της προτερήματα, ούτε καν για τη διαλογική της μέθοδο, ίσως ούτε νοιάζεται γι’αυτό. Επίσης η εργασία αυτή δεν θα είχε γραφτεί αν η ταφόπετρα του Αριστοτέλη δεν βρισκόταν ακόμα επάνω σ’αυτούς τους διανοητές ή αν οι προηγούμενες προσπάθειες άλλων διανοητών είχαν κατά τη γνώμη μου επιτύχει να την ανασηκώσουν. Νομίζω λοιπόν ότι με το έργο αυτό “αναστηλώνω” την προσωκρατική διαλεκτική και στη συνέχεια οργανώνω μια νέα διαλεκτική η οποία βασίζεται σ’αυτήν.
Ο ορθολογισμός είναι ένα εργαλείο που ώθησε για διόμισι χιλιάδες χρόνια τον κόσμο από την εποχή του Αριστοτέλη στην εποχή του Νεύτωνα. Η θεωρία της σχετικότητας κι η θεωρία των κβάντα όμως έδειξαν, ότι το χαλύβδινο πλαίσιο του ντετερμινισμού και της ορθολογικής τυπικότητας δεν είναι ο μόνος τρόπος να οραματιζόμαστε τον κόσμο. Η φύση είναι πολύ πιο “δημοκρατική” από τον ορθολογισμό μας, για κάθε σημαντικό ερώτημα έχει πάντα περισσότερες από δύο έγκυρες απαντήσεις οι οποίες μπορεί να είναι καί αντίθετες. Ο κόσμος μπορεί να είναι αντιθετικός, αντικειμενικός και ορθολογικός, αλλά μπορεί να είναι διαλογικά συντεταγμένα αντιφατικός και αντιτερμινιστικός, έτσι που να έχει ανάγκη όχι μόνο την Αριστοτελική ορθολογική τυπικότητα, αλλά και την προσωκρατική διαλεκτική, η όποια απέχει από τον εγελιανο-πλατωνικό “διαλεκτικό ιδεαλισμό” και την εγελιανο-χριστιανο-ιουδαϊκή μεταφυσική.
Για να προχωρήσει απρόσκοπτα αυτή η εργασία και προς αποφυγήν παρανοήσεων, υπενθυμίζω την άποψη ότι υπάρχουν δύο ειδών διαλεκτικής σκέψης:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική (ορθολογική), η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας διαφορικά γλωσσικά συστήματα. Αυτά λοιπόν τα έσχατα που συνιστούν τα γλωσσικά συστήματα, δρώντας ως απόλυτοι όροι τους, προϋποθέτουν λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά, την επανάληψη μιας συγκεκριμένης και πεπερασμένης σειράς παιγνίων που θα μπορούσαν να ονομαστούν συνθετικά πρότυπα του τέλους, αφού βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από την ακολουθία της εξέλιξης της λειτουργίας των συστημάτων. Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας, κλειστός, τελεολογικός και φαινομενικός που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων της λειτουργίας του. Δηλαδή προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών, που υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν από τη λειτουργία του. Υπ’αυτή την έννοια, ένας τέτοιος κόσμος ιδεών πρέπει να υπάρχει πριν από τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας το αντικειμενικό, ντετερμινιστικό, αντιθετικό, κλειστό, τελεολογικό, φαινομενικό σύστημα που ξεκινά από την Αριστοτέλη και καταλίγει στον Νεύτωνα. Έτσι η συζήτηση αν «οι ιδέες είναι πριν ή μετά τα πράγματα» δεν έχει νόημα. Νόημα έχει η συζήτηση «αν ο κόσμος είναι ένα σύστημα κλειστό ή ανοικτό», «πως ένα σύστημα είναι λογικά δυνατόν να είναι κλειστό ή ανοικτό» και τι ικανοποιεί τον διανοητή που επιλέγει από κει και πέρα το γνωστικό του ήθος και τη λογική του.
Η προαναφερθήσα αντιθετική λογική είναι ένας Διαφορικός Ορθολογισμός, του οποίου η διαφορικότητα σταματά στα όρια των εσχάτων και αναλλοίωτων στοιχειωδών αυτού του υποθετικού αντιθετικού κόσμου. Η αποδοχή αυτού του τρόπου ύπαρξης για τον κόσμο, δηλαδή ως κλειστού συστήματος που έχει μια πεπερασμένη σειρά εσχάτων
αναλλοίωτων όρων λειτουργίας και απαράβατων ορίων του τέλους, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου λογικού αιτίου εκτός συστήματος. Αυτό το Λογικό Αίτιο, το οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτό ως Κόσμος των Ιδεών, τίποτα δεν μπορεί να μας απαγορεύσει λογικά να το ονομάσουμε Θεό.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική η οποία δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη· και αυτό είναι δυνατόν αν δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αυτοαναιρούμενα αντιφατικά στοιχειώδη που καταλύονται-συντιθέμενα όντας συνεχώς διαφορετικά. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, τα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το σύστημα λειτουργίας, αλληλεπιδρώντας-προεκτείνονται το ένα στο άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Έτσι το στοιχειώδες, που τα όριά του συνεχώς παραβιάζονται όντας αυτοαναιρούμενο, έχει αντιφατική φύση περιέχοντας το Όλον με έναν δικό του τρόπο, που είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλες τις στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. Υπ’αυτή την έννοια ο κόσμος είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα μια Γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου, όντας αποτέλεσμα του εαυτού του.
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμωνα και ανθρωπιστή Μπώμ «Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται με βάση τη δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. ΄Ετσι κατά τη σκέδασή του προς άλλη κατεύθυνση ένα ηλεκτρόνιο, θεωρείται περιστατικό που περιγράφεται ως καταστροφή ενός ηλεκτρονίου σε μια θέση και δημιουργία άλλου σ’άλλη θέση. Εκεί γενικά η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή ενός σωματίου σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου σε άλλο σημείο. Η κίνηση γίνεται δεκτή σαν σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που ως γενικό αποτέλεσμα έχει συγχρόνως την αλλαγή».
Η επισήμανση αυτή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μας θυμίζει την προσωκρατική διαλεκτική.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
ΣΕΞΤΟΣ ΠΡΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΥΣ VII 32
του δε λόγου τούδ’ εόντος αεί, αξίνετοι γίνονται άνθρωποι,
και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον
γινομένων γαρ πάντων κατά τον λόγον τόνδε,
οκοίων εγώ διηγεύμαι κατά φύσιν, διαιρέων έκαστον και φράζων όκως έχει,
τους δ'ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν
όκωσπερ οκόσα ευδόντες επιλανθάνονται
[Ενώ ο Λόγος υπάρχει πάντα, οι άνθρωποι ποτέ δεν τον αισθάνονται, ακόμα και αν έχουν πληροφορηθεί γι’αυτόν. Κι ενώ όλα γίνονται σύμφωνα με τον Λόγο, αυτοί μοιάζουν μετέχοντες-αμέτοχοι καί στον τρόπο που λέγονται τα πράγματα καί στον τρόπο που γίνονται, μολονότι εγώ τα αναλύω και τα λέω όπως ακριβώς είναι. Έτσι οι άνθρωποι μοιάζουν να κοιμούνται στο ξύπνιο τους και να αγριπνούν στον ύπνο τους].
Ο Ηράκλειτος σ’αυτό το απόσπασμα μας εισάγει στη λογική του έργου του. Ο Λόγος είναι Λογική, Γλώσσα και Ουσία, δηλαδή είναι η Διαλεκτική. Η Ουσία νοείται και λέγεται μόνον έτσι, υπάρχοντας παντού και πάντα. Όλα συνίστανται από τον Λόγο, τον περιέχουν, περιέχονται απ’αυτόν και τον εκφέρουν. Είναι όμως αυτό η αιτία που κανείς δεν τον νοιώθει, όπως τα ψάρια δεν νοιώθουν το νερό και οι νέοι δεν νοιώθουν την νεότητα. (Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τη διαδικασία της χώνευσης για να χωνεύουμε. Ακόμα εγώ γνωρίζω τις διαδικασίες των μεταβολών μέσα μου αλλά δεν τις νοιώθω).
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 16
αξύνετοι ακούσαντες κωφοίσιν εοίκασιν
φάτις αυτοίσιν μαρτυρεί παρεόντας απείναι
[Αυτοί που ακούοντας κάτι δεν το νοιώθουν, μοιάζουν με κωφούς· είναι όπως λένε οι παροιμίες παρόντες- απόντες].
Είναι δυνατόν να γνωρίζεις και να μην νοιώθεις αυτό που γνωρίζεις; Εγώ είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι μέσα μου υπάρχουν κύτταρα και άτομα αλλά δεν νοιώθω την ύπαρξή τους. Είμαι παρών-απών.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΝΟΣ IV 116
ω μάλιστα διηνεκώς ομιλούσι, λόγω τούτω διαφέρονται
και οις καθ’ημέραν εγκυρούσι, ταύτα αυτοίς ξένα φαίνεται
[Κοινωνούν συνέχεια με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν κι ενώ κάθε μέρα βεβαιώνονται γι’αυτό ακριβώς, όλη αυτή η κατάσταση τους φαίνεται ξένη (δεν την νοιώθουν, δεν την αισθάνονται)].
Όλα κοινωνούν με το Λόγο, ο οποίος είναι η αιτία της συνεχούς αλλαγής και συμφωνώντας μαζί του διαφοροποιούνται. Επειδή τα Πολλά κοινωνούν με το Ένα, τον Λόγο, που είναι αντιφατικός, γι’αυτό καθένα έχει ιδιαιτερότητα όντας διαφορετικό. Ο Λόγος είναι η αντιφατικότητα, δηλαδή η διαφορετικότητα και η αλλαγή, κι επειδή όλα κοινωνούν της αντιφατικότητας, συμφωνώντας σ’αυτό διαφέρουν.
ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΕΝΝΕΑΔΕΣ IV 8, 1
μεταβάλλον αναπαύεται,
κάματός εστι τοις αυτοίς μοχθείν και άρχεσθαι
[Η αλλαγή και η μεταβολή από μόνη της είναι αδράνεια.
Κόπος είναι η δράση για κυριαρχία πάνω στην αλλαγή].
Η αλλαγή είναι συγχρόνως άρνηση κι επιβεβαίωση μιας κατάστασης εν εξελίξει. Για παράδειγμα το κινούμενο είναι και δεν είναι συγχρόνως σε μια θέση, αλλάζοντας θέση “είναι και δεν είναι” διαφορετικό. Σ’έναν κόσμο συνεχούς αλλαγής αυτή είναι η κατάσταση αδρανείας. Αντίθετα η δράση για επιβολή στατικότητας είναι ο μόχθος. Δηλαδή η αλλαγή γίνεται από μόνη της αφού αυτή είναι η φύση του κόσμου, ενώ η στατικότητα απαιτεί κάματο και αγώνα επιβολής. Απαιτεί “αλλαγή”!
Σήμερα πιστεύουμε ότι «κάθε σώμα που βρίσκεται σε κατάσταση αδρανείας κινείται ευθύγραμμα και ομαλά». Αυτή η κατάσταση θεωρείται η φυσιολογική κατάσταση όλων των σωμάτων τα οποία δεν επιρρεάζονται από κάτι άλλο (κάποια δύναμη). Η “αλλαγή” αυτής της ομαλότητας στη φύση, απαιτεί προσπάθεια και κόπο, δηλαδή την εφαρμογή μιας δύναμης πάνω στο όν που βρίσκεται σ’αυτή την αδρανειακή ομαλότητα συνεχούς αλλαγής.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
ου ξυνιάσιν όκως διαφερόμενον εαυτώ ομολογέει
παλίντροπος αρμονίη, όκωσπερ τόξου και λύρης
[Δεν κατανοούν ότι αυτό που αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του· αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού].
Ότι αλλάζει, διαφωνεί-συμφωνώντας με τον εαυτό του, επιβεβαιώνει-διαψεύδοντας τον εαυτό του. Αυτή είναι η αντιφατική αρμονία, όπως του εγχόρδου οργάνου και του δοξαριού: Οι χορδές του οργάνου βγάζουν διακεκομμένο ήχο και διαφορετικές νότες
κάθε φορά, ενώ το δοξάρι παράγει ήχο σε ροή. Έτσι έχουμε σύνθεση δύο αντίθετων τρόπων παραγωγής ήχου συγχρόνως, τον ρεούμενο και τον τετμημένο, ακόμα και μία ροή από πολλές νότες. Αντίδρομη-αμφίδρομη αρμονία.
Όμως πρέπει να υπάρχει τρόπος να λέγεται όπως ακριβώς είναι αυτός ο εξελισσόμενος κόσμος. Αυτός ο τρόπος του λέγειν είναι ο Λόγος, δηλαδή μια νέα λογικο-γλωσσική σύνταξη που συνοψίζεται στην Διαλεκτική (το αντιφατικό Λέγειν). Ο Ηράκλειτος μιλά πρώτος αυτόν τον Λόγο, βάζοντας τους κανόνες του. Πρώτος και βασικός κανόνας είναι: «Κάτι είναι ταυτό με τον εαυτό του γιατί τον αρνείται». Επιβεβαιώνει-διαψεύδοντας τον εαυτό του. Αυτή είναι η “αρχή της αντιφατικής ταυτότητας”.
ΣΤΟΒΑΙΟΣ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΝ 1 179
ξυν νόω λέγοντας ισχυρίζεσθαι χρη τω ξυνώ πάντων,
όκωσπερ νόμω πόλις και πολύ ισχυροτέρως.
τρέφονται γαρ πάντες οι άνθρωπειοι νόμοι υπὸ ενός του θείου.
κρατεί γαρ τοσούτον οκόσον εθέλει και εξαρκεί πάσι και περιγίγνεται.
[Όσοι ισχυρίζονται ότι είναι λογικοί, χρειάζονται τον Λόγο που είναι κοινός σε όλα,
όπως η πόλη έχει ανάγκη τον νόμο κι ακόμα περισσότερο, γιατί όλοι οι νόμοι τρέφονται
από αυτόν τον ένα που είναι θεϊκός. Αυτός είναι πέραν της ανθρώπινης βούλησης, έχει δική του, που ισχύει όσο θέλει, οδηγεί τα πάντα υπάρχοντας μέσα τους και τα περιέχει περιβάλλοντάς τα].
Ο Ηράκλειτος θέτει τους όρους της νομιμότητας του Λόγου που είναι Ουσία, Λογική και Λέγειν. Ο Λόγος ακουμπά στο θείο νόμο, κι επειδή η φύση ήταν ο θεός για τους φυσικούς φιλοσόφους, ακουμπά στον νόμο της φύσης που είναι παγκόσμιος. Για τον Ηράκλειτο αυτός ο νόμος είναι ο Διθύραμβος, το πέρασμα από δύο αντιθετες θύρες συγχρόνως, δηλαδή η αντιφατικότητα. Η αντιφατικότητα είναι το έσχατο ιδίωμα όλων των στοιχειωδών, περιέχεται σε όλα, αλλά συγχρόνως τα περιέχει όλα ως μοναδικό κοινό ιδίωμα του Όλου. Το Όλον μπορεί να γίνει δεκτό ως συγκεκριμένη Ουσία μόνον εξαιτίας του ιδιώματός της αντιφατικότητάς του.
Βλέπουμε ότι ο Ηράκλειτος και θα το δούμε καί στον άλλο βάρδο της νόησης Παρμενίδη ότι πρώτα απ’όλα θέτουν τους όρους της νομιμότητας του Λόγου τους, κάτι που εμείς παρακάμπτουμε σαν δεδομένο. Έτσι πολλοί διανοητές επιλέγουν την Α ή Β λογική διαδικασία ή τακτική κουβαλώντας την μέσα στα βαλιτσάκια των διανοητικών τους εργαλείων από συνήθεια. Αυτό όμως μπορεί να δημιουργήσει εκπλήξεις. Σήμερα οι φυσικοί και οι φιλόσοφοι δέχονται ότι ο κόσμος αληθινά αλλάζει κι ότι το γίγνεσθαι είναι αληθινό. Επειδή όμως έχουν από συνήθεια ή ευκολία αποδεχτεί την τυπική λογική σαν μοναδικό εργαλείο λογικής, έρχονται σ’αντίθεση με τον Λόγο, τον κοινό θεϊκό νόμο της φύσης. Ίσως είναι τόσο πτωχοί που έχουν επενδύσει τα πάντα στην τυπική λογική, αφού όλοι οι μεγάλοι επιστήμονες που είναι χωμένοι μέσα στα πανάκριβα επιστημονικά εργαστήρια και τους επιταχυντές, έφτασαν την χελώνα αλλά δεν την ξεπερνούν επειδή φοβούνται ότι θα κάνουν λογικό λάθος. Αντίθετα μ’αυτούς οι προσωκρατικοί πρόγονοί τους φυσιολόγοι, με μόνο εργαλείο τον Λόγο έφτασαν σε συμπεράσματα που κεντρίζουν ακόμα τη σκέψη μας. Αυτοί μας έχουν έτοιμο λογικό εργαλείο για να προσεγγίσουμε τον εξελισσόμενο κόσμο και δε μένει παρά ν’απλώσουμε το χέρι μας και τα το πάρουμε.
ΣΕΞΤΟΣ VII 133
διό δει έπεσθαι τω, του λόγου δ᾽εόντος ξυνού
ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν
[Επειδή πρέπει ν’ακολουθούν τον Λόγο, που είναι κοινός-ένας για όλους, οι πολλοί, οι άνθρωποι, ζούν έχοντας δική τους βούληση και ιδιαιτερότητα].
Η ιδιαιτερότητα των ατόμων είναι εκ φύσεως νόμιμη, γιατί πατούν στο κοινό έδαφος που είναι ο Λόγος, δηλαδή την αντιφατικότητα που γεννά την διαφορότητα.
Το Ένα (ο Λόγος) και τα Πολλά, (οι άνθρωπο)ι, έχουν σχέση διαλεκτική η οποία είναι αντιφατική-ηρακλειτική και όχι αντιθετική-παρμενίδεια. ―Στην αντιθετική σχέση, ο διάλογος φτάνει ως τα όρια των εναντίων χωρίς να τα παραβιάζει. Στην αντιφατική σχέση ο διάλογος εισχωρεί βαθύτερα από την εξωτερική σχέση, παραβιάζοντας τα όρια των εναντίων και κατά συνέπεια την ταυτότητά τους―.
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60
κόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν
αλλ᾽'ην και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα
[Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο].
Ο κόσμος είναι αποτέλεσμα του εαυτού του και επειδή όλοι μετέχουν αυτού του κόσμου, έχοντας κοινές καταβολές, είναι ίδιος για όλους τους ανθρώπους. Έτσι όλοι μπορούν να κοινωνούν του Λόγου και να μπορούν να έχουν κοινές λογικές αντιστοιχίες.
Το πρόβλημα της αντικειμενικότητας και της δυνατότητας κοινής αντίληψης για τον κόσμο δεν είναι νέο. Όλες οι φιλοσοφικές θεωρίες θεωρούσαν αναγκαία τη διερεύνηση αυτού του θέματος ή τουλάχιστον ν’αναφερθούν σ’αυτό, για να μπορέσουν να πατήσουν σε κάποιο βάθρο που νομιμοποιεί την εγκυρότητα των απόψεών τους. Αυτό ακριβώς έκαναν καί οι δύο βάρδοι της προσωκρατικής νόησης, ο Ηράκλειτος για τη διαλεκτική και ο Παρμενίδης για τον ορθολογισμό. Το βάθρο αυτό για τον Ηράκλειτο είναι ο Λόγος ενώ για τον Παρμενίδη το Εόν. Το Εόν, όπως θα δούμε στην διαπραγμάτευση των απόψεων του Παρμενίδη, μολονότι είναι κι αυτό όπως ο Λόγος του Ηράκλειτου, Ουσία, Λέγειν και Λογική, διαφέρουν. Ο Λόγος έχει αντιφατική φύση ενώ το Εόν αντιθετική. Ο Πλάτων στη θέση του Λόγου και του Εόντος βάζει τις Ιδέες, που χωρίς την κοινωνία μ’αυτές δεν έχουμε εσωτερικές αντιστοιχίες για την ύπαρξη εγκύρων συνειρμών και ορθής γνώσης.
Ο κόσμος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι η αιώνια φωτιά που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο, όντας η συνεχής εναλλαγή γένεσης και θανάτου των όντων με Μέτρο. Το Μέτρο είναι και αυτό έννοια φορτισμένη όσο και ο Λόγος. Είναι η ουσία του Λόγου. Η αντιφατικότητα του Λόγου προϋποθέτει πάντα κάποιο Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης ως προς το άλλο. Έτσι το Μέτρο είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σχέσης που συνιστά ευκαιριακά την Ταυτότητα, ενώ συγχρόνως κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αυτή η Ταυτότητα αίρεται συνεχώς σε Άλλη. Το Μέτρο λοιπόν είναι διθυραμβικό, είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή. Γι’αυτό Πάντα “Είναι-ΜηΌντας”.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 388 Ε
πυρός άνταμοιβή τὰ πάντα και πυρ απάντων
όκωσπερ χρυσού χρήματα και χρημάτων χρυσός
[Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σ’εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό].
Ο Λόγος, το Μέτρο, η Αντιφατικότητα ουσιαστικοποιούνται στο Πυρ. Αυτό το Πυρ, στην αρχέγονη μορφή στην οποία το αντιλαμβάνεται ο Ηράκλειτος, είναι η Ενέργεια της σύγχρονης φυσικής, όπως έχει τονίσει και ο Χάιζεμπεργκ. Σήμερα είναι ευρύτατα διαδεδομένο, ότι όλα μετατρέπονται σε ενέργεια και η ενέργεια σε όλα και το Μέτρο είναι Ε=mc² όπως διατυπώθηκε απ’τον Αϊνστάιν. Η Διαλεκτική δέχεται ότι μια ορισμένη ποσοτική συσσώρευση, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπέρβαση του Μέτρου κάποιας σχέσης, μπορεί να διαταράξει αυτό το Μέτρο δίνοντας άλλη ποιότητα διαφορετικού Μέτρου. Επίσης γνωρίζουμε σήμερα ότι όλα τα υλικά σώματα για να υπάρχουν εκπέμπουν-λαμβάνοντας συνεχώς ενέργεια. Η ενέργεια και μάζα δεν έχουν σαφή διαχωριστικά όρια. Το Μέτρο σαν τελείως αφηρημένο εκφράζεται έτσι: Τίποτα δεν μπορεί από μόνο του, όλα υπάρχουν πάντα σαν κάποια συγκεκριμένη αντιφατική σχέση με κάτι άλλο, όπου τα στοιχειώδη που την συνιστούν αλληλοπροεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Η βαθύτερη ουσία μιας τέτοιας κατάστασης είναι η Αντιφατική Σχέση. Αν η ισορροπία που συνίσταται αυτή η σχέση διαταραχθεί υπερβαίνοντας το Μέτρο, αυτή καταλύεται-συντιθέμενη με άλλο Μέτρο ως Άλλη.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑΙ 24
ποταμοίς τοις αυτοις εμβαίνομέν τε και ουκ εμβαίνομεν είμέν τε και ουκ είμεν
[Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε].
Κάθε τι υπάρχει επειδή άλλα διέρχονται μέσα του κάνοντας το πραγματιότητα, δηλαδή συνεχώς καταλύονται-συντιθέμενα. Αυτός είναι ο λόγος που όλα αλλάζουν και η αιτία της αντιφατικής ταυτότητας των όντων. Κάθε τι είναι Αυτό όντας συγχρόνως Άλλο.
Σήμερα οι επιστήμονες ισχυρίζονται, ότι ο κβαντικός κόσμος είναι ένας χώρος δυνατότητας, όπου τίποτε δεν υπάρχει ως απόλυτα συγκεκριμένο πράγμα. Εκεί όλα βρίσκονται σε κατάσταση συνεχούς καταλυτικής-συνθετότητας, δηλαδή εκπέμπουν-λαμβάνοντας ενέργεια για να μπορούν να υπάρχουν. Έτσι κάθε τι που μπορούμε να φανταστούμε σαν πράγμα, είναι ένα γεγονός εύπλαστο, με ασαφή όρια αφού για να μπορεί να υπάρχει περνά μέσα του ενέργεια (πυρ), όπως το νερό στο ποτάμι.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 392β.
ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ
ουδέ της αυτής ουσίας άψασθει κατ’ έξιν
αλλ’ οξύτητι και τάχει μεταβολής, σκίδνησι και πάλιν συνάγει
και πρόσεισι και άπεισι,
ουδέ πάλιν ουδ᾽'ύστερον, αλλ᾽'άμα συνίσταται και απολείπει.
[Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα
αλλάζουν βίαια και γρήγορα, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα].
Μια τέλεια περιγραφή για το πως μπορεί να είναι η συνεχής αλλαγή και η αντιφατική ταυτότητα. Επίσης μας προϊδεάζει για το πως θα μπορούσε να είναι η περιγραφή της σχέσης σωματιδίου-κύματος ή σωματιδίου-πεδίου μέσω του οποίου γίνεται η ανταλλαγή ενεργείας. Το παράδειγμα του ποταμού γίνεται εύκολα αντιληπτό, το παράδειγμα όμως των στερεών ουσιών; ―Εντάξει αλλάζουν, αναφωνεί ο Πόππερ και ερμηνεύει: τα ξύλα σαπίζουν, τα μέταλλα σκουριάζουν, οι πέτρες θρυμματίζονται―. Ο Ηράκλειτος όμως ισχυρίζεται ότι καταλύονται-συντιθέμενα. Αν συνδέσουμε την έννοια της καταλυτικής-συνθετότητας των στερεών με αυτήν του ποταμού και της μετατροπής όλων των όντων σε ενέργεια (πυρ) και της ενεργείας σε όντα, συνάγουμε ότι όλες οι ουσίες καταλύονται-συντιθέμενες σύμφωνα με το Μέτρο τους. Το παγκόσμιο Πυρ (η ενέργεια) περνά μέσα απ’τις ουσίες και φεύγοντας για το σύμπαν κάποτε επιστρέφει σ’αυτές τις ουσίες, συνιστώντας τις σε Άλλες θέσεις ως όμοιες αλλά διαφορετικές.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙV10
γναφείω οδός ευθεία καὶ σκολιή μία εστί και η αυτή
(η του οργάνου καλουμένου κοχλίου εν τω γναφείω περιστροφή ευθεία και σκολιή)
[Η περιστροφική κίνηση στον κοχλία, είναι συγχρόνως καί ευθεία. Στον κοχλία η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής].
Το απόσπασμα αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί ο Ηράκλειτος δείχννει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την κίνηση. Αν συνδιαστεί με τα αποσπάσματα της ροής των υδάτων στον ποταμό και το περί καταλυτικής-συνθετότητας των όντων και των κόσμων, βλέπουμε ότι η μετακίνηση ενός γεγονότος από θέση Α σε θέση Β, είναι αποτέλεσμα της περιστροφικής διαδρομής στοιχειωδών υπογεγονότων τα οποία περνώντας μέσα από το γεγονός, αναχωρούν για το σύμπαν και επιστρέφοντας απ’το σύμπαν στο γεγονός το κάνουν πραγματικότητα. Η πορεία αυτών των στοιχειωδών υπογεγονότων, αφού το Ηρακλειτικό σύμπαν είναι άπειρο, δεν είναι απόλυτα κυκλική, αλλά πυκνή ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα που επιστρέφουν για να επαληθεύσουν τη θέση ύπαρξης του γεγονότος, το επαληθεύουν λίγο πιο κεί (το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το)· έτσι κινείται όντας Άλλο-Αλλού, όμοιο αλλά διαφορετικό απ’τον εαυτό του. Δηλαδή το υλικό γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο λίγο πιο κει, έχοντας ως κατάσταση αδρανείας την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ 396B7
συνάψειες όλα και ουχ’όλα, ξυμφερόμενον διαφερόμενον
συνάδον διάδον και εκ πάντων εν και εξ᾽ενός πάντα
[Όλα συμφωνούν-διαφωνώντας “συνιστούν-μη συνιστώντας” συνθέσεις συνίστανται-αποσυντιθέμενα, το Ένα συνίσταται από τα Πολλά και τα Πολλά από το Ένα].
ΑΡΕΙΟΣ ΔΙΔΥΜΟΣ ΚΑΤΑ ΕΥΣΕΒΙΟΝ Ε.Π. ΧV 20
ποταμοίσι τοίσι αυτοίσι εμβαίνουσιν έτερα και έτερα ύδατα επιρρεί
και ψυχαί από των υγρών αναθυμιώνται
[Στον ίδιο ποταμό άλλα νερά μπαίνουν και άλλα βγαίνουν, ακόμα εξατμίζονται κιόλας].
Δεν διαμορφώνεται μόνο το γεγονός από τις ουσίες που διέρχονται μέσα του, αλλά τις διαμορφώνει κιόλας. Υπάρχει αλληλεπίδραση.
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΕΙΣ Ξ. 200
ξυνόν γαρ αρχή και πέρας (επὶ κύκλου περιφερίας)
[Κοινή είναι η αρχή και το τέλος (στην περιφέρια του κύκλου)]
Αυτό το απόσπασμα θυμίζει Παρμενίδη: ξυνὸν δὲ μοί ἐστι, ὁππόθεν ἄρξομαι τόθι γὰρ πάλιν ἴξομαι αὖθις (Εγώ νομίζω ότι από κει που ξεκινάμε, εκεί ξαναγυρίζουμε κάποτε). Η φράση (ἐπὶ κύκλου περιφερίας), δεν ταιριάζει στον Ηράκλειτο αλλά στον Παρμενίδη. Ο Παρμενίδης δέχεται κόσμο σφαιρικό-κλειστό-τετελεσμένο-πεπερασμένο, ενώ ο Ηράκλειτος ανοικτό εν εξελίξει και άπειρο. (Αυτό φαίνεται κι απ’το απόσπασμα όπου χαρακτηρίζει τον Όμηρο αστρολόγο επειδή ασχυρίζεται μοῖραν δ᾽' οὔ τινα φημὶ πεφυγμένου ἔμμεναι ἀνδρων, (λέω ότι κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τη μοίρα του).
Ο Ηράκλειτος δεν πιστεύει ότι ο κόσμος μας είναι τετελεσμένος-προδιαγεγραμμένος και κλειστός αλλά αντίθετα σε αληθινό γίγνεσθαι όπου κάθε του στιγμή περιέχει το στοιχείο του ανεπανάληπτου. Κάθε τι έχει αντιφατική φύση και όντας διθυραμβικό, περνά από δύο αντιθετες θύρες συγχρόνως, τη θύρα της σύνθεσης και τη θύρα της κατάλυσης, Είναι-MηΌντας. Το απόσπασμα λοιπόν αυτό καλύτερα θ'αποδίδετο «κοινή είναι η αρχή και το πέρας» ή «κάθε τέλος είναι συγχρόνως κι αρχή».
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
πόλεμος πατήρ πάντων εστί
ΩΡΙΓΕΝΗΣ ΚΑΤΑ ΚΕΛΣΟΥ ΙV 42
ειδέναι δε τον πόλεμον είναι ξυνόν και δίκην έριν
και γινόμενα πάντα κατ᾽έριν και χρεώμενα
[Ο πόλεμος είναι πατέρας όλων]
[Πρέπει να ξέρουμε ότι ο πόλεμος είναι κοινός σε όλα και ότι η Δίκη είναι ή Έρις, γι’ αυτό όλα είναι αποτέλεσμα της Έριδας και της Ανάγκης]
Ο πόλεμος υπάρχει παντού, είναι η εσωτερική πάλη των αντιθέτων, που όλα τα όντα την περιέχουν μέσα τους και ξεχειλίζει έξω όταν είναι ανάγκη. Η Δίκη και η Έρις συνιστούν την αρχέγονη αιτιακή ώθηση της οποίας όλα είναι αποτέλεσμα.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΙΧ 9
ουκ εμού αλλά του λόγου ακούσαντες, ομολογείν σοφόν εστιν εν πάντα είναι
[Όχι εμένα αλλά τον Λόγο κατανοώντας, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι όλα συνιστούν μιαν ενότητα].
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ ΙΧ 9
εν το σοφόν, επίστασθαι γνώμην οτέη εκυβέρνησεν πάντα δια πάντων
[Σοφία είναι αυτό το ένα, ο Λόγος, που κυβερνά τα πάντα μέσω όλων των άλλων].
Το Ένα πραγματοποιείται διαμέσου των Πολλών και τα Πολλά δια μέσου του Ενός.Κάθε τι υπάρχει μέσω των άλλων και τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του. Τα Πολλά και το Ένα βρίσκονται σε συνεχή αλληλομετετροπή. Το Ένα ως Όλον και ως Στοιχειώδες, συνιστούν μιαν ενότητα που είναι ο Λόγος, το αέναο γίγνεσθαι, ο κοινός μηχανισμός της αντιφατικότητας, δηλαδή ο Διθύραμβος, το πέρασμα από δύο αντίθετες θύρες. Αυτός κυβερνά τα πάντα μέσω των πάντων.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ VΙΙΙ 6
Πυθαγόρης Μνησιάρχου ηστορίην ήσκησεν ανθρώπων μάλιστα πάντων και
εκλεξάμενος ταύτας τας συγγραφάς, εποιήσατο εαυτού σοφίην πολυμαθίην,
κακοτεχνίην
[Η πολυμάθεια δεν διδάσκει τρόπο σκέψης· γιατί θα εδίδασκε τον Ησίοδο, τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο].
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ VΙΙΙ 6
Πυθαγόρης Μνησιάρχου ηστορίην ήσκησεν ανθρώπων μάλιστα πάντων και
εκλεξάμενος ταύτας τας συγγραφάς, εποιήσατο εαυτού σοφίην πολυμαθίην,
κακοτεχνίην
[Ο Πυθαγόρας αφού μελέτησε περισσότερο απ’όλους τους ανθρώπους, συγκέντρωσε όλες αυτές τις γνώσεις επιτυγχάνοντας τη σοφία της πολυμάθιας που είναι κακοτεχνία].
Η πολυμάθεια, όπως τη θεωρεί εδώ ο Ηράκλειτος, είναι το γνωστικό ήθος δια του οποίου γίνεται ο κόσμος αποδεκτός σαν συνιστάμενος από πολλά αιώνια, έσχατα κι αναλλοίωτα στοιχειώδη, ιδεατά ή υλικά και γι’αυτό απορριπταίο. Αυτό το γνωστικό ήθος δέχεται
κάποιο κοσμικό σύστημα κλειστό-πεπερασμένο-τετελεσμένο, που λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά επαναλαμβάνει τα ίδια παίγνια. Στο σύστημα αυτό το γίγνεσθαι είναι φαινομενικό, δηλαδή νεκρό αφού γεννά νεκρά τέκνα όντας κακοτεχνία.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΡΟΣ ΚΟΛΩΤΗΝ 1118C
εδιζησάμην εμεαυτόν
[Διερεύνησα τον εαυτό μου].
Δίζως είναι ο Παν που έχει διπλή φύση. Ο εαυτός όπως όλα είναι κι αυτός διζήσιος, έχων αντιφατική φύση. Όσο περισσότερο κάποιος διερευνά το έσω βυθιζόμενος μέσα στον εαυτό, τόσο μακρύτερα ταξιδεύει έξω στο σύμπαν. Η ταυτότητα για τον Ηράκλειτο συνίσταται από αντιφατικά στοιχειώδη, άρα η διερεύνηση του εαυτού αφορά στοιχειώδη που μάχονται τον εαυτό τους. Δηλαδή το πολύ μικρό, το στοιχειώδες που βρίσκεται μέσα στον εαυτό, διαλέγεται αποκρινόμενο στο πολύ μακριά έξω, στο άπειρο σύμπαν. (Όπως είδαμε στον Αναξίμανδρο “αρχή και στοιχείον των όντων είναι το άπειρον” αλλά θα το δούμε και στην αντιφατική μονάδα του Ζήνωνα).
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ ΙΧ 7
ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο πάσαν επιπορευόμενος οδόν, ούτω βαθύν λόγον έχει
[Όποιο δρόμο κι αν πάρω, δεν θα βρω το πέρας της ψυχής, τόσο βαθιά βρίσκεται].
Είναι αδύνατον να φτάσεις στο βάθος κάποιου που βρίσκαται στο άπειρο. Η ψυχή για τον Ηράκλειτο, είναι ο Λόγος του Μεγάλου ως προς το Μικρό, του απείρου ως προς το μηδέν. Για τους διαλεκτικούς προσωκρατικούς το μεγάλο βυθίζεται στο μικρό και συγχρόνως το μικρό απλώνεται στο μεγάλο συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα. Έτσι υπάρχει η ριζική αντίληψη για την αντιφατικότητα του κόσμου ότι είναι διθυραμβική, δηλαδή ότι περνά συγχρόνως από δύο αντίθετες θύρες: τη θύρα του Γίγνεσθαι και τη
θύρα του Όλυσθαι, τη θύρα του απείρου και τη θύρα του μηδενός. Αυτή είνα η βασική έννοια της ελληνικής διαλεκτικής και του γίγνεσθαι ως αληθινού. Το πολύ μικρό, το ελάχιστο έχει τρόπο να περιέχει δυναμικά ένα πρόσωπο του Όλου, ως αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον.
Ψυχή για τον Ηράκλειτο είναι η έσχατη δυναμική δομή η οποία κλείνει μέσα στον χαρακτήρα του συγκεκριμένου όντος συγχρόνως κι ένα πρόσωπο του Όλου.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ 22
θυμώ μάχεσθαι χαλεπόν, ο γαρ θέλη ψυχής ωνείται
[Είναι πολύ δύσκολο να μάχεσαι τη βούλησή του, γιατί ό,τι θέλει το διαπραγματεύεται με την ίδια την ψυχή σου].
Η βελτίωση του εαυτού είναι δύσκολη γιατί αφορά την ίδια “την ψυχή της οποίας τα πέρατα δε μπορούν να βρεθούν”. Ο άνθρωπος πρέπει ν᾽αγωνιστεί ενάντια στον ίδιο του τον κληρονομικό μηχανισμό του, το DNA του το οποίο είναι απύθμενο, είναι όμως και ο κυριώτερος σύμμαχός του.
ΣΤΟΒΑΙΟΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΝ Ι 178
ψυχής εστι λόγος εαυτόν αύξων
[Ψυχή είναι το Μέτρο της εξελικτικής δυναμικής του εαυτού].
Αυτό που λέμε Λόγο, για τον εαυτό είναι το Μέτρο του Εγώ ως προς το Άλλο, του Έσω ως προς το Έξω, του Μεγάλου ως προς το Μικρό. Αυτό είναι το έσχατο αντιφατικό στοιχειώδες μέσα μας, που μας χαρακτηρίζει ως όντα, περιέχοντας με έναν ιδιαίτερο τρόπο κάθε ένα το Όλον. Αυτό μπορούμε να ονομάσουμε κατά τον Ηράκλειτο ψυχή και δεν μας απαγορεύει τίποτα λογικά, να το ονομάσουμε DNA καθενός.
ΩΡΙΓΕΝΗΣ ΚΑΤΑ ΚΕΛΣΟΥ VI 12
ήθος γαρ ανθρώπειον μεν ουκ έχει γνώμας, θείον δε έχει
[Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι απρόβλεπτη, ενώ η θεϊκή προβλέψιμη].
Ο άνθρωπος που δημιούργησε τους θεούς, μπορεί να τους “προβλέψει”. Τον ίδιο τον άνθρωπο όμως που είναι αποτέλεσμα της απύθμενης και αντιφατικής φύσης, δεν μπορεί.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
αιών παίς εστι παίζων πεττεύων, παιδός βασιληίη
[Ο χρόνος είναι σαν το παιδί που παίζει πεσσούς, είναι η βασιλεία του παιδιού].
Λέγεται ότι οι πεσσοί ήταν ένα έντεχνο, διανοητικό, ημιτυχερό παίγνιο, το οποίο ήθελε στρατηγική και πείρα και το έπαιζαν οι μεγάλοι. Ο μεγάλος είναι έξω από το παιγνίδι, σχεδιάζει αντικειμενικά και κινείται με γνώμονα τη λογική. Το παιδί αντίθετα όντας μέσα στο παιγνίδι και κινούμενο με πάθος, παύει να είναι ο εαυτός του και βυθίζεται στο Άλλο. Η αξία όμως του παιγνιδιού βρίσκεται στο ότι το παιδί υπερβαίνει τον εαυτό του, μπαίνοντας σ’άλλη πραγματικότητα.
Ο χρόνος είναι η βασιλεία του παιδιού, που όντας αντιφατικός, αίρει συνεχώς τον εαυτό του: το χθές δεν υπάρχει, το αύριο δεν υπάρχει, το τώρα είναι μόνο, που είναι Πάντα Άλλο. Ο χρόνος είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος. Η μηδενική αιχμή που είναι αιώνια στην μηδενικότητά της. Είναι η αντιφατικότητα γυμνή. Ο κόσμος χρονικά είναι μόνο Τώρα-Πάντα-Άλλος. Η αντιφατική προσέγγιση του Ηράκλειτου για τον κόσμο και τα γεγονότα, δεν αφήνει καμιάν αμφιβολία ότι δέχεται έναν κόσμο όπου τα αντίθετα συνιστούν ενότητες αντιφατικής αλληλεξάρτησης μεταξύ τους, όπως φυσικά το Είναι ο Χώρος και ο Χρόνος.
Γενικότερα οι Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων δέχοντα τη σχέση αντιφατικής ενότητας μέρους και όλου, που ως έσχατο αντιφατικό στοιχειώδες συνιστά γενετική σχέση με το άπειρο. Έτσι η ταυτότητα όλων των όντων και γεγονότων είναι μια συνεχής αυτοαναιρούμενη ευκαιριακή σχέση, σαν ένας χωρο-χρονικός διάλογος με το σύμπαν που παίρνει συγκεκριμένη μορφή σύμφωνα με το ανάλογο Αντιφατικό Μέτρο.
Η άποψη αυτή την εποχή εκείνη δεν ήταν επαναστατική, αλλά μια αποδοχή που απέρρεε από την μυθολογία. Σύμφωνα μ’αυτήν, ο κόσμος γεννήθηκε από την ένωση της Ρέας και του Κρόνου. Η Ρέα θα μπορούσε να είναι η παγκόσμια πρωτογενής ροή ζωής, ας πούμε ο Χώρος και ο Κρόνος θα μπορούσε να είναι ο Χρόνος, όχι ως διάρκεια αλλά στην αρχέγονη μορφή του ως ρυθμός επανάληψης, δηλαδή περιστροφή, ο Ουρανός.
Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Κρόνος, ο Χρόνος, μπορεί να είναι Χωρό-νος, (αυτός που γεννά τον χώρο) ή ο Ὡρό-νος (αυτός που γεννά τις ώρες, τα όρια, τις εποχές) και μπορεί να είναι Ουρα-νός που είναι συνώνυμο με τον Ωρα-νό (Ώρα, ώρος, ούρος, όρος, όριο κλπ). Δηλαδή ο Κρόνος (Χρόνος) είναι αυτός που με την περιστροφή του κάνει την Ρέα να μετατρέπεται σε Χώρο, αλλά συγχρόνως και τη σχέση του ρυθμού με την ροή να κάνει τον ρυθμό χρονική διάρκεια. Η ενότητα Χώρου και Χρόνου, είναι η αντιφατική σχέση ρυθμού-ροής όπου το ένα μάχεται το άλλο αλλά συγχρόνως το πραγματοποιεί κιόλας. Αυτή η σχέση είναι η ίδια η ζωή, ο Ζεύς, ο αιώνιος ερωτικός χορός του σύμπαντος. (Γι’αυτό ο Ζευς παρουσιάζεται ως έχων απεριόριστες ερωτικές περιπέτειες, είναι ο Πρώτος Έρωτας).
Ο Χρόνος ως διάρκεια κι ο Χώρος ως έκταση αφορούν τα ευκαιριακά και σχετικά γεγονότα, η Ουσία όμως είναι η ενότητα “Είναι-Χώρου-Χρόνου”, που συνεχώς τα γεννά.
Ο Κρόνος από μόνος του είναι η αντιφατικότητα γυμνή, ο πρώτος διθύραμβος, ζει τρώγοντας τον εαυτό του. Η Ρέα από μόνη της είναι και αυτή διθυραμβική, είναι το μηδενικό και άπειρο, το χωρίς σχήμα και μορφή, το άδειο πρόσωπο του όλου με καμιά ιδιότητα και συγχρόνως εν δυνάμει όλες μαζί, όντας καί αυτή η αντιφατικότητα γυμνή.
Η Ρέα και ο Κρόνος συνιστούν μιαν ενότητα, το άπειρο χωρο-χρονικό γίγνεσθαι του κόσμου που συνεχώς ζει-πεθαίνοντας, όντας ένας θνήσκων διθυραμβικός θεός, ο Ζευς.
Το χωροχρονικό αυτό Γίγνεσθα είναι μια συνεχής καταλυτικο-συνθετική πορεία, της οποίας κάθε ελάχιστο τμήμα τείνοντας προς το μηδέν, τείνει συγχρόνως προς το άπειρο. Έτσι το χωρο-χρονικό στοιχειώδες αυτής της καταλυτικο-συνθετικής πορείας, μολονότι στοιχειώδες, συγχρόνως περιέχει δυναμικά το άπειρο.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ 38
απιστίη διαφυγγάνει μη γιγνώσκεσθαι
[Η απιστία αποτρέπει από την άγνοια].
Η αμφιβολία είναι η γνώση.
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ ΙΙΙ 24
εάν μη έλπηται ανέλπιστον ουκ αν εξευρήσει ανεξερεύνητον εόν και άπορον
[Χωρίς ελπίδα το ανέλπιστο δεν επιτυγχάνεις].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
όσων όψις ακοή μάθησις, αυτά εγώ προτιμέω
[Προτιμώ σαν στοιχεία γνώσης αυτά που εγώ βλέπω και ακούω].
ΑΡΙΣΤΟΤΈΛΗΣ ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΩΝ 443Α 23
ει πάντα τα όντα καπνός εγένετο, ρίνες αν διαρυγνοίεν
[Αν τα πάντα ήταν καπνός θα τ’αντιλαμβανόμεθα με τη μύτη].
Δεν είναι αρκετή μόνο η εμπειρία.
ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΧΙΙ 27
οφθαλμοί γαρ των ώτων ακριβέστεροι μάρτυρες
[Οι οφθαλμοί είναι ακριβέστεροι μάρτυρες από τ’αυτιά].
Προτιμώ αυτά που εγώ βλέπω παρά αυτά που μου διηγούνται.
ΣΕΞΤΟΣ VII 126
κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί καὶ ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων
[Οι βάρβαροι δεν ξέρουν ούτε να ακούνε ούτε να βλέπουν].
Ο πολιτισμός είναι η δυνατότητα επεξεργασίας της εμπειρίας κι αυτή πρέπει να γίνεται μέσω του Λόγου. Οι βάρβαροι γνωρίζουν καλά το ναι-ναι και το ου-ου, δηλαδή ότι κάθε τι είναι ταυτόν με τον εαυτό του. Οι διαλεκτικές-διαφορικές αναλύσεις θέλουν παιδία πέραν της βαρβαρότητας.
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60
αιρεύνται γαρ εν αντί πάντων οι άριστοι, κλέος αέναον θνητόν,
οι δε πολλοί κεκόρηνται όκωσπερ κτήνεα
[Οι άριστοι αντί για τα Πολλά προτιμούν το Ένα, τον Λόγο, την αιώνια λάμψη της θνήσκουσας γνώσης. Οι πολλοί ικανοποιούνται όπως τα ζώα (με ό,τι έρχονται σε άμεση επαφή, τα πολλά)].
Ο Λόγος είναι αιώνια θνήσκων, γιατί το περιεχόμενό του συνεχώς αλλάζει. Υπάρχει Πάντα συνεχώς Άλλος. Έτσι ενώ είναι Ένας μοιάζει με Πολλά αλλάζοντας περιεχόμενο.
ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ 7α
ώσπερ σάρμα εική κεχυμένον ο κάλλιστος κόσμος
[Σαν σκουπίδια χυμμένα εδώ κι εκεί μοιάζει ο όμορφος κόσμος].
Τύχη και αναγκαιότητα. Το τυχαίο κάπου στο βάθος έχει κρυμμένη κάποια αιτία, που τις περισσότεραες φορές είναι δύσκολα ανιχνεύσιμη και πολυδιάστατη. Έτσι η αρμονία είναι κρυφή, κι όταν κάποιος έχει μάτια βαρβάρου δεν την βλέπει.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΚΑ 355 α 13
ήλιος ου μόνον νέος εφ᾽ημέρη εστίν, αλλ᾽αεί νέος συνεχώς,
κάθαπερ Ηράκλειτός φησι
[Ο Ηράκλειτος ισχυρίζεται ότι η ήλιος δεν είναι μόνο καθε μέρα νέος αλλά πάντα νέος].
Ο Ξενοφάνης πρότεινε την άκρως επαναστατική άποψη για την εποχή του ότι «ο ήλιος είναι κάθε μέρα νέος». Λέει ο Ξενοφάνης: τον δε ήλιον εκ μικρών πυριδίων αθροιζομένων γίγνεσθαι καθ᾽ εκάστην ημέραν. Αυτή η άποψη, εν μέρει αποδίδεται και στον Ηράκλειτο, μολονότι ο Ηράκλειτος διαφωνεί με τις αντιλήψεις του Ξενοφάνη. Η δική του άποψη μάλλον είναι: ήλιος αεί νέος εστίν.
Στις δύο αυτές απόψεις υπάρχει μια βασική διαφορά: Ο Ξενοφάνης πιστεύει ότι ο κόσμος αλλάζει φαινομενικά και ότι αληθινα στο βάθος του είναι αμετάβλητος, αφού τα έσχατα από τα οποία συντίθεται είναι αναλλοίωτα και άρρητα. Όταν λοιπόν ισχυρίζεται ότι “ο ήλιος είναι κάθε μέρα νέος”, εννοεί ότι κατά τη δύση του αποσυντίθεται και κατά την ανατολή του, την άλλη μέρα, ξανασυντίθεται από αυτά τα μικρά στοιχειώδη που ονομάζει “πυρίδια”. Τα πυρίδια, όπως κάθε στοιχειώδες κατά τον Ξενοφάνη, πρέπει να είναι άρρητα και μη γνώσιμα, αφού γι’αυτόν το αληθινά υπάρχον, όντας έσχατο και αναλλοίωτο είναι Πάντα-Αυτό έτσι. Αυτό δεν δέχεται άλλη συζήτηση παρά μόνον ότι είναι πάντα ταυτόν με τον εαυτό του, μη έχοντας για διερεύνηση περαιτέρω δομή.
Ο ήλιος λοιπόν του Ξενοφάνη ανερχόμενος απ'το Χάος, ανασυντίθεται κάθε μέρα αλλά ολόιδιος, γιατί κάθε βράδυ αποσυντίθεται στα ίδια στοιχειώδη πυρίδια που είχε συντεθεί. Ο κόσμος του Ξενοφάνη, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μοιάζει πολύ με τον κόσμου του Παρμενίδη, ο οποίος Ξενοφάνης δεν είναι απίθανο να ήταν δάσκαλος του Παρμενίδη. Αυτός ο κόσμος ως Όλον είναι κλειστός, ακίνητος, πεπερασμένος και τετελεσμένος γιατί συνίσταται από άρρητα μη γνώσιμα έσχατα στοιχειώδη, τα οποία όντας αναλλοίωτα, προϋποθέτουν την σύσταση κλειστού συστήματος λειτουργίας. Αυτό λειτουργώντας παράγει προδιαγεγραμμένο αριθμό παιγνίων, τα οποία από μια στιγμή και μετά θα απαναλαμβάνονται επ’άπειρον.
Αντίθετα ο Ηράκλειτος πιστεύει ότι στη θέση που βλέπουμε τον ήλιο, υπάρχει συνεχής ροή στοιχειωδών σωματίων “Αείζωου Πυρός”, τα όποία ταξιδεύοντας στο σύμπαν και επιστρέφοντας κάποια στιγμή από αυτό, συνιστούν τον ήλιο. Επειδή το σύμπαν του Ηράκλειτου είναι άπειρο και ανοικτό, αυτά επιστρέφοντας δεν κάνουν απόλυτα κυκλικό ταξίδι, αλλά πυκνό σπειροειδές. Έτσι δεν επαληθεύουν απόλυτα τη θέση που ξεκίνησαν, αλλά την επαληθεύουν-διαψευδοντάς την, δηλαδή λίγο πιο κει. Ο ήλιος λοιπόν προχωρά όντας πάντα λίγο διαφορετικός απ’ότι ήταν, αφού τα στοιχειώδη πυρός που τον συνιστούν διαλέγονται στη διαδρομή τους με άλλα στοιχειώδη αλλάζοντας λίγο. Έτσι ο ήλιος προχωρά επειδή συντίθεται-καταλυόμενος λίγο πιο κεί και λίγο διαφορετικός. Επίσης τα στοιχειώδη που τον συνιστούν συνίστανται-καταλυόμενα καί αυτά από άλλα μικρότερα στοιχειώδη και αυτό επ’άπειρον. Δηλαδή καταλήγουν στο έσχατο επίπεδο του κόσμου που είναι, όπως αναφέρει ο Ζήνων, μηδενικό και άπειρο, ακίνητο και ακαριαίο, δηλαδή η αντιφατικότητα γυμνή, το εν δυνάμει Είναι.
ΘΕΜΊΣΤΙΟΣ, ΛΟΓΟΙ 5 σ, 69
φύσις κρύπτεσθαι φιλεί
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
αρμονίη αφανής φανερής κρίττων
[Στη φύση αρέσει να κρύβεται, η κρυφή αρμονία είναι ανώτερη από την φανερή].
Ο κόσμος είναι πολυδιάστατος και πέραν της επιφάνειας που είναι μεν αληθινή, αλλά υπάρχει και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου που είναι κρυμμένο. Ακόμα αυτό που ερχόμαστε σε άμεση επαφή είναι αποτέλεσμα του κρυφού κόσμου. Και επειδή ο κόσμος αλλάζει συνεχώς για να δούμε την κρυφή αρμονία του, πρέπει να το δούμε δια μέσου του μηχανισμού της αλλαγής. Η εμπειρία με τα μάτια κάποιου βαρβάρου είναι σάρμα ώσπερ εική κεχυμένον. Ο κάλλιστος κόσμος όμως γίνεται ορατός με νόμους που περιέχονται στον Λόγο.
Από τότε υπήρχε θέμα για την αξία της εμπειρίας και του τρόπου αξιολόγησής της. Ο ορθολογισμός απεδέχετο τον κόσμο που ερχόμαστε σε άμεση επαφή σαν φαινομενικό και θέλοντας να υπερβεί τη φαινομενικότητά του, αφαιρούσε το στοιχείο που θεωρείτο ότι γεννούσε τη φαινομενικότητα. Αυτό ήταν το “Μη-Είναι”, το οποίο στον ορθολογισμό γινόταν δεκτό στην απόλυτή του μορφή, ως απολύτως μη υπάρχον. Έτσι η ορθολογική διαδικασία αρνούμενη την αντιφατικότητα του πράγματος θεωρεί το αληθές ως απόλυτα αναλλοίωτο. Αντίθετα η διαλεκτική έχοντας σαν σκαλί την επιφάνεια που είναι το “πράγμα” , ανεβαίνει στο πράγμα σαν “Μετρο της Αντιφατικότητας” που είναι η κίνηση σαν Ουσία και Λόγος, Η Διαλεκτική μολονότι αντιλαμβανεται ότι ο κόσμος αναλύεται σε επίπεδα, τα θεωρεί ως μιαν ενότητα όπου η όποια προτεραιότητα είναι συμβατική.
ΠΛΟΥΤΑΣΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΧΡΑΝ ΕΜΜΕΤΡΑ ΝΥΝ ΤΗΝ ΠΥΘΙΑΝ 397 Α
σίβυλλα δε μαινομένω στόματι αγέλαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα
φθεγγομένη χιλίων ετών εξικνείται τη φωνή δια τον θεόν
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΧΡΑΝ ΕΜΜΕΤΡΑ ΝΥΝ ΤΗΝ ΠΥΘΙΑΝ 404D
ο άναξ, ου το μαντείον ἐστί το εν δελφοίς, ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει
[Η Σίβυλλα πέραν της καθερωμένης ευπρέπειας μαινομένη, αγέλαστα και ακαλλώπιστα
φθέγγεται. Εκφέρει τους φθόγγους του νέου Λόγου ο οποίος σημαίνει (που λέγεται για πρώτη φορά). Μαίνεται την ιερή τρέλα του Διονύσου, από το στόμα της μιλά ο ίδιος ο θεός ο οποίος δεν συμβολίζει ούτε αποκαλύπτει αλλά σημαίνει (εκφέρει τον Νέο Λόγο, την πρωταρχική αλήθεια)].
Ο Λόγος της Φύσης που είναι ο Θεός, είναι διθυραμβικός, αντιφατικός, περνώντας συγχρόνως από τις δύο θύρες της νόησης: πατά καί στην άρνηση καί στην κατάφαση: διηγεύται κατά φύσιν, φράζων οκώς έχει. Βρίσκει το αντιφατικό Μέτρο σε όλα, λέγοντάς τα όπως είναι. Φθέγγεται την αντιφατική γλώσσα. Χιλίων ετών εξικνείται τη φωνή, εξακοντίζει την φωνή στο μέλλον. Έχουν περάσει 2500 χρόνια κι αυτή η φωνή δεν έφτάσε ακόμα στον ακριβή προορισμό της.
Η αντιφατικότητα που είναι Λόγος και Ουσία συγχρόνως, είναι ένας άλλος λόγος που λέγεται μόνον έτσι και δεν χωρά στη λογική των τεσσάρων αρχών του Ξενοφάνη, του Παρμενίδη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, την διαρρηγνύει. Ο Λόγος αυτός δέχεται βολές από αγάπη και μίσος. Άλλοι τον διαβάλλουν, άλλοι τον παρερμηνεύουν, άλλοι τον εξωραΐζουν. Φίλοι, εχθροί, μεταφυσικοί, άγιοι πατέρες.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΕΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩΙ ΠΟΛΙΤΕΥΤΕΟΝ 787C
κύνες γαρ καταβαΰουσιν ων μη γινώσκωσιν
[Οι σκύλου γαυγίζουν αυτούς που δεν γνωρίζουν].
Στον ανόητο και τον σκεπτικιστή η μεγάλη αλήθεια προκαλεί γέλιο, αν δεν γελάσουν αυτοί, μπορεί να μην είναι μεγάλη αληθεια. (Λάο Τσε)
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ ΙΙ 29, ΙΙ 24
ου γαρ φρονέουσι τοιαύτα πολλοί οκόσοι εγκυρεύσιν
ουδέ μαθόντες γινώσκουσιν εαυτοίσι δε δοκέουσι
[Δεν σκέπτονται έτσι πολλοί απ’αυτούς που ερευνούν, ούτε κάποιος μπορεί να γνωρίζει μαθαίνοντας, αλλά χρησιμοποιώντας τον νου του, τη δική του σκέψη].
―Οι μαθητές των μαθητών αναπαράγουν το παρωχημένο.
―Η αληθινή γνώση δεν είναι μόνο θέμα μάθησης, γιατί:
ακούσαι ουκ επιστάμενοι ουδ᾽ειπείν,
[Αυτοί που μαθαίνουν από άλλους δεν ξέρουν τίποτα να πουν].
ΚΛΗΜΗΣ ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ 34
ει μη γαρ Διονύσω πομπήν εποιούντο και ύμνεον άσμα αιδοίοισιν αναιδέσταα είργαστ᾽αν,
ωυτός δε Αΐδης και Διόνυσος, ότεω μαίνονται και ληναΐζονται
[Αν η φαλική πομπή και άσμα της γονιμότητας, δεν ήταν προς χάριν του Διονύσου, θα ήταν συμπεριφορά αναιδέστατη, γιατί ο Διόνυσος είναι αυτός ο ίδιος ο Άδης που για χάρη του μαίνονται και βακχεύουν].
Στη χαρά του διονυσιακού γλεντιού δεν πρέπει να ξεχνιέται όλο αναίδια ο Άδης, αλλά ούτε τη χαρμολύπη να μετατρέπουν σ’ευδαίμονα χαρά μπεκρουλιάζοντας όπως ο Αρχίλοχος. Η τραγικότητα είναι διθυραμβική, γι’αυτό η αντιφατικότητα του υμνουμένου γεγονότος, πρέπει να τονίζεται. Πρέπει να βρίσκεται το Μέτρο της χαράς ως προς αυτό της λύπης, δηλαδή ο Λόγος τους:
ζωιρός και βαθύς, στη μάχη χορευτής
στους πολεμιστάδες ο ευθυμότερος
στους νικητάδες ο σκεπτικότερος… Νίτσε
Άραγε μπορεί ο Ηράκλειτος να προσφέρει σήμερα για να είναι ακόμα ζωντανός;
Όταν ο Νιλς Μπορ ονομάστηκε ιππότης από τον βασιλιά της Δανίας για την προσφορά του στην επιστήμη, ως οικόσημο επέλεξε μιαν ασπίδα που στο κέντρο της υπήρχε το χαρακτηριστικό ανατολίτικο σύμβολο της ενότητας των αντιθέτων. Αυτό αναμφίβολα θα μπορούσε να χαρακτηριστει ως Παρμενίδειο.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες οι οποίοι δέχονται ότι η κβαντομηχανική δίνει πλήρεις περιγραφές, οι δυναμικές ιδιότητες των κβαντικών αντικειμένων προ της μέτρησης, υπάρχουν εν δυνάμει και γίνονται εν ενεργεία, κατά τη διαδικασία της μέτρησης. Επί πλέον ισχυρίζονται ότι το μετρούμενο γεγονός, το μέσο μέτρησης και ο παρατηρητής, συνιστούν μια κβαντική ενότητα κατά τη διαδικασία της μέτρησης. Επίσης ισχυρίζονται ότι όλα εξελίσσονται σ’έναν εν δυνάμει κόσμο που ανταποκρίνεται μ’έναν υπερφωτεινό και αντιτερμινιστικό τρόπο στις πειραματικές διαδικασίες. Αυτός ο τρόπος ανταπόκρισης αφήνει υποψίες μιας ακαριαίας επικοινωνιακής δραστηριότητας ή αλληλεπίδρασης, που αντιστρατεύεται τη θεωρία της σχετικότητας στο θέμα της μέγιστης ταχύτητας. Έτσι οι ντετερμινιστές θεωρούν την κβαντομηχανική προς το παρόν ανεπαρκή, κρίνοντας ότι της διαφεύγουν κάποιες κρυφές μεταβλητές οι οποίες αν εγίνοντο γνωστές ο ντετερμινισμός θα αποκαθίστατο. Μολονότι ο Μπορ γνώρίζε την επισήμανση του Αϊνστάιν ότι η κβαντομηχανική δεν μπορεί παρά να αποδέχεται σιωπηρά την ύπαρξη ακαριαίων αλληλεπιδράσεων, δέχεται την συμπληρωματικότητα σωματίων και κυμάτων (εν δυνάμει και εν ενεργεία), που είναι ένα είδος υπαναχώρησης ή ελιγμού σχετικά μ’αυτήν την επισήμανση. Αν υπάρχει επίπεδο στα “υπόγεια” του κόσμου μας που αντιδρά ακαριαία, ο κόσμος μας έχει αντιφατική φύση (κάτι που επαληθεύει τον Ηράκλειτο), αν δεν υπάρχει ακαριαία δραστηριότητα, ο κόσμος έχει αντιθετική φύση (κάτι που επαληθεύει τον Παρμενίδη). Η αντιθετικότητα κι η συμπληρωματικότητα, προϋποθέτουν τ’αντίθετα να είναι στο βάθος αληθινά αυτόνομα και η ταυτότητα του ερευνουμένου στοιχείου με τον εαυτό του, αν και παροδική να είναι ουσιαστική και όχι συμβατική. Τότε οι αλληλεπιδράσεις, αν και θα μπορούσαν να υπερβαίνουν την ταχύτητα του φωτός, δεν θα μπορούσαν να είναι ακαριαίες. Ενώ αντιθέτως η αντιφατικότητα που θα συμβάδιζε με το ακαριαίο σ’αυτόν τον εν δυνάμει χώρο, θέλει τα αντίθετα να προεκτείνονται το ένα βαθιά μέσα στο άλλο, χωρίς να αφήνουν κάποιο έσχατο περιθώριο αυτονομίας ή απόλυτα συγκεκριμένης ταυτότητας.
Η αντιθετικότητα είναι το βάθρο επάνω στο οποίο στηρίζεται ο ορθολογισμός και με την προϋπόθεση αποδοχής του κλειστού συστήματος για τα ερευνούμενα γεγονότα ή τις σχέσεις τους και κατ’επέκταση της αποδοχής του κόσμου ως πεπερασμένου, γίνεται ντετερμινισμός.
Βλέπουμε όμως από τη μια τους αντιτερμινιστές να κάνουν σοβαρή προσπάθεια να αφεθεί μια μικρή πορτίτσα να μπορέσει στο μέλλον να εισδύσει ο ντετερμινισμός με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Από την άλλη οι ντετερμινιστές παρακάμπτουν τις αντιρρήσεις του Αϊνστάιν, αποδεχόμενοι τουλάχιστον υπερφωτεινές διαδικασίες στον κβαντικό κόσμο, δηλαδή την ύπαρξη “κρυφών παραμέτρων”, που όντας υπερφωτεινές, δεν είναι ανιχνεύσιμες, αφού μέχρι τώρα μόνο φωτονιακές διαδικασίες μπορούμε πειραματικά να διερευνήσουμε.
Ακόμα υπάρχουν ακραίοι αντιτερμινιστές επιστήμονες που κινούνται βίαια προς τον μυστικισμό. Πιστεύουν ότι τα όρια της ανθρώπινης σκέψης, φτάνουν ως εκεί, κι ότι η επιστήμη πρέπει να αποδεχτεί την αδυναμία της να εμηνεύσει πλήρως τα γεγονότα του κόσμου μας.
Όσο για τον παραδοσιακό ντετερμινισμό, ας δούμε τι ισχυρίζεται ο Αϊνστάιν που τάσσεται με το μέρος του, σε συνέντευξη στον Τζώρτζ Σ. Μπίρεκ το 1930: Η πορεία μας είναι προκαθορισμένη από παράγοντες που δεν ελέγχουμε. Ιδίως από μυστηριώδεις αδένες που η φύση έχει αποστάξει την αυθεντική ουσία της ζωής, τις εσωτερικές μας εκκρίσεις. Είμαι ντετερμινιστής, δεν πιστεύω στην ελεύθερη βούληση…
Αυτό σημαίνει ότι ο μεγάλος επιστήμονας και ανθρωπιστής, παραμερίζοντας ή παρανοώντας την φιλοσοφική αξία της “Θεωρίας της Σχετικότητας”, ήταν στο βάθος συνειδητά ή ασυνείδητα Παρμενίδειος, Αριστοτελικός και Καρτεσιανός. Δηλαδή δεν αποδέχτηκε ούτε κατανόησε την Ηρακλειτική διαλεκτική η οποία συμβαδίζει συνεπώς με την σχετικότητας των καταστάσεων και των πραγμάτων του κόσμου μας. Ο κόσμος του λοιπόν ως ντετερμινιστικός θα έπρεπε να είναι κλειστός προδιαγεγραμμένος και τετελεσμένος. Ο Νιλς Μπορ όμως μολονότι ήταν αντιτεμινιστής, με την επιλογή αυτού του συμβόλου ως έσχατο καταφύγιο της αλήθειας, δείχνει Παρμενίδεια αντίληψη, αντιθετική κι ορθολογική. Είναι φανερό ότι καί ο Μπορ δεν αποδέχεται την αντιφατικότητα.
Οι σύγχρονοι επιστήμονες, έχοντας επενδύσει τα πάντα στον ορθολογισμό και την τυπική λογική, η οποία φυσικά είναι η βάση της τεχνητής νόησης και του ηλεκτρονικού υπολογιστή, δεν είναι τόσο επαναστάτες να ξηλώσουν όλο αυτό το οικοδόμημα και να ορθώσουν ένα νέο. Γι’αυτό ο Ηράκλειτος έχει κάτι νέο να πει: Ο κόσμος έχει φύση αντιφατική, η Κίνηση είναι η Ουσία και τα πράγματα είναι ιδιότητές της. Ο Λόγος είναι ο τρόπος που έτσι ακριβώς λέγεται ο κόσμος. Η “ταυτότητα” είναι αυτοαναιρούμενη και αντιφατική. Ο “νόμος της αιτιότητας” είναι πολλαπλά και ίσως απειροστικά αμφίδρομος, ενώ η “αλυσίδα της αιτίας” απείρως πολυδιάστατη. Ο χώρος, ο χρόνος, το πλήρες και το κενό, η κίνηση και η ταχύτητα, το μεγάλο και το μικρό, το γίγνεσθαι και το όλλυσθαι παίρνουν άλλη μορφή καταλυτικο-συνθετική και θέλουν όλα μιαν άλλη νέα προσέγγιση, μια νέα μαθηματική περιγραφή, αντιφατική-ηρακλειτική.
Επίσης η νεοανερχόμενη “Θεωρία του Χάους” απ’ότι φαίνεται έχει πάρει λάθος δρόμο, μολονότι οι ενδείξεις είναι κατά της ορθολογικής νοητικής πρακτικής, συνεχίζει τη χρήση της μη έχοντας κατανοήσει ότι “μπήκε σε χωράφια”, που έχουν καλλιεργήσει οι αρχαίοι βάρδοι της διαλεκτικής. Το ονομαζόμενο “Χάος” είναι η αντιφατικότητα του Είναι και διέπεται από διαλεκτική και όχι από ορθολογισμό.
Ο Ηράκλειτος σαν Σύβιλλα χιλίων ετών εξικνείται τη φωνή, εξακοντίζει τη φωνή στο μέλλον. Η φωνή του δεν έφτασε ακόμη στο στόχο γιατί “δεν ξέρουμε ούτε να την ακούμε ούτε να την μιλάμε”, “είμαστε κοιμώμενοι καθένας στον δικό του κόσμο”.
Ο ΛΟΓΟΣ
Μολονότι έχουμε συζητήσει για την έννοια του Λόγου, είναι ανάγκη να ξαναδούμε το θέμα λόγω της μεγάλης του φόρτισης: Η ουσία, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, είναι σύμφυτη με το Νοείν και το Νοείν είναι πεφατισμένο σε κάθε Ον. Συμφωνούν λοιπόν ο Παρμενίδης και ο Ηράκλειτος ότι η παγκόσμια ενότητα βρίσκεται στο Λόγο. Ο Λόγος είναι συγχρόνως Νόηση Ουσία και Λέγειν. Η διαφορά τους όμως βρίσκεται στη Λογική. Ο Παρμενίδη λοιπόν και ο Ηράκλειτος επίσης συμφωνούν ότι ο άνθρωπος είναι πεφατισμένος με Νόηση και Λόγο. Άλλος όμως ο Λόγος του Ηράκλειτου και άλλος ο Λόγος του Παρμενίδη. Ο Λόγος του Παρμενίδη είναι αντιθετικός, έχοντας σαν ραχοκοκαλιά τον ορθολογισμό, ενώ του Ηράκλειτου αντιφατικός, έχοντας σαν ραχοκοκαλιά τη Διαλεκτική. Ο Λόγος του Παρμενίδη είναι ο Δρόμος που ο διανοητής φτάνει στο Εόν, το αληθώς υπάρχον, ενώ ο Λόγος του Ηράκλειτου είναι η ίδια η Ουσία, το Γίγνεσθαι και η Διαλεκτική Σκέψη. Ο Ηράκλειτος με την έννοια “Λόγος” μας οδηγεί στην λογική της φύσης, τη λογική του ζώντος, που κατ’αυτόν είναι το αντιφατικής πειθαρχίας συντεταγμένο λέγειν.
Ο Ξενοφάνης είχε ισχυριστεί ότι όλα στο απώτατο βάθος είναι ακατάληπτα. Δηλαδή
υπάρχουν πολλά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη που συνιστούν το Όλον αλλά καθένα απ’αυτά είναι άρρητο, αξίωμα, όντας μια ταυτότητα καθαυτή που ο Πλάτων όρισε ως Ιδέα. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι ο Ξενοφάνης όπως κι ο Παρμενίδης δέχονται τον κόσμο πεπερασμένο, τετελεσμένο και σφαιρικό. Ο Ηράκλειτος αντιστρατεύεται την έννοια του άρρητου, ό,τι μπορεί να υπάρχει είναι Λόγος και Ουσία που λέγεται αντιφατικά γιατί ο κόσμος “Είναι-ΜηΌντας”, δηλαδή είναι σε συνεχή εξέλιξη. Ο λόγος του Ηράκλειτου συμπίπτει με το αντιφατικό καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι-Ουσία. Γι’αυτόν κάθε τι αληθινό πρέπει να αντιλέγει τον εαυτό του, όντας αυτοαναιρούμενο. Κάθε αντίληψη που δέχεται Πολλά, έσχατα, αναλλοίωτα στοιχειώδη ή Ιδέες, δεν μπορεί παρά να γεννά
αντινομίες και αναπάντητα ερωτήματα. Η γλώσσα των “Αιωνίων Αξιών” δεν μπορεί σύμφωνα με τον Ηράκλειτο να πεί τον κόσμο όπως είναι, γι’αυτό τονίζει ότι αυτός μέσω του Λόγου (της αντιφατικής λογικο-γλωσσικής του σύνταξης) “λέει τα πάντα όπως είναι”.
Το πρόβλημα, "ποιά γλώσσα είναι η πιο αληθινή", έχει απασχολήσει τους κύκλους της επιστήμης και της φιλοσοφίας από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα. Ιδεολογίες και φιλοσοφικά ρεύματα από τον Ντεκάρτ, τον Χιουμ, τον Καντ, ως τον Χέγκελ, κλπ. διασταύρωσαν τα ξίφη τους. Η συζήτηση αυτή ξεκίνησε από τους μεγάλους βάρδους της νόησης, Ηράκλειτο και Παρμενίδη και ακόμα συνεχίζεται, όσο ο ντετερμινισμός θα αποκαθηλώνεται από την κβαντική επιστήμη, που γυρεύει έναν άλλο τρόπο σκέψης για την περιγραφή του κόσμου.
Γνώμη μου είναι ότι τα μαθηματικά δεν ανακλύφθηκαν για πρακτικούς λόγους αλλά για φιλοσοφικούς. Οι άνθρωποι ένοιωσαν την ανάγκη να ανακαλύψουν ιερές γλώσσες που θα μιλούσαν το λόγο του θεού. Γλώσσες που είναι ο ίδιος ο κόσμος.
Το πρόβλημα λοιπόν αυτό που θεωρείται απ’τη σύγχρονη φιλοσοφία νέο, είναι ίσως το αρχαιότερο και η αιτία της φιλοσοφικής σκέψης. Δηλαδή η ανακάλυψη του “Λόγου” που μαζί μ’αυτόν, αναδύεται η εγκυρότητα της όποιας λογικής και η δυνατότητά της να γονιμοποιήσει έγκυρα την εμπειρία.
Η γλώσσα των μαθηματικών, όπως οργανώθηκε έως σήμερα, προϋποθέτει ύπαρξη
Πολλών, στοιχειωδών, αξιωμάτων και Ιδεών, που είναι η “Πολυμάθεια” του Πυθαγόρα και ο Ορθολογισμός του Ξενοφάνη και του Παρμενίδη. Η προσπάθεια λοιπόν των σύγχρονων θετικιστών για τη σύνταξη μιας γλώσσας της αλήθειας, είναι αυτή η ίδια η προσπάθεια των αρχαίων που συνεχίζεται. Επειδή έχουμε τη συνήθεια να ξεχνάμε τις ρίζες κι έτσι την ουσία των κεκτημένων μας, χρειάζεται πάντα ένας επαναπροσδιορισμός για να τα θυμόμαστε τη βάση που πατάμε: Οι ορθολογικές γλώσσες που θα συντάσσονται θα έχουν πάντα καταβολές στον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη, και πάντα θα έχουν ένα μικρό έλλειμα αξιοπιστίας ειδικά όταν θα πέφτει επάνω τους η σκιά του απειροστικού. Ακόμα η βασική προϋπόθεση για την ακριβή λειτουργία αυτών των συστημάτων είναι ότι απραίτητα πρέπει να διαδραματίζονται μέσα σε κλειστά όρια. Δηλαδή σε ένα σύμπαν πεπερασμένο προδιαγεγραμμένο και τετελεσμένο. Αντίθετα ο Λόγος του Ηράκλειτου μολονότι δεν υπόσχεται κατορθώματα σαν αυτά του ντετερμινισμού, μπορεί να ισχυριστεί ότι μιλάει το λόγο της αλήθειας. Έτσι δεν χρειάζεται να δώσει απαντήσεις σαν αυτές που έχει ανάγκη ο ορθολογισμός, παρά μόνο να ορίσει πως φθέγγεται αυτή η αντιφατική γλώσσα, το Λόγο. Ο Λόγος του Ηράκλειτου αρθρώνει γλώσσα διθυραμβική, φθέγγεται όπως η Σύβιλλα· ο Ηράκλειτος μας δείχνει "πώς αυτός ο Λόγος μπορεί να πλέκεται ως επιστήμη".
Ο κόσμος του Πυθαγόρα, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι ο κόσμος των πολλών αιωνίων, ενώ αντίθετα ο δικός του είναι ο κόσμος του Ενός-Γίγνεσθαι. Ο Παρμενίδης βρίσκεται ανάμεσα, θέλει τον κόσμο του Ενός με τη λογική των Πολλών, μας μπερδεύει.
Το Εόν του Παρμενίδη είναι το “Υπάρχον” κι εξ’ορισμού “είναι αυτό που είναι”, ενώ το “Μη Είναι” εξ’ορισμού δεν υπάρχει. Το Εόν του Παρμενίδη είναι το “Απόλυτο Είναι” του Χέγκελ, ενώ ο κόσμος της καθημερινότητας, ο φθαρτός, είναι ο αντιφατικός, ο φαινομενικός, ο “διάκοσμος”. Η φαινομενικότητα του Παρμενίδη περιέχει στο βάθος της το “αληθώς υπάρχον”, αλλά για να το αποκαθάρουμε από το ψεύδος του “Μη-Είναι”, (της αντιφατικότητας), πρέπει να στρέψουμε την αντιφατικότητα σε αντιθετικότητα. Δηλαδή να αποκαθάρουμε την νόηση από το “Μη-Είναι” με τον ορθολογισμό.
Ο Πλάτων στο έργο του “Παρμενίδης”, σκιαγραφεί την φαινομενικότητα της αντιφατικότητας της Ιδέας, την οποίαν ο Χέγκελ αναλαμβάνει να αναπτύξει σε μιαν ιδεαλιστικη φαινομενική διαλεκτική λογική. Γι’αυτό ο Χέγκελ καθίζει πάνω στο κεφάλι της διαλεκτικής το Απόλυτο και ενδόμυχα προσπαθεί να γεφυρώσει τη διαλεκτική με τον ορθολογισμό, δημιουργώντας ένα πανδαιμόνιο ασάφειας και ακατανοησίας και σε ορθολογιστές και σε διαλεκτικούς. Ο Καντ,προηγουμένως, ως νέος Παρμενίδης ή Αριστοτέλης, επαναπροσδιορίζει τον δρόμο του Είναι παραμερίζοντας το Μη-Είναι και την αντιφατικότητα οργανώνοντας εκ νέου ντη ορθολογική τάξη. Έτσι πατώντας στο Είναι μπορεί κι αυτός να βρεί το Καθαρό Είναι που βρίσκεται μέσα μας εκ των προτέρων.
Ο Ζήνων φίλος και μαθητής του Παρμενίδη, είναι φανερό ότι είχε αντιρρήσεις στις απόψεις του, αφού το υπάρχον του Ζήνωνα δεν ήταν ούτε ατρεμές ούτε πεπερασμένο, αλλά μηδενικό κι άπειρο, ακίνητο και ακαριαίο, αντιφατικό. Οι απόψεις που αναπτύσσει ο Πλάτων ως απόψεις του Παρμενίδη στο ομώνυμο έργο του ταιριάζουν περισσότερο στον Ζήνωνα παρά στον Παρμενίδη. Φαίνεται ότι ο Πλάτων παραβίαζε τις απόψεις ή τα κείμενα αυτών που “συμμετείχαν” στους διαλόγους του, κάτι παράνομο αλλά εκ του αποτελέσματος μεγαλοπρεπές.
Δεν θα μάθουμε ποτέ με βεβαιότητα τι συνέβει σ’αυτό το μαγικό ταξίδι της νόησης των προσωκρατικών διανοητών, μας έμειναν συντρίμμια και καμμένες βιβλιοθήκες. Η χριστιανική καλοσύνη κι ανεκτικότητα “έσωσαν τον κόσμο απ’την ελληνική βλασφημία της απιστίας”, της διανοητικής έριδας και της φιλονικίας:
«απιστίη διαφυγγάνει μη γιγνώσκεσθαι»
“Η απιστία, η αμφιβολία, αποτρέπει απ’την άγνοια”. Η πίστη αποτρέπει απ’τη γνώση. Η πίστη γεννά φανατισμό, ο ορθολογισμός και ειδικά ο ντετερμινισμός γεννά την ανελαστική σκέψη. Ο μυστικισμός πατά από τη μια στη πίστη και από την άλλη στην τυπικότητα του ορθολογισμού. Αφού πρώτα αποδεχτεί μια σειρά από αρχές, όπως σε κάθε ορθολογικό οικοδόμημα, ο μυστικιστής ανεβαίνει με την σκάλα του ορθολογισμού κι όταν φτάσει στο ύψος της αλαζονίας του την πετά στο βάραθρο, αφού πλέον δεν την χρειάζεται.
Το τρίπτυχο του Ορθολογισμού, του Φανατισμού (δηλαδή της αληθινής πίστης) και του Μυστικισμού, ανοίγουν τον δρόμο της απολυταρχίας και της βαρβαρότητας. Αντίθετα η αμφιβολία γεννά την έρευνα και η διαλεκτική σκέψη την δημοκρατία της ισότιμης μετοχής, ανεξαιρέτως όλων των πολιτών στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η διαλεκτική, η αμφιβολία και η ανεκτική σκέψη είναι ο πολιτισμός.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Καμιά συζήτηση περί φιλοσοφίας δεν θα μπορούσε να παρακάμψει τη σχέση των Αρχαίων Ελλήνων μ’αυτήν και γενικά τη σχέση τους με τον σύγχρονο πολιτισμό.
Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες βγήκαν στο μπαλκόνι της ιστορίας, στην Ελλάδα όπως και σε άλλες χώρες, υπήρξε ένας μακραίωνος πολιτισμός ο οποίος ξεκινώντας απ’την μαγική εποχή των σπηλαίων, είχε ήδη κατασταλάξει στους μεγάλους πολιτισμούς των Πελασγών του Αιγαίου και της Μεσογείου, της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, αλλά και σε άλλους παράλληλους πολιτισμούς στην Ευρώπη, την Ινδία, την Άπω Ανατολή, την Κίνα, την Αμερική και την Αφρική.
Οι Αρχ. Έλληνες με την εμφάνισή τους στην ιστορία μας έδειξαν, ότι όλα όσα γνωρίζαμε μέχρι τότε και είμασταν βέβαιοι γι’αυτά, θα μπορούσαν να ξανακοιταχτούν από μιαν άλλη οπτική γωνία, συνιστώντας ένα νέο είδος πολιτισμού. Αυτοί πρότειναν ότι όλες οι κοινωνικές δραστηριότητες κι οι κοινωνικές σχέσεις έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως κάποιο είδος ύψιστης ιερής τέχνης. Έτσι λοιπόν, εκτός από την τέχνη του Νοείν ως Λογική και την τέχνη του Λέγειν ως Ρητορική, τον αθλητισμό, το θέατρο, τις εικαστικές τέχνες, την επιστήμη κι όλες τις άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, τις έδειξαν από την οπτική γωνία της υψηλής τέχνης. Κάθετί λοιπόν που αφορά την όποια τέχνη, αφορά και την ελληνικότητα.
Επειδή λοιπόν για τους Αρχ. Έλληνες όλα έπρεπε να είναι τέχνη, αντιμετώπισαν και το ίδιο το Ζην ως ανώτατη τέχνη, που τελικά πήρε την μορφή ενός είδους φιλοσοφικο-επιστημονικού παγανιστικού θρησκευτικού ήθους και καθημερινής πρακτικής. Αυτό ήταν η τραγικότητα που είχε γίνει τρόπος ζωής για τους Έλληνες, δηλαδή ήταν η “Λατρεία της Φύσης” που έπαιρνε τη μορφή του σεβασμού της φύσης και γενικά της ζωής. Κάθε τι γι’αυτούς τους λάτρεις της φύσης και της ζωής, ήταν ιερό που έπρεπε να πλησιάζεται με σεβασμό ως τραγικό θύμα για θυσία. Σ’όλες λοιπόν τις δραστηριότητες, τίποτα δεν έπρεπε να σπαταλάται, αφού κάθε τι ήταν μέρος της Φύσης που θυσιαζόταν γι’άλλο μέρος της, γι’αυτό έπρεπε να καταναλώνεται μόνον όσο ήταν αναγκαίο και συγχρόνως να περιορίζονται οι ανάγκες στο ελάχιστο. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι ο άνθρωπος για να ζήσει έπρεπε να κυνηγήσει, να ψαρέψει, να κόψει καρπούς, να κόψει δέντρα, δηλαδή για να ζήσει έπρεπε να σκοτώσει. Η ζωή λοιπόν όσο ενάρετη κι αν είναι, συγχρόνως είναι μιαρή. Όταν λοιπόν έπρεπε να καταναλώσει αυτό το έκανε με μορφή θυσίας. Το θύμα δεν ήταν γι’αυτόν λάφυρο, αλλά έπρεπε να πλησιάζεται με σεβασμό γιατί προερχόμενο από τη φύση ήταν αυτό το ίδιο μέρος του Θεού. Η πράξη της θυσίας είναι αντιφατική αφού θυσιάζεται μέρος του Θεού για άλλο μέρος Του, έτσι η ίδια η ζωή είναι τραγική, αντιφατική. (Τραγείν: απαρέμφατο του τρώγω. Τ’αρσενικά ζώα, ταύρος, κριός και τράγος ήταν “Τράγοι” για θυσία και τροφή. Τραγωδία-τρωγωδία: η ωδή της τροφής που είναι ιερή ή της θυσίας του ιερού τραγιού, που είναι ιερή τροφή, όπου οι κοινωνοί παίρνουν την ευθύνη τον θάνατο να μετατρέψουν σε ζωή και πολιτισμό). Η τραγικότητα ήταν ένα είδος υπερβατικού παγανισμού που παγιώθηκε στο πνεύμα της αντιφατικότητας του Είναι κι εκφράστηκε ως ηθική συμπεριφορά στην “τραγωδία”, τον διθύραμβο, “το πέρασμα από δύο αντίθετες θύρες συγχρόνως, τη θύρα της ζωής και τη θύρα του θανάτου”. Η συνείδηση της αντιφατικότητας του Είναι, μετέτρεψε την μυθολογική αντίληψη του παγανισμού σε οντολογική επιστημολογία, και τις πρωτόγονες κοινωνικές σχέσεις στην τέχνη της πολιτικής.
Από την εποχή των προσωκρατικών λοιπόν η μυθολογική παγανιστική οντολογία μετετράπει σε ένα είδος “φυσικής οντολογικής φιλοσοφίας”, μετατρέποντας τελικά την Φιλοσοφία σε κατ’εξοχήν Τέχνη του Νοείν, δηλαδή Λογική. Έτσι συνέδεσαν τη Φιλοσοφία με την Επιστήμη και ειδικά με τη Φυσική Οντολογία, θεωρώντας ότι το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν, συνιστώντας μιαν ενότητα ως παγκόσμιο Γίγνεσθαι, που κατ’αυτούς ήταν ο Λόγος (η Διαλεκτική Λογικο-γλωσσική σύνταξη και αντίληψη για τον κόσμο). Ενώ συγχρόνως στις κοινωνικές σχέσεις, ως αποτέλεσμα της τέχνης του διαλέγεσθαι, έκανε την εμφάνισή του το εκπροσωπευτικό πολίτευμα, το οποίο μέσω της ολιγαρχίας κατέληξε στη δημοκρατία.
Γύρω από αυτό το πνεύμα γεννήθηκε ο σύγχρονος πολιτισμός και είναι γενική διαπίστωση ότι σήμερα έχει απομακρυνθεί αλαζονικά από αυτόν τον κανόνα. Γενικά ο πολιτισμός μας έχει αρχίσει με πρώτους τους επιστήμονες να υβρίζει και να μη σέβεται πλέον της πολιτισμικές πηγές που απορρέουν από τη λατρεία της φύσης που τον οδήγησαν εδώ, αντίθετα με τους μεγάλους οραματιστές φιλόσοφους, επιστήμονες και καλλιτέχνες, οι οποίοι ως τον περασμένο αιώνα αντλούσαν έμπευση συνειδητά ή ασυνείδητα από την τραγικότητα.
Άραγε μπορεί ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός να γίνει ξανά στοιχείο έμπνευσης για το σύγχρονο άνθρωπο κι επιστήμονα ή είναι ένα είδος που μπορεί μόνο να υπάρχει στα μουσεία και τις παλαιοβιβλιοθήκες των αρχαίων εγγράφων;
Η φιλοσοφία για τους προσωκρατικούς συμπίπτει με την επιστήμη, της οποίας καρδιά είναι η τέχνη του Νοείν, του Λέγειν και της Ηθικής, δηλαδή η συμπεριφορά μέσα σ’έναν κόσμο και μιαν ανθρώπινη κοινωνία, που είναι “ίδια για όλους”. Η έκφραση “ίδια για όλους”, από τη μια έχει οντολογική σημασία, όπου η Νόηση το Είναι και η Εμπειρία συμπίπτουν έχοντας αντιστοιχία μεταξύ τους. Δηλαδή η Εμπειρία θεωρείται έγκυρη και η Λογική διαδικασία θεωρείται ότι μπορεί να είναι ένα έγκυρο εργαλείο νοητικών συμπερασμάτων· από την άλλη η αντίληψη αυτή ως ηθική και κοινωνική συμπεριφορά, προϋποθέτει όλα τα άτομα να έχουν ίδιες υποχρεώσεις και ίδια δικαιώματα.
Υπάρχουν εικασίες ότι η Διαλεκτική ως τέχνη της νόησης και αποσπασμένη πλέον από τον Διθύραμβο, είναι ο λογικός δρόμος που χάραξε ο Θαλής, ενώ ο Ορθολογισμός είναι ο δρόμος του Πυθαγόρα, όμως δεν υπάρχουν αρκετά γραπτά κείμενά τους που να το βεβαιώνουν. Έτσι η Διαλεκτική ως συνειδητή κριτική πρακτική αναδύεται για πρώτη φορά στα οντολογικά αποσπάσματα του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου, όπου μέσα από την αντίληψη της καταλυτικής-συνθετότητας και συνεπώς της αντιφατικότητας των όντων και του κόσμου, προτείνεται η έννοια του Απείρου, του Γίγνεσθαι, ακόμα και της “Εξέλιξης των Ειδών”, ενώ ο Ορθολογισμός ως συνειδητή κριτική πρακτική, αναδύεται στο έργο του Ξενοφάνη.
Υπήρξε λοιπόν από τότε μια “πάλη” ανάμεσα στη Διαλεκτική και τον Ορθολογισμό η οποία κορυφώθηκε στη γιγαντομαχία των δύο μεγάλων βάρδων της Λογικής, Ηράκλειτου και Παρμενίδη. Η πάλη αυτή πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν κι ενώ κατά καιρούς έγερνε προς τη μια ή την άλλη άποψη, ακόμα και σήμερα δεν έχει κατασταλάξει.
Νομίζω ότι για να έχουμε μια σαφή αντίληψη για το θέμα αυτό, που είναι η καρδιά της φιλοσοφίας, της λογικής, της επιστήμης και του πολιτισμού, πρέπει να ανατρέξουμε γι’άλλη μια φορά στους προσωκρατικούς. Συγχρόνως όμως πρέπει να έχουμε στο νου σαν παρακαταθήκη την έννοια του Δυθύραμβου.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:
Τα περισσότερα κείμενα των προσωκρατικών μας έχουν παραδοθεί αποσπασματικά από άλλους συγγραφείς, πιθανόν απλουστευμένα, παρερμηνευμένα ή ακόμα τροποποιημένα όπως τα αντελήφθησαν ή όπως τα ήθελαν για τις ανάγκες των δικών τους συγγραμμάτων. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι με τη σειρά μας, να τα αποκαταστήσουμε στο ύψος τους κι έτσι πολλές φορές να εκμαιεύουμε τ’αληθινά τους νοήματα ή να συμπληρώνουμε τα κενά που έχει δημιουργήσει η αποσπασματική παράδοση και η απλοϊκή ερμηνεία τους από κατώτερους αυτών των κειμένων συγγραφείς.
Αυτό βέβαια γεννά μια “δημιουργική δυναμική” παραβίασης αυτών των κειμένων, που έχουν ήδη παραβιαστεί κι παρερμηνευτεί εξαιτίας της προσπάθειας εξορθολογισμού της προσωκρατικής τους αμφισημίας απ’τους ερμηνευτές τους.
Ο σύγχρονος ερμηνευτής πρέπει να πάρει την ευθύνη της δημιουργικής παραβίασης, μ’ενάρετο τρόπο και σεβασμό σ’αυτά τα κείμενα, κι αν η προσπάθειά του είναι πράγματι ενάρετη σίγουρα θα δικαιούται μερίδιο της αλήθειας.
Η πρακτική αυτή δεν είναι ούτε καινούρια ούτε παράδοξη, αφού τ’αμφίσημα κείμενα περιέχουν μια δυναμική που προκαλεί τον ερμηνευτή να συμμετάσχει ακόμα και στη “δημιουργική" τους ανάπτυξη. Αυτό όμως ακριβώς είναι και το στοιχείο που τα κρατά ακόμα ζωντανά. Δηλαδή σε προκαλούν να ανέβεις από την αίθουσα των θεατών στη σκηνή και να συμμετάσχεις μέσα στη “θεατρική παράσταση” που παρακολουθείς.
Στην εξέλιξη αυτής της εργασίας, επαναλαμβάνεται συχνά ο καθορισμός της αντιθετικότητας έναντι της αντιφατικότητας, η έννοια του καταλυτικο-συνθετικού γίγνεσθαι έναντι της ορθολογικής διαφορικότητας και κάποιες ρήσεις κλειδιά των προσωκρατικών για την κατανόηση της διαλεκτικής. Αυτό μολονότι διαλογικά άκομψο, είναι αναγκαίο αφού ο αναγνώστης μπαίνει σε μιαν αντιφατική διαλογική διαδικασία, στην οποία ως επί το πλείστον είναι αμάθητος. Για να προχωρήσει λοιπόν στην κατανόηση ριζικά νέων αντιλήψεων, σε κομβικές θέσεις του κειμένου επαναλαμβάνονται βασικοί διαλεκτικοί όροι, που έχουν διατυπωθεί κατ’επανάληψη.
Από την εποχή του Αριστοτέλη έως σήμερα, ο ορθολογισμός και η τυπική λογική, έχουν πάρει στη συνείδησή μας τη θέση της λογικής καθαυτής. Δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος, έχοντας αυτή τη λογική συνυφασμένη με την προσωπικότητά του, ακόμα κι αν θέλει να ακολουθήσει μια διαλογικότητα αντιφατικής πειθαρχίας, ασυνείδητα κυλά κατά τη διαδικασία των συλλογισμών του στον ορθολογισμό. Άλλωστε αυτό το είδαμε σε μεγάλους διανοητές όπως ο Χέγκελ ή ακόμα σε πολλούς διακεκριμένους μαρξιστές. Μάλιστα πολλοί απ’αυτούς έχουν συνειδητά κυλήσει σε έναν ορθολογικο-διαλεκτικό εκλεκτικισμό, γιατί δεν μπορούν να αποκαθάρουν τη διαλεκτική τους απ’την ορθολογική τυπικότητα ούτε μπορούν να δεχτούν την αντιφατικότητα σαν βασικό όρο μιας λογικής. Επίσης η πορεία των επιστημονικών εξελίξεων με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ως βασικό
όργανο έρευνας, που είναι ένα κατεξοχήν τυπικό-ορθολογικό εργαλείο κι η αντιδιαλεκτική χρήση της διαλεκτικής απ’τις ηγεσίες των πρώην σοσιαλιστικών δημοκρατιών, είχαν ως αποτέλεσμα η διαλεκτική λογική να θεωρηθεί προς αποφυγήν, σαν μια κατάρα του Λόγου. Έτσι όλη αυτή η υπόθεση θα είχε πια τελειώσει αν δεν εμφανιζόταν η κβαντική αντίληψη περί κόσμου, η οποία κατά “διαβολεμένο” τρόπο ταιριάζει τόσο πολύ με την προσωκρατική διαλεκτική.
Η παρούσα εργασία δεν καμαρώνει για τα φιλολογικά της προτερήματα, ούτε καν για τη διαλογική της μέθοδο, ίσως ούτε νοιάζεται γι’αυτό. Επίσης η εργασία αυτή δεν θα είχε γραφτεί αν η ταφόπετρα του Αριστοτέλη δεν βρισκόταν ακόμα επάνω σ’αυτούς τους διανοητές ή αν οι προηγούμενες προσπάθειες άλλων διανοητών είχαν κατά τη γνώμη μου επιτύχει να την ανασηκώσουν. Νομίζω λοιπόν ότι με το έργο αυτό “αναστηλώνω” την προσωκρατική διαλεκτική και στη συνέχεια οργανώνω μια νέα διαλεκτική η οποία βασίζεται σ’αυτήν.
Ο ορθολογισμός είναι ένα εργαλείο που ώθησε για διόμισι χιλιάδες χρόνια τον κόσμο από την εποχή του Αριστοτέλη στην εποχή του Νεύτωνα. Η θεωρία της σχετικότητας κι η θεωρία των κβάντα όμως έδειξαν, ότι το χαλύβδινο πλαίσιο του ντετερμινισμού και της ορθολογικής τυπικότητας δεν είναι ο μόνος τρόπος να οραματιζόμαστε τον κόσμο. Η φύση είναι πολύ πιο “δημοκρατική” από τον ορθολογισμό μας, για κάθε σημαντικό ερώτημα έχει πάντα περισσότερες από δύο έγκυρες απαντήσεις οι οποίες μπορεί να είναι καί αντίθετες. Ο κόσμος μπορεί να είναι αντιθετικός, αντικειμενικός και ορθολογικός, αλλά μπορεί να είναι διαλογικά συντεταγμένα αντιφατικός και αντιτερμινιστικός, έτσι που να έχει ανάγκη όχι μόνο την Αριστοτελική ορθολογική τυπικότητα, αλλά και την προσωκρατική διαλεκτική, η όποια απέχει από τον εγελιανο-πλατωνικό “διαλεκτικό ιδεαλισμό” και την εγελιανο-χριστιανο-ιουδαϊκή μεταφυσική.
Για να προχωρήσει απρόσκοπτα αυτή η εργασία και προς αποφυγήν παρανοήσεων, υπενθυμίζω την άποψη ότι υπάρχουν δύο ειδών διαλεκτικής σκέψης:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική (ορθολογική), η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας διαφορικά γλωσσικά συστήματα. Αυτά λοιπόν τα έσχατα που συνιστούν τα γλωσσικά συστήματα, δρώντας ως απόλυτοι όροι τους, προϋποθέτουν λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά, την επανάληψη μιας συγκεκριμένης και πεπερασμένης σειράς παιγνίων που θα μπορούσαν να ονομαστούν συνθετικά πρότυπα του τέλους, αφού βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από την ακολουθία της εξέλιξης της λειτουργίας των συστημάτων. Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας, κλειστός, τελεολογικός και φαινομενικός που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων της λειτουργίας του. Δηλαδή προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών, που υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν από τη λειτουργία του. Υπ’αυτή την έννοια, ένας τέτοιος κόσμος ιδεών πρέπει να υπάρχει πριν από τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας το αντικειμενικό, ντετερμινιστικό, αντιθετικό, κλειστό, τελεολογικό, φαινομενικό σύστημα που ξεκινά από την Αριστοτέλη και καταλίγει στον Νεύτωνα. Έτσι η συζήτηση αν «οι ιδέες είναι πριν ή μετά τα πράγματα» δεν έχει νόημα. Νόημα έχει η συζήτηση «αν ο κόσμος είναι ένα σύστημα κλειστό ή ανοικτό», «πως ένα σύστημα είναι λογικά δυνατόν να είναι κλειστό ή ανοικτό» και τι ικανοποιεί τον διανοητή που επιλέγει από κει και πέρα το γνωστικό του ήθος και τη λογική του.
Η προαναφερθήσα αντιθετική λογική είναι ένας Διαφορικός Ορθολογισμός, του οποίου η διαφορικότητα σταματά στα όρια των εσχάτων και αναλλοίωτων στοιχειωδών αυτού του υποθετικού αντιθετικού κόσμου. Η αποδοχή αυτού του τρόπου ύπαρξης για τον κόσμο, δηλαδή ως κλειστού συστήματος που έχει μια πεπερασμένη σειρά εσχάτων
αναλλοίωτων όρων λειτουργίας και απαράβατων ορίων του τέλους, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου λογικού αιτίου εκτός συστήματος. Αυτό το Λογικό Αίτιο, το οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτό ως Κόσμος των Ιδεών, τίποτα δεν μπορεί να μας απαγορεύσει λογικά να το ονομάσουμε Θεό.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική η οποία δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη· και αυτό είναι δυνατόν αν δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αυτοαναιρούμενα αντιφατικά στοιχειώδη που καταλύονται-συντιθέμενα όντας συνεχώς διαφορετικά. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, τα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το σύστημα λειτουργίας, αλληλεπιδρώντας-προεκτείνονται το ένα στο άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Έτσι το στοιχειώδες, που τα όριά του συνεχώς παραβιάζονται όντας αυτοαναιρούμενο, έχει αντιφατική φύση περιέχοντας το Όλον με έναν δικό του τρόπο, που είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλες τις στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. Υπ’αυτή την έννοια ο κόσμος είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα μια Γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου, όντας αποτέλεσμα του εαυτού του.
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμωνα και ανθρωπιστή Μπώμ «Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται με βάση τη δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. ΄Ετσι κατά τη σκέδασή του προς άλλη κατεύθυνση ένα ηλεκτρόνιο, θεωρείται περιστατικό που περιγράφεται ως καταστροφή ενός ηλεκτρονίου σε μια θέση και δημιουργία άλλου σ’άλλη θέση. Εκεί γενικά η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή ενός σωματίου σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου σε άλλο σημείο. Η κίνηση γίνεται δεκτή σαν σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που ως γενικό αποτέλεσμα έχει συγχρόνως την αλλαγή».
Η επισήμανση αυτή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μας θυμίζει την προσωκρατική διαλεκτική.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
ΣΕΞΤΟΣ ΠΡΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΥΣ VII 32
του δε λόγου τούδ’ εόντος αεί, αξίνετοι γίνονται άνθρωποι,
και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον
γινομένων γαρ πάντων κατά τον λόγον τόνδε,
οκοίων εγώ διηγεύμαι κατά φύσιν, διαιρέων έκαστον και φράζων όκως έχει,
τους δ'ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν
όκωσπερ οκόσα ευδόντες επιλανθάνονται
[Ενώ ο Λόγος υπάρχει πάντα, οι άνθρωποι ποτέ δεν τον αισθάνονται, ακόμα και αν έχουν πληροφορηθεί γι’αυτόν. Κι ενώ όλα γίνονται σύμφωνα με τον Λόγο, αυτοί μοιάζουν μετέχοντες-αμέτοχοι καί στον τρόπο που λέγονται τα πράγματα καί στον τρόπο που γίνονται, μολονότι εγώ τα αναλύω και τα λέω όπως ακριβώς είναι. Έτσι οι άνθρωποι μοιάζουν να κοιμούνται στο ξύπνιο τους και να αγριπνούν στον ύπνο τους].
Ο Ηράκλειτος σ’αυτό το απόσπασμα μας εισάγει στη λογική του έργου του. Ο Λόγος είναι Λογική, Γλώσσα και Ουσία, δηλαδή είναι η Διαλεκτική. Η Ουσία νοείται και λέγεται μόνον έτσι, υπάρχοντας παντού και πάντα. Όλα συνίστανται από τον Λόγο, τον περιέχουν, περιέχονται απ’αυτόν και τον εκφέρουν. Είναι όμως αυτό η αιτία που κανείς δεν τον νοιώθει, όπως τα ψάρια δεν νοιώθουν το νερό και οι νέοι δεν νοιώθουν την νεότητα. (Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τη διαδικασία της χώνευσης για να χωνεύουμε. Ακόμα εγώ γνωρίζω τις διαδικασίες των μεταβολών μέσα μου αλλά δεν τις νοιώθω).
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 16
αξύνετοι ακούσαντες κωφοίσιν εοίκασιν
φάτις αυτοίσιν μαρτυρεί παρεόντας απείναι
[Αυτοί που ακούοντας κάτι δεν το νοιώθουν, μοιάζουν με κωφούς· είναι όπως λένε οι παροιμίες παρόντες- απόντες].
Είναι δυνατόν να γνωρίζεις και να μην νοιώθεις αυτό που γνωρίζεις; Εγώ είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι μέσα μου υπάρχουν κύτταρα και άτομα αλλά δεν νοιώθω την ύπαρξή τους. Είμαι παρών-απών.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΝΟΣ IV 116
ω μάλιστα διηνεκώς ομιλούσι, λόγω τούτω διαφέρονται
και οις καθ’ημέραν εγκυρούσι, ταύτα αυτοίς ξένα φαίνεται
[Κοινωνούν συνέχεια με τον Λόγο, εξαιτίας του οποίου αλλάζουν κι ενώ κάθε μέρα βεβαιώνονται γι’αυτό ακριβώς, όλη αυτή η κατάσταση τους φαίνεται ξένη (δεν την νοιώθουν, δεν την αισθάνονται)].
Όλα κοινωνούν με το Λόγο, ο οποίος είναι η αιτία της συνεχούς αλλαγής και συμφωνώντας μαζί του διαφοροποιούνται. Επειδή τα Πολλά κοινωνούν με το Ένα, τον Λόγο, που είναι αντιφατικός, γι’αυτό καθένα έχει ιδιαιτερότητα όντας διαφορετικό. Ο Λόγος είναι η αντιφατικότητα, δηλαδή η διαφορετικότητα και η αλλαγή, κι επειδή όλα κοινωνούν της αντιφατικότητας, συμφωνώντας σ’αυτό διαφέρουν.
ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΕΝΝΕΑΔΕΣ IV 8, 1
μεταβάλλον αναπαύεται,
κάματός εστι τοις αυτοίς μοχθείν και άρχεσθαι
[Η αλλαγή και η μεταβολή από μόνη της είναι αδράνεια.
Κόπος είναι η δράση για κυριαρχία πάνω στην αλλαγή].
Η αλλαγή είναι συγχρόνως άρνηση κι επιβεβαίωση μιας κατάστασης εν εξελίξει. Για παράδειγμα το κινούμενο είναι και δεν είναι συγχρόνως σε μια θέση, αλλάζοντας θέση “είναι και δεν είναι” διαφορετικό. Σ’έναν κόσμο συνεχούς αλλαγής αυτή είναι η κατάσταση αδρανείας. Αντίθετα η δράση για επιβολή στατικότητας είναι ο μόχθος. Δηλαδή η αλλαγή γίνεται από μόνη της αφού αυτή είναι η φύση του κόσμου, ενώ η στατικότητα απαιτεί κάματο και αγώνα επιβολής. Απαιτεί “αλλαγή”!
Σήμερα πιστεύουμε ότι «κάθε σώμα που βρίσκεται σε κατάσταση αδρανείας κινείται ευθύγραμμα και ομαλά». Αυτή η κατάσταση θεωρείται η φυσιολογική κατάσταση όλων των σωμάτων τα οποία δεν επιρρεάζονται από κάτι άλλο (κάποια δύναμη). Η “αλλαγή” αυτής της ομαλότητας στη φύση, απαιτεί προσπάθεια και κόπο, δηλαδή την εφαρμογή μιας δύναμης πάνω στο όν που βρίσκεται σ’αυτή την αδρανειακή ομαλότητα συνεχούς αλλαγής.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
ου ξυνιάσιν όκως διαφερόμενον εαυτώ ομολογέει
παλίντροπος αρμονίη, όκωσπερ τόξου και λύρης
[Δεν κατανοούν ότι αυτό που αλλάζει, συμφωνεί με τον εαυτό του· αυτή είναι η αμφίδρομη αρμονία, όπως της λύρας και του δοξαριού].
Ότι αλλάζει, διαφωνεί-συμφωνώντας με τον εαυτό του, επιβεβαιώνει-διαψεύδοντας τον εαυτό του. Αυτή είναι η αντιφατική αρμονία, όπως του εγχόρδου οργάνου και του δοξαριού: Οι χορδές του οργάνου βγάζουν διακεκομμένο ήχο και διαφορετικές νότες
κάθε φορά, ενώ το δοξάρι παράγει ήχο σε ροή. Έτσι έχουμε σύνθεση δύο αντίθετων τρόπων παραγωγής ήχου συγχρόνως, τον ρεούμενο και τον τετμημένο, ακόμα και μία ροή από πολλές νότες. Αντίδρομη-αμφίδρομη αρμονία.
Όμως πρέπει να υπάρχει τρόπος να λέγεται όπως ακριβώς είναι αυτός ο εξελισσόμενος κόσμος. Αυτός ο τρόπος του λέγειν είναι ο Λόγος, δηλαδή μια νέα λογικο-γλωσσική σύνταξη που συνοψίζεται στην Διαλεκτική (το αντιφατικό Λέγειν). Ο Ηράκλειτος μιλά πρώτος αυτόν τον Λόγο, βάζοντας τους κανόνες του. Πρώτος και βασικός κανόνας είναι: «Κάτι είναι ταυτό με τον εαυτό του γιατί τον αρνείται». Επιβεβαιώνει-διαψεύδοντας τον εαυτό του. Αυτή είναι η “αρχή της αντιφατικής ταυτότητας”.
ΣΤΟΒΑΙΟΣ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΝ 1 179
ξυν νόω λέγοντας ισχυρίζεσθαι χρη τω ξυνώ πάντων,
όκωσπερ νόμω πόλις και πολύ ισχυροτέρως.
τρέφονται γαρ πάντες οι άνθρωπειοι νόμοι υπὸ ενός του θείου.
κρατεί γαρ τοσούτον οκόσον εθέλει και εξαρκεί πάσι και περιγίγνεται.
[Όσοι ισχυρίζονται ότι είναι λογικοί, χρειάζονται τον Λόγο που είναι κοινός σε όλα,
όπως η πόλη έχει ανάγκη τον νόμο κι ακόμα περισσότερο, γιατί όλοι οι νόμοι τρέφονται
από αυτόν τον ένα που είναι θεϊκός. Αυτός είναι πέραν της ανθρώπινης βούλησης, έχει δική του, που ισχύει όσο θέλει, οδηγεί τα πάντα υπάρχοντας μέσα τους και τα περιέχει περιβάλλοντάς τα].
Ο Ηράκλειτος θέτει τους όρους της νομιμότητας του Λόγου που είναι Ουσία, Λογική και Λέγειν. Ο Λόγος ακουμπά στο θείο νόμο, κι επειδή η φύση ήταν ο θεός για τους φυσικούς φιλοσόφους, ακουμπά στον νόμο της φύσης που είναι παγκόσμιος. Για τον Ηράκλειτο αυτός ο νόμος είναι ο Διθύραμβος, το πέρασμα από δύο αντιθετες θύρες συγχρόνως, δηλαδή η αντιφατικότητα. Η αντιφατικότητα είναι το έσχατο ιδίωμα όλων των στοιχειωδών, περιέχεται σε όλα, αλλά συγχρόνως τα περιέχει όλα ως μοναδικό κοινό ιδίωμα του Όλου. Το Όλον μπορεί να γίνει δεκτό ως συγκεκριμένη Ουσία μόνον εξαιτίας του ιδιώματός της αντιφατικότητάς του.
Βλέπουμε ότι ο Ηράκλειτος και θα το δούμε καί στον άλλο βάρδο της νόησης Παρμενίδη ότι πρώτα απ’όλα θέτουν τους όρους της νομιμότητας του Λόγου τους, κάτι που εμείς παρακάμπτουμε σαν δεδομένο. Έτσι πολλοί διανοητές επιλέγουν την Α ή Β λογική διαδικασία ή τακτική κουβαλώντας την μέσα στα βαλιτσάκια των διανοητικών τους εργαλείων από συνήθεια. Αυτό όμως μπορεί να δημιουργήσει εκπλήξεις. Σήμερα οι φυσικοί και οι φιλόσοφοι δέχονται ότι ο κόσμος αληθινά αλλάζει κι ότι το γίγνεσθαι είναι αληθινό. Επειδή όμως έχουν από συνήθεια ή ευκολία αποδεχτεί την τυπική λογική σαν μοναδικό εργαλείο λογικής, έρχονται σ’αντίθεση με τον Λόγο, τον κοινό θεϊκό νόμο της φύσης. Ίσως είναι τόσο πτωχοί που έχουν επενδύσει τα πάντα στην τυπική λογική, αφού όλοι οι μεγάλοι επιστήμονες που είναι χωμένοι μέσα στα πανάκριβα επιστημονικά εργαστήρια και τους επιταχυντές, έφτασαν την χελώνα αλλά δεν την ξεπερνούν επειδή φοβούνται ότι θα κάνουν λογικό λάθος. Αντίθετα μ’αυτούς οι προσωκρατικοί πρόγονοί τους φυσιολόγοι, με μόνο εργαλείο τον Λόγο έφτασαν σε συμπεράσματα που κεντρίζουν ακόμα τη σκέψη μας. Αυτοί μας έχουν έτοιμο λογικό εργαλείο για να προσεγγίσουμε τον εξελισσόμενο κόσμο και δε μένει παρά ν’απλώσουμε το χέρι μας και τα το πάρουμε.
ΣΕΞΤΟΣ VII 133
διό δει έπεσθαι τω, του λόγου δ᾽εόντος ξυνού
ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν
[Επειδή πρέπει ν’ακολουθούν τον Λόγο, που είναι κοινός-ένας για όλους, οι πολλοί, οι άνθρωποι, ζούν έχοντας δική τους βούληση και ιδιαιτερότητα].
Η ιδιαιτερότητα των ατόμων είναι εκ φύσεως νόμιμη, γιατί πατούν στο κοινό έδαφος που είναι ο Λόγος, δηλαδή την αντιφατικότητα που γεννά την διαφορότητα.
Το Ένα (ο Λόγος) και τα Πολλά, (οι άνθρωπο)ι, έχουν σχέση διαλεκτική η οποία είναι αντιφατική-ηρακλειτική και όχι αντιθετική-παρμενίδεια. ―Στην αντιθετική σχέση, ο διάλογος φτάνει ως τα όρια των εναντίων χωρίς να τα παραβιάζει. Στην αντιφατική σχέση ο διάλογος εισχωρεί βαθύτερα από την εξωτερική σχέση, παραβιάζοντας τα όρια των εναντίων και κατά συνέπεια την ταυτότητά τους―.
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60
κόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν
αλλ᾽'ην και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα
[Αυτόν τον κόσμο που είναι ίδιος για όλους, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει-σβήνοντας με μέτρο].
Ο κόσμος είναι αποτέλεσμα του εαυτού του και επειδή όλοι μετέχουν αυτού του κόσμου, έχοντας κοινές καταβολές, είναι ίδιος για όλους τους ανθρώπους. Έτσι όλοι μπορούν να κοινωνούν του Λόγου και να μπορούν να έχουν κοινές λογικές αντιστοιχίες.
Το πρόβλημα της αντικειμενικότητας και της δυνατότητας κοινής αντίληψης για τον κόσμο δεν είναι νέο. Όλες οι φιλοσοφικές θεωρίες θεωρούσαν αναγκαία τη διερεύνηση αυτού του θέματος ή τουλάχιστον ν’αναφερθούν σ’αυτό, για να μπορέσουν να πατήσουν σε κάποιο βάθρο που νομιμοποιεί την εγκυρότητα των απόψεών τους. Αυτό ακριβώς έκαναν καί οι δύο βάρδοι της προσωκρατικής νόησης, ο Ηράκλειτος για τη διαλεκτική και ο Παρμενίδης για τον ορθολογισμό. Το βάθρο αυτό για τον Ηράκλειτο είναι ο Λόγος ενώ για τον Παρμενίδη το Εόν. Το Εόν, όπως θα δούμε στην διαπραγμάτευση των απόψεων του Παρμενίδη, μολονότι είναι κι αυτό όπως ο Λόγος του Ηράκλειτου, Ουσία, Λέγειν και Λογική, διαφέρουν. Ο Λόγος έχει αντιφατική φύση ενώ το Εόν αντιθετική. Ο Πλάτων στη θέση του Λόγου και του Εόντος βάζει τις Ιδέες, που χωρίς την κοινωνία μ’αυτές δεν έχουμε εσωτερικές αντιστοιχίες για την ύπαρξη εγκύρων συνειρμών και ορθής γνώσης.
Ο κόσμος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι η αιώνια φωτιά που ανάβει-σβήνοντας με Μέτρο, όντας η συνεχής εναλλαγή γένεσης και θανάτου των όντων με Μέτρο. Το Μέτρο είναι και αυτό έννοια φορτισμένη όσο και ο Λόγος. Είναι η ουσία του Λόγου. Η αντιφατικότητα του Λόγου προϋποθέτει πάντα κάποιο Μέτρο του ενός σκέλους της αντίφασης ως προς το άλλο. Έτσι το Μέτρο είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σχέσης που συνιστά ευκαιριακά την Ταυτότητα, ενώ συγχρόνως κοινωνώντας με το αέναο ρεύμα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, αυτή η Ταυτότητα αίρεται συνεχώς σε Άλλη. Το Μέτρο λοιπόν είναι διθυραμβικό, είναι η δυναμική ισορροπία που συνιστά μια ταυτότητα σε συνεχή αλλαγή. Γι’αυτό Πάντα “Είναι-ΜηΌντας”.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 388 Ε
πυρός άνταμοιβή τὰ πάντα και πυρ απάντων
όκωσπερ χρυσού χρήματα και χρημάτων χρυσός
[Όλα μετατρέπονται σε πυρ και το πυρ σε όλα, όπως ο χρυσός σ’εμπορεύματα και τα εμπορεύματα σε χρυσό].
Ο Λόγος, το Μέτρο, η Αντιφατικότητα ουσιαστικοποιούνται στο Πυρ. Αυτό το Πυρ, στην αρχέγονη μορφή στην οποία το αντιλαμβάνεται ο Ηράκλειτος, είναι η Ενέργεια της σύγχρονης φυσικής, όπως έχει τονίσει και ο Χάιζεμπεργκ. Σήμερα είναι ευρύτατα διαδεδομένο, ότι όλα μετατρέπονται σε ενέργεια και η ενέργεια σε όλα και το Μέτρο είναι Ε=mc² όπως διατυπώθηκε απ’τον Αϊνστάιν. Η Διαλεκτική δέχεται ότι μια ορισμένη ποσοτική συσσώρευση, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπέρβαση του Μέτρου κάποιας σχέσης, μπορεί να διαταράξει αυτό το Μέτρο δίνοντας άλλη ποιότητα διαφορετικού Μέτρου. Επίσης γνωρίζουμε σήμερα ότι όλα τα υλικά σώματα για να υπάρχουν εκπέμπουν-λαμβάνοντας συνεχώς ενέργεια. Η ενέργεια και μάζα δεν έχουν σαφή διαχωριστικά όρια. Το Μέτρο σαν τελείως αφηρημένο εκφράζεται έτσι: Τίποτα δεν μπορεί από μόνο του, όλα υπάρχουν πάντα σαν κάποια συγκεκριμένη αντιφατική σχέση με κάτι άλλο, όπου τα στοιχειώδη που την συνιστούν αλληλοπροεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Η βαθύτερη ουσία μιας τέτοιας κατάστασης είναι η Αντιφατική Σχέση. Αν η ισορροπία που συνίσταται αυτή η σχέση διαταραχθεί υπερβαίνοντας το Μέτρο, αυτή καταλύεται-συντιθέμενη με άλλο Μέτρο ως Άλλη.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑΙ 24
ποταμοίς τοις αυτοις εμβαίνομέν τε και ουκ εμβαίνομεν είμέν τε και ουκ είμεν
[Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε].
Κάθε τι υπάρχει επειδή άλλα διέρχονται μέσα του κάνοντας το πραγματιότητα, δηλαδή συνεχώς καταλύονται-συντιθέμενα. Αυτός είναι ο λόγος που όλα αλλάζουν και η αιτία της αντιφατικής ταυτότητας των όντων. Κάθε τι είναι Αυτό όντας συγχρόνως Άλλο.
Σήμερα οι επιστήμονες ισχυρίζονται, ότι ο κβαντικός κόσμος είναι ένας χώρος δυνατότητας, όπου τίποτε δεν υπάρχει ως απόλυτα συγκεκριμένο πράγμα. Εκεί όλα βρίσκονται σε κατάσταση συνεχούς καταλυτικής-συνθετότητας, δηλαδή εκπέμπουν-λαμβάνοντας ενέργεια για να μπορούν να υπάρχουν. Έτσι κάθε τι που μπορούμε να φανταστούμε σαν πράγμα, είναι ένα γεγονός εύπλαστο, με ασαφή όρια αφού για να μπορεί να υπάρχει περνά μέσα του ενέργεια (πυρ), όπως το νερό στο ποτάμι.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ 392β.
ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ
ουδέ της αυτής ουσίας άψασθει κατ’ έξιν
αλλ’ οξύτητι και τάχει μεταβολής, σκίδνησι και πάλιν συνάγει
και πρόσεισι και άπεισι,
ουδέ πάλιν ουδ᾽'ύστερον, αλλ᾽'άμα συνίσταται και απολείπει.
[Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα
αλλάζουν βίαια και γρήγορα, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, όχι πριν ή μετά αλλά συγχρόνως συνίστανται-αποσυντιθέμενα].
Μια τέλεια περιγραφή για το πως μπορεί να είναι η συνεχής αλλαγή και η αντιφατική ταυτότητα. Επίσης μας προϊδεάζει για το πως θα μπορούσε να είναι η περιγραφή της σχέσης σωματιδίου-κύματος ή σωματιδίου-πεδίου μέσω του οποίου γίνεται η ανταλλαγή ενεργείας. Το παράδειγμα του ποταμού γίνεται εύκολα αντιληπτό, το παράδειγμα όμως των στερεών ουσιών; ―Εντάξει αλλάζουν, αναφωνεί ο Πόππερ και ερμηνεύει: τα ξύλα σαπίζουν, τα μέταλλα σκουριάζουν, οι πέτρες θρυμματίζονται―. Ο Ηράκλειτος όμως ισχυρίζεται ότι καταλύονται-συντιθέμενα. Αν συνδέσουμε την έννοια της καταλυτικής-συνθετότητας των στερεών με αυτήν του ποταμού και της μετατροπής όλων των όντων σε ενέργεια (πυρ) και της ενεργείας σε όντα, συνάγουμε ότι όλες οι ουσίες καταλύονται-συντιθέμενες σύμφωνα με το Μέτρο τους. Το παγκόσμιο Πυρ (η ενέργεια) περνά μέσα απ’τις ουσίες και φεύγοντας για το σύμπαν κάποτε επιστρέφει σ’αυτές τις ουσίες, συνιστώντας τις σε Άλλες θέσεις ως όμοιες αλλά διαφορετικές.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙV10
γναφείω οδός ευθεία καὶ σκολιή μία εστί και η αυτή
(η του οργάνου καλουμένου κοχλίου εν τω γναφείω περιστροφή ευθεία και σκολιή)
[Η περιστροφική κίνηση στον κοχλία, είναι συγχρόνως καί ευθεία. Στον κοχλία η ευθεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής].
Το απόσπασμα αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί ο Ηράκλειτος δείχννει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την κίνηση. Αν συνδιαστεί με τα αποσπάσματα της ροής των υδάτων στον ποταμό και το περί καταλυτικής-συνθετότητας των όντων και των κόσμων, βλέπουμε ότι η μετακίνηση ενός γεγονότος από θέση Α σε θέση Β, είναι αποτέλεσμα της περιστροφικής διαδρομής στοιχειωδών υπογεγονότων τα οποία περνώντας μέσα από το γεγονός, αναχωρούν για το σύμπαν και επιστρέφοντας απ’το σύμπαν στο γεγονός το κάνουν πραγματικότητα. Η πορεία αυτών των στοιχειωδών υπογεγονότων, αφού το Ηρακλειτικό σύμπαν είναι άπειρο, δεν είναι απόλυτα κυκλική, αλλά πυκνή ελικοειδώς ελλειπτική. Έτσι τα υπογεγονότα που επιστρέφουν για να επαληθεύσουν τη θέση ύπαρξης του γεγονότος, το επαληθεύουν λίγο πιο κεί (το επαληθεύουν-διαψεύδοντάς το)· έτσι κινείται όντας Άλλο-Αλλού, όμοιο αλλά διαφορετικό απ’τον εαυτό του. Δηλαδή το υλικό γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο λίγο πιο κει, έχοντας ως κατάσταση αδρανείας την ευθύγραμμη και ομαλή πορεία.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ 396B7
συνάψειες όλα και ουχ’όλα, ξυμφερόμενον διαφερόμενον
συνάδον διάδον και εκ πάντων εν και εξ᾽ενός πάντα
[Όλα συμφωνούν-διαφωνώντας “συνιστούν-μη συνιστώντας” συνθέσεις συνίστανται-αποσυντιθέμενα, το Ένα συνίσταται από τα Πολλά και τα Πολλά από το Ένα].
ΑΡΕΙΟΣ ΔΙΔΥΜΟΣ ΚΑΤΑ ΕΥΣΕΒΙΟΝ Ε.Π. ΧV 20
ποταμοίσι τοίσι αυτοίσι εμβαίνουσιν έτερα και έτερα ύδατα επιρρεί
και ψυχαί από των υγρών αναθυμιώνται
[Στον ίδιο ποταμό άλλα νερά μπαίνουν και άλλα βγαίνουν, ακόμα εξατμίζονται κιόλας].
Δεν διαμορφώνεται μόνο το γεγονός από τις ουσίες που διέρχονται μέσα του, αλλά τις διαμορφώνει κιόλας. Υπάρχει αλληλεπίδραση.
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΕΙΣ Ξ. 200
ξυνόν γαρ αρχή και πέρας (επὶ κύκλου περιφερίας)
[Κοινή είναι η αρχή και το τέλος (στην περιφέρια του κύκλου)]
Αυτό το απόσπασμα θυμίζει Παρμενίδη: ξυνὸν δὲ μοί ἐστι, ὁππόθεν ἄρξομαι τόθι γὰρ πάλιν ἴξομαι αὖθις (Εγώ νομίζω ότι από κει που ξεκινάμε, εκεί ξαναγυρίζουμε κάποτε). Η φράση (ἐπὶ κύκλου περιφερίας), δεν ταιριάζει στον Ηράκλειτο αλλά στον Παρμενίδη. Ο Παρμενίδης δέχεται κόσμο σφαιρικό-κλειστό-τετελεσμένο-πεπερασμένο, ενώ ο Ηράκλειτος ανοικτό εν εξελίξει και άπειρο. (Αυτό φαίνεται κι απ’το απόσπασμα όπου χαρακτηρίζει τον Όμηρο αστρολόγο επειδή ασχυρίζεται μοῖραν δ᾽' οὔ τινα φημὶ πεφυγμένου ἔμμεναι ἀνδρων, (λέω ότι κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τη μοίρα του).
Ο Ηράκλειτος δεν πιστεύει ότι ο κόσμος μας είναι τετελεσμένος-προδιαγεγραμμένος και κλειστός αλλά αντίθετα σε αληθινό γίγνεσθαι όπου κάθε του στιγμή περιέχει το στοιχείο του ανεπανάληπτου. Κάθε τι έχει αντιφατική φύση και όντας διθυραμβικό, περνά από δύο αντιθετες θύρες συγχρόνως, τη θύρα της σύνθεσης και τη θύρα της κατάλυσης, Είναι-MηΌντας. Το απόσπασμα λοιπόν αυτό καλύτερα θ'αποδίδετο «κοινή είναι η αρχή και το πέρας» ή «κάθε τέλος είναι συγχρόνως κι αρχή».
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
πόλεμος πατήρ πάντων εστί
ΩΡΙΓΕΝΗΣ ΚΑΤΑ ΚΕΛΣΟΥ ΙV 42
ειδέναι δε τον πόλεμον είναι ξυνόν και δίκην έριν
και γινόμενα πάντα κατ᾽έριν και χρεώμενα
[Ο πόλεμος είναι πατέρας όλων]
[Πρέπει να ξέρουμε ότι ο πόλεμος είναι κοινός σε όλα και ότι η Δίκη είναι ή Έρις, γι’ αυτό όλα είναι αποτέλεσμα της Έριδας και της Ανάγκης]
Ο πόλεμος υπάρχει παντού, είναι η εσωτερική πάλη των αντιθέτων, που όλα τα όντα την περιέχουν μέσα τους και ξεχειλίζει έξω όταν είναι ανάγκη. Η Δίκη και η Έρις συνιστούν την αρχέγονη αιτιακή ώθηση της οποίας όλα είναι αποτέλεσμα.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΙΧ 9
ουκ εμού αλλά του λόγου ακούσαντες, ομολογείν σοφόν εστιν εν πάντα είναι
[Όχι εμένα αλλά τον Λόγο κατανοώντας, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι όλα συνιστούν μιαν ενότητα].
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ ΙΧ 9
εν το σοφόν, επίστασθαι γνώμην οτέη εκυβέρνησεν πάντα δια πάντων
[Σοφία είναι αυτό το ένα, ο Λόγος, που κυβερνά τα πάντα μέσω όλων των άλλων].
Το Ένα πραγματοποιείται διαμέσου των Πολλών και τα Πολλά δια μέσου του Ενός.Κάθε τι υπάρχει μέσω των άλλων και τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του. Τα Πολλά και το Ένα βρίσκονται σε συνεχή αλληλομετετροπή. Το Ένα ως Όλον και ως Στοιχειώδες, συνιστούν μιαν ενότητα που είναι ο Λόγος, το αέναο γίγνεσθαι, ο κοινός μηχανισμός της αντιφατικότητας, δηλαδή ο Διθύραμβος, το πέρασμα από δύο αντίθετες θύρες. Αυτός κυβερνά τα πάντα μέσω των πάντων.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ VΙΙΙ 6
Πυθαγόρης Μνησιάρχου ηστορίην ήσκησεν ανθρώπων μάλιστα πάντων και
εκλεξάμενος ταύτας τας συγγραφάς, εποιήσατο εαυτού σοφίην πολυμαθίην,
κακοτεχνίην
[Η πολυμάθεια δεν διδάσκει τρόπο σκέψης· γιατί θα εδίδασκε τον Ησίοδο, τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο].
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ VΙΙΙ 6
Πυθαγόρης Μνησιάρχου ηστορίην ήσκησεν ανθρώπων μάλιστα πάντων και
εκλεξάμενος ταύτας τας συγγραφάς, εποιήσατο εαυτού σοφίην πολυμαθίην,
κακοτεχνίην
[Ο Πυθαγόρας αφού μελέτησε περισσότερο απ’όλους τους ανθρώπους, συγκέντρωσε όλες αυτές τις γνώσεις επιτυγχάνοντας τη σοφία της πολυμάθιας που είναι κακοτεχνία].
Η πολυμάθεια, όπως τη θεωρεί εδώ ο Ηράκλειτος, είναι το γνωστικό ήθος δια του οποίου γίνεται ο κόσμος αποδεκτός σαν συνιστάμενος από πολλά αιώνια, έσχατα κι αναλλοίωτα στοιχειώδη, ιδεατά ή υλικά και γι’αυτό απορριπταίο. Αυτό το γνωστικό ήθος δέχεται
κάποιο κοσμικό σύστημα κλειστό-πεπερασμένο-τετελεσμένο, που λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά επαναλαμβάνει τα ίδια παίγνια. Στο σύστημα αυτό το γίγνεσθαι είναι φαινομενικό, δηλαδή νεκρό αφού γεννά νεκρά τέκνα όντας κακοτεχνία.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΡΟΣ ΚΟΛΩΤΗΝ 1118C
εδιζησάμην εμεαυτόν
[Διερεύνησα τον εαυτό μου].
Δίζως είναι ο Παν που έχει διπλή φύση. Ο εαυτός όπως όλα είναι κι αυτός διζήσιος, έχων αντιφατική φύση. Όσο περισσότερο κάποιος διερευνά το έσω βυθιζόμενος μέσα στον εαυτό, τόσο μακρύτερα ταξιδεύει έξω στο σύμπαν. Η ταυτότητα για τον Ηράκλειτο συνίσταται από αντιφατικά στοιχειώδη, άρα η διερεύνηση του εαυτού αφορά στοιχειώδη που μάχονται τον εαυτό τους. Δηλαδή το πολύ μικρό, το στοιχειώδες που βρίσκεται μέσα στον εαυτό, διαλέγεται αποκρινόμενο στο πολύ μακριά έξω, στο άπειρο σύμπαν. (Όπως είδαμε στον Αναξίμανδρο “αρχή και στοιχείον των όντων είναι το άπειρον” αλλά θα το δούμε και στην αντιφατική μονάδα του Ζήνωνα).
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ ΙΧ 7
ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο πάσαν επιπορευόμενος οδόν, ούτω βαθύν λόγον έχει
[Όποιο δρόμο κι αν πάρω, δεν θα βρω το πέρας της ψυχής, τόσο βαθιά βρίσκεται].
Είναι αδύνατον να φτάσεις στο βάθος κάποιου που βρίσκαται στο άπειρο. Η ψυχή για τον Ηράκλειτο, είναι ο Λόγος του Μεγάλου ως προς το Μικρό, του απείρου ως προς το μηδέν. Για τους διαλεκτικούς προσωκρατικούς το μεγάλο βυθίζεται στο μικρό και συγχρόνως το μικρό απλώνεται στο μεγάλο συνιστώντας μιαν αντιφατική ενότητα. Έτσι υπάρχει η ριζική αντίληψη για την αντιφατικότητα του κόσμου ότι είναι διθυραμβική, δηλαδή ότι περνά συγχρόνως από δύο αντίθετες θύρες: τη θύρα του Γίγνεσθαι και τη
θύρα του Όλυσθαι, τη θύρα του απείρου και τη θύρα του μηδενός. Αυτή είνα η βασική έννοια της ελληνικής διαλεκτικής και του γίγνεσθαι ως αληθινού. Το πολύ μικρό, το ελάχιστο έχει τρόπο να περιέχει δυναμικά ένα πρόσωπο του Όλου, ως αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον.
Ψυχή για τον Ηράκλειτο είναι η έσχατη δυναμική δομή η οποία κλείνει μέσα στον χαρακτήρα του συγκεκριμένου όντος συγχρόνως κι ένα πρόσωπο του Όλου.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ 22
θυμώ μάχεσθαι χαλεπόν, ο γαρ θέλη ψυχής ωνείται
[Είναι πολύ δύσκολο να μάχεσαι τη βούλησή του, γιατί ό,τι θέλει το διαπραγματεύεται με την ίδια την ψυχή σου].
Η βελτίωση του εαυτού είναι δύσκολη γιατί αφορά την ίδια “την ψυχή της οποίας τα πέρατα δε μπορούν να βρεθούν”. Ο άνθρωπος πρέπει ν᾽αγωνιστεί ενάντια στον ίδιο του τον κληρονομικό μηχανισμό του, το DNA του το οποίο είναι απύθμενο, είναι όμως και ο κυριώτερος σύμμαχός του.
ΣΤΟΒΑΙΟΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΝ Ι 178
ψυχής εστι λόγος εαυτόν αύξων
[Ψυχή είναι το Μέτρο της εξελικτικής δυναμικής του εαυτού].
Αυτό που λέμε Λόγο, για τον εαυτό είναι το Μέτρο του Εγώ ως προς το Άλλο, του Έσω ως προς το Έξω, του Μεγάλου ως προς το Μικρό. Αυτό είναι το έσχατο αντιφατικό στοιχειώδες μέσα μας, που μας χαρακτηρίζει ως όντα, περιέχοντας με έναν ιδιαίτερο τρόπο κάθε ένα το Όλον. Αυτό μπορούμε να ονομάσουμε κατά τον Ηράκλειτο ψυχή και δεν μας απαγορεύει τίποτα λογικά, να το ονομάσουμε DNA καθενός.
ΩΡΙΓΕΝΗΣ ΚΑΤΑ ΚΕΛΣΟΥ VI 12
ήθος γαρ ανθρώπειον μεν ουκ έχει γνώμας, θείον δε έχει
[Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι απρόβλεπτη, ενώ η θεϊκή προβλέψιμη].
Ο άνθρωπος που δημιούργησε τους θεούς, μπορεί να τους “προβλέψει”. Τον ίδιο τον άνθρωπο όμως που είναι αποτέλεσμα της απύθμενης και αντιφατικής φύσης, δεν μπορεί.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
αιών παίς εστι παίζων πεττεύων, παιδός βασιληίη
[Ο χρόνος είναι σαν το παιδί που παίζει πεσσούς, είναι η βασιλεία του παιδιού].
Λέγεται ότι οι πεσσοί ήταν ένα έντεχνο, διανοητικό, ημιτυχερό παίγνιο, το οποίο ήθελε στρατηγική και πείρα και το έπαιζαν οι μεγάλοι. Ο μεγάλος είναι έξω από το παιγνίδι, σχεδιάζει αντικειμενικά και κινείται με γνώμονα τη λογική. Το παιδί αντίθετα όντας μέσα στο παιγνίδι και κινούμενο με πάθος, παύει να είναι ο εαυτός του και βυθίζεται στο Άλλο. Η αξία όμως του παιγνιδιού βρίσκεται στο ότι το παιδί υπερβαίνει τον εαυτό του, μπαίνοντας σ’άλλη πραγματικότητα.
Ο χρόνος είναι η βασιλεία του παιδιού, που όντας αντιφατικός, αίρει συνεχώς τον εαυτό του: το χθές δεν υπάρχει, το αύριο δεν υπάρχει, το τώρα είναι μόνο, που είναι Πάντα Άλλο. Ο χρόνος είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος. Η μηδενική αιχμή που είναι αιώνια στην μηδενικότητά της. Είναι η αντιφατικότητα γυμνή. Ο κόσμος χρονικά είναι μόνο Τώρα-Πάντα-Άλλος. Η αντιφατική προσέγγιση του Ηράκλειτου για τον κόσμο και τα γεγονότα, δεν αφήνει καμιάν αμφιβολία ότι δέχεται έναν κόσμο όπου τα αντίθετα συνιστούν ενότητες αντιφατικής αλληλεξάρτησης μεταξύ τους, όπως φυσικά το Είναι ο Χώρος και ο Χρόνος.
Γενικότερα οι Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων δέχοντα τη σχέση αντιφατικής ενότητας μέρους και όλου, που ως έσχατο αντιφατικό στοιχειώδες συνιστά γενετική σχέση με το άπειρο. Έτσι η ταυτότητα όλων των όντων και γεγονότων είναι μια συνεχής αυτοαναιρούμενη ευκαιριακή σχέση, σαν ένας χωρο-χρονικός διάλογος με το σύμπαν που παίρνει συγκεκριμένη μορφή σύμφωνα με το ανάλογο Αντιφατικό Μέτρο.
Η άποψη αυτή την εποχή εκείνη δεν ήταν επαναστατική, αλλά μια αποδοχή που απέρρεε από την μυθολογία. Σύμφωνα μ’αυτήν, ο κόσμος γεννήθηκε από την ένωση της Ρέας και του Κρόνου. Η Ρέα θα μπορούσε να είναι η παγκόσμια πρωτογενής ροή ζωής, ας πούμε ο Χώρος και ο Κρόνος θα μπορούσε να είναι ο Χρόνος, όχι ως διάρκεια αλλά στην αρχέγονη μορφή του ως ρυθμός επανάληψης, δηλαδή περιστροφή, ο Ουρανός.
Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Κρόνος, ο Χρόνος, μπορεί να είναι Χωρό-νος, (αυτός που γεννά τον χώρο) ή ο Ὡρό-νος (αυτός που γεννά τις ώρες, τα όρια, τις εποχές) και μπορεί να είναι Ουρα-νός που είναι συνώνυμο με τον Ωρα-νό (Ώρα, ώρος, ούρος, όρος, όριο κλπ). Δηλαδή ο Κρόνος (Χρόνος) είναι αυτός που με την περιστροφή του κάνει την Ρέα να μετατρέπεται σε Χώρο, αλλά συγχρόνως και τη σχέση του ρυθμού με την ροή να κάνει τον ρυθμό χρονική διάρκεια. Η ενότητα Χώρου και Χρόνου, είναι η αντιφατική σχέση ρυθμού-ροής όπου το ένα μάχεται το άλλο αλλά συγχρόνως το πραγματοποιεί κιόλας. Αυτή η σχέση είναι η ίδια η ζωή, ο Ζεύς, ο αιώνιος ερωτικός χορός του σύμπαντος. (Γι’αυτό ο Ζευς παρουσιάζεται ως έχων απεριόριστες ερωτικές περιπέτειες, είναι ο Πρώτος Έρωτας).
Ο Χρόνος ως διάρκεια κι ο Χώρος ως έκταση αφορούν τα ευκαιριακά και σχετικά γεγονότα, η Ουσία όμως είναι η ενότητα “Είναι-Χώρου-Χρόνου”, που συνεχώς τα γεννά.
Ο Κρόνος από μόνος του είναι η αντιφατικότητα γυμνή, ο πρώτος διθύραμβος, ζει τρώγοντας τον εαυτό του. Η Ρέα από μόνη της είναι και αυτή διθυραμβική, είναι το μηδενικό και άπειρο, το χωρίς σχήμα και μορφή, το άδειο πρόσωπο του όλου με καμιά ιδιότητα και συγχρόνως εν δυνάμει όλες μαζί, όντας καί αυτή η αντιφατικότητα γυμνή.
Η Ρέα και ο Κρόνος συνιστούν μιαν ενότητα, το άπειρο χωρο-χρονικό γίγνεσθαι του κόσμου που συνεχώς ζει-πεθαίνοντας, όντας ένας θνήσκων διθυραμβικός θεός, ο Ζευς.
Το χωροχρονικό αυτό Γίγνεσθα είναι μια συνεχής καταλυτικο-συνθετική πορεία, της οποίας κάθε ελάχιστο τμήμα τείνοντας προς το μηδέν, τείνει συγχρόνως προς το άπειρο. Έτσι το χωρο-χρονικό στοιχειώδες αυτής της καταλυτικο-συνθετικής πορείας, μολονότι στοιχειώδες, συγχρόνως περιέχει δυναμικά το άπειρο.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ 38
απιστίη διαφυγγάνει μη γιγνώσκεσθαι
[Η απιστία αποτρέπει από την άγνοια].
Η αμφιβολία είναι η γνώση.
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ ΙΙΙ 24
εάν μη έλπηται ανέλπιστον ουκ αν εξευρήσει ανεξερεύνητον εόν και άπορον
[Χωρίς ελπίδα το ανέλπιστο δεν επιτυγχάνεις].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
όσων όψις ακοή μάθησις, αυτά εγώ προτιμέω
[Προτιμώ σαν στοιχεία γνώσης αυτά που εγώ βλέπω και ακούω].
ΑΡΙΣΤΟΤΈΛΗΣ ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΩΝ 443Α 23
ει πάντα τα όντα καπνός εγένετο, ρίνες αν διαρυγνοίεν
[Αν τα πάντα ήταν καπνός θα τ’αντιλαμβανόμεθα με τη μύτη].
Δεν είναι αρκετή μόνο η εμπειρία.
ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΧΙΙ 27
οφθαλμοί γαρ των ώτων ακριβέστεροι μάρτυρες
[Οι οφθαλμοί είναι ακριβέστεροι μάρτυρες από τ’αυτιά].
Προτιμώ αυτά που εγώ βλέπω παρά αυτά που μου διηγούνται.
ΣΕΞΤΟΣ VII 126
κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί καὶ ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων
[Οι βάρβαροι δεν ξέρουν ούτε να ακούνε ούτε να βλέπουν].
Ο πολιτισμός είναι η δυνατότητα επεξεργασίας της εμπειρίας κι αυτή πρέπει να γίνεται μέσω του Λόγου. Οι βάρβαροι γνωρίζουν καλά το ναι-ναι και το ου-ου, δηλαδή ότι κάθε τι είναι ταυτόν με τον εαυτό του. Οι διαλεκτικές-διαφορικές αναλύσεις θέλουν παιδία πέραν της βαρβαρότητας.
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ V 60
αιρεύνται γαρ εν αντί πάντων οι άριστοι, κλέος αέναον θνητόν,
οι δε πολλοί κεκόρηνται όκωσπερ κτήνεα
[Οι άριστοι αντί για τα Πολλά προτιμούν το Ένα, τον Λόγο, την αιώνια λάμψη της θνήσκουσας γνώσης. Οι πολλοί ικανοποιούνται όπως τα ζώα (με ό,τι έρχονται σε άμεση επαφή, τα πολλά)].
Ο Λόγος είναι αιώνια θνήσκων, γιατί το περιεχόμενό του συνεχώς αλλάζει. Υπάρχει Πάντα συνεχώς Άλλος. Έτσι ενώ είναι Ένας μοιάζει με Πολλά αλλάζοντας περιεχόμενο.
ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ 7α
ώσπερ σάρμα εική κεχυμένον ο κάλλιστος κόσμος
[Σαν σκουπίδια χυμμένα εδώ κι εκεί μοιάζει ο όμορφος κόσμος].
Τύχη και αναγκαιότητα. Το τυχαίο κάπου στο βάθος έχει κρυμμένη κάποια αιτία, που τις περισσότεραες φορές είναι δύσκολα ανιχνεύσιμη και πολυδιάστατη. Έτσι η αρμονία είναι κρυφή, κι όταν κάποιος έχει μάτια βαρβάρου δεν την βλέπει.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΚΑ 355 α 13
ήλιος ου μόνον νέος εφ᾽ημέρη εστίν, αλλ᾽αεί νέος συνεχώς,
κάθαπερ Ηράκλειτός φησι
[Ο Ηράκλειτος ισχυρίζεται ότι η ήλιος δεν είναι μόνο καθε μέρα νέος αλλά πάντα νέος].
Ο Ξενοφάνης πρότεινε την άκρως επαναστατική άποψη για την εποχή του ότι «ο ήλιος είναι κάθε μέρα νέος». Λέει ο Ξενοφάνης: τον δε ήλιον εκ μικρών πυριδίων αθροιζομένων γίγνεσθαι καθ᾽ εκάστην ημέραν. Αυτή η άποψη, εν μέρει αποδίδεται και στον Ηράκλειτο, μολονότι ο Ηράκλειτος διαφωνεί με τις αντιλήψεις του Ξενοφάνη. Η δική του άποψη μάλλον είναι: ήλιος αεί νέος εστίν.
Στις δύο αυτές απόψεις υπάρχει μια βασική διαφορά: Ο Ξενοφάνης πιστεύει ότι ο κόσμος αλλάζει φαινομενικά και ότι αληθινα στο βάθος του είναι αμετάβλητος, αφού τα έσχατα από τα οποία συντίθεται είναι αναλλοίωτα και άρρητα. Όταν λοιπόν ισχυρίζεται ότι “ο ήλιος είναι κάθε μέρα νέος”, εννοεί ότι κατά τη δύση του αποσυντίθεται και κατά την ανατολή του, την άλλη μέρα, ξανασυντίθεται από αυτά τα μικρά στοιχειώδη που ονομάζει “πυρίδια”. Τα πυρίδια, όπως κάθε στοιχειώδες κατά τον Ξενοφάνη, πρέπει να είναι άρρητα και μη γνώσιμα, αφού γι’αυτόν το αληθινά υπάρχον, όντας έσχατο και αναλλοίωτο είναι Πάντα-Αυτό έτσι. Αυτό δεν δέχεται άλλη συζήτηση παρά μόνον ότι είναι πάντα ταυτόν με τον εαυτό του, μη έχοντας για διερεύνηση περαιτέρω δομή.
Ο ήλιος λοιπόν του Ξενοφάνη ανερχόμενος απ'το Χάος, ανασυντίθεται κάθε μέρα αλλά ολόιδιος, γιατί κάθε βράδυ αποσυντίθεται στα ίδια στοιχειώδη πυρίδια που είχε συντεθεί. Ο κόσμος του Ξενοφάνη, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μοιάζει πολύ με τον κόσμου του Παρμενίδη, ο οποίος Ξενοφάνης δεν είναι απίθανο να ήταν δάσκαλος του Παρμενίδη. Αυτός ο κόσμος ως Όλον είναι κλειστός, ακίνητος, πεπερασμένος και τετελεσμένος γιατί συνίσταται από άρρητα μη γνώσιμα έσχατα στοιχειώδη, τα οποία όντας αναλλοίωτα, προϋποθέτουν την σύσταση κλειστού συστήματος λειτουργίας. Αυτό λειτουργώντας παράγει προδιαγεγραμμένο αριθμό παιγνίων, τα οποία από μια στιγμή και μετά θα απαναλαμβάνονται επ’άπειρον.
Αντίθετα ο Ηράκλειτος πιστεύει ότι στη θέση που βλέπουμε τον ήλιο, υπάρχει συνεχής ροή στοιχειωδών σωματίων “Αείζωου Πυρός”, τα όποία ταξιδεύοντας στο σύμπαν και επιστρέφοντας κάποια στιγμή από αυτό, συνιστούν τον ήλιο. Επειδή το σύμπαν του Ηράκλειτου είναι άπειρο και ανοικτό, αυτά επιστρέφοντας δεν κάνουν απόλυτα κυκλικό ταξίδι, αλλά πυκνό σπειροειδές. Έτσι δεν επαληθεύουν απόλυτα τη θέση που ξεκίνησαν, αλλά την επαληθεύουν-διαψευδοντάς την, δηλαδή λίγο πιο κει. Ο ήλιος λοιπόν προχωρά όντας πάντα λίγο διαφορετικός απ’ότι ήταν, αφού τα στοιχειώδη πυρός που τον συνιστούν διαλέγονται στη διαδρομή τους με άλλα στοιχειώδη αλλάζοντας λίγο. Έτσι ο ήλιος προχωρά επειδή συντίθεται-καταλυόμενος λίγο πιο κεί και λίγο διαφορετικός. Επίσης τα στοιχειώδη που τον συνιστούν συνίστανται-καταλυόμενα καί αυτά από άλλα μικρότερα στοιχειώδη και αυτό επ’άπειρον. Δηλαδή καταλήγουν στο έσχατο επίπεδο του κόσμου που είναι, όπως αναφέρει ο Ζήνων, μηδενικό και άπειρο, ακίνητο και ακαριαίο, δηλαδή η αντιφατικότητα γυμνή, το εν δυνάμει Είναι.
ΘΕΜΊΣΤΙΟΣ, ΛΟΓΟΙ 5 σ, 69
φύσις κρύπτεσθαι φιλεί
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΙΧ 9
αρμονίη αφανής φανερής κρίττων
[Στη φύση αρέσει να κρύβεται, η κρυφή αρμονία είναι ανώτερη από την φανερή].
Ο κόσμος είναι πολυδιάστατος και πέραν της επιφάνειας που είναι μεν αληθινή, αλλά υπάρχει και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου που είναι κρυμμένο. Ακόμα αυτό που ερχόμαστε σε άμεση επαφή είναι αποτέλεσμα του κρυφού κόσμου. Και επειδή ο κόσμος αλλάζει συνεχώς για να δούμε την κρυφή αρμονία του, πρέπει να το δούμε δια μέσου του μηχανισμού της αλλαγής. Η εμπειρία με τα μάτια κάποιου βαρβάρου είναι σάρμα ώσπερ εική κεχυμένον. Ο κάλλιστος κόσμος όμως γίνεται ορατός με νόμους που περιέχονται στον Λόγο.
Από τότε υπήρχε θέμα για την αξία της εμπειρίας και του τρόπου αξιολόγησής της. Ο ορθολογισμός απεδέχετο τον κόσμο που ερχόμαστε σε άμεση επαφή σαν φαινομενικό και θέλοντας να υπερβεί τη φαινομενικότητά του, αφαιρούσε το στοιχείο που θεωρείτο ότι γεννούσε τη φαινομενικότητα. Αυτό ήταν το “Μη-Είναι”, το οποίο στον ορθολογισμό γινόταν δεκτό στην απόλυτή του μορφή, ως απολύτως μη υπάρχον. Έτσι η ορθολογική διαδικασία αρνούμενη την αντιφατικότητα του πράγματος θεωρεί το αληθές ως απόλυτα αναλλοίωτο. Αντίθετα η διαλεκτική έχοντας σαν σκαλί την επιφάνεια που είναι το “πράγμα” , ανεβαίνει στο πράγμα σαν “Μετρο της Αντιφατικότητας” που είναι η κίνηση σαν Ουσία και Λόγος, Η Διαλεκτική μολονότι αντιλαμβανεται ότι ο κόσμος αναλύεται σε επίπεδα, τα θεωρεί ως μιαν ενότητα όπου η όποια προτεραιότητα είναι συμβατική.
ΠΛΟΥΤΑΣΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΧΡΑΝ ΕΜΜΕΤΡΑ ΝΥΝ ΤΗΝ ΠΥΘΙΑΝ 397 Α
σίβυλλα δε μαινομένω στόματι αγέλαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα
φθεγγομένη χιλίων ετών εξικνείται τη φωνή δια τον θεόν
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΧΡΑΝ ΕΜΜΕΤΡΑ ΝΥΝ ΤΗΝ ΠΥΘΙΑΝ 404D
ο άναξ, ου το μαντείον ἐστί το εν δελφοίς, ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει
[Η Σίβυλλα πέραν της καθερωμένης ευπρέπειας μαινομένη, αγέλαστα και ακαλλώπιστα
φθέγγεται. Εκφέρει τους φθόγγους του νέου Λόγου ο οποίος σημαίνει (που λέγεται για πρώτη φορά). Μαίνεται την ιερή τρέλα του Διονύσου, από το στόμα της μιλά ο ίδιος ο θεός ο οποίος δεν συμβολίζει ούτε αποκαλύπτει αλλά σημαίνει (εκφέρει τον Νέο Λόγο, την πρωταρχική αλήθεια)].
Ο Λόγος της Φύσης που είναι ο Θεός, είναι διθυραμβικός, αντιφατικός, περνώντας συγχρόνως από τις δύο θύρες της νόησης: πατά καί στην άρνηση καί στην κατάφαση: διηγεύται κατά φύσιν, φράζων οκώς έχει. Βρίσκει το αντιφατικό Μέτρο σε όλα, λέγοντάς τα όπως είναι. Φθέγγεται την αντιφατική γλώσσα. Χιλίων ετών εξικνείται τη φωνή, εξακοντίζει την φωνή στο μέλλον. Έχουν περάσει 2500 χρόνια κι αυτή η φωνή δεν έφτάσε ακόμα στον ακριβή προορισμό της.
Η αντιφατικότητα που είναι Λόγος και Ουσία συγχρόνως, είναι ένας άλλος λόγος που λέγεται μόνον έτσι και δεν χωρά στη λογική των τεσσάρων αρχών του Ξενοφάνη, του Παρμενίδη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, την διαρρηγνύει. Ο Λόγος αυτός δέχεται βολές από αγάπη και μίσος. Άλλοι τον διαβάλλουν, άλλοι τον παρερμηνεύουν, άλλοι τον εξωραΐζουν. Φίλοι, εχθροί, μεταφυσικοί, άγιοι πατέρες.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΕΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩΙ ΠΟΛΙΤΕΥΤΕΟΝ 787C
κύνες γαρ καταβαΰουσιν ων μη γινώσκωσιν
[Οι σκύλου γαυγίζουν αυτούς που δεν γνωρίζουν].
Στον ανόητο και τον σκεπτικιστή η μεγάλη αλήθεια προκαλεί γέλιο, αν δεν γελάσουν αυτοί, μπορεί να μην είναι μεγάλη αληθεια. (Λάο Τσε)
ΚΛΗΜΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ ΙΙ 29, ΙΙ 24
ου γαρ φρονέουσι τοιαύτα πολλοί οκόσοι εγκυρεύσιν
ουδέ μαθόντες γινώσκουσιν εαυτοίσι δε δοκέουσι
[Δεν σκέπτονται έτσι πολλοί απ’αυτούς που ερευνούν, ούτε κάποιος μπορεί να γνωρίζει μαθαίνοντας, αλλά χρησιμοποιώντας τον νου του, τη δική του σκέψη].
―Οι μαθητές των μαθητών αναπαράγουν το παρωχημένο.
―Η αληθινή γνώση δεν είναι μόνο θέμα μάθησης, γιατί:
ακούσαι ουκ επιστάμενοι ουδ᾽ειπείν,
[Αυτοί που μαθαίνουν από άλλους δεν ξέρουν τίποτα να πουν].
ΚΛΗΜΗΣ ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ 34
ει μη γαρ Διονύσω πομπήν εποιούντο και ύμνεον άσμα αιδοίοισιν αναιδέσταα είργαστ᾽αν,
ωυτός δε Αΐδης και Διόνυσος, ότεω μαίνονται και ληναΐζονται
[Αν η φαλική πομπή και άσμα της γονιμότητας, δεν ήταν προς χάριν του Διονύσου, θα ήταν συμπεριφορά αναιδέστατη, γιατί ο Διόνυσος είναι αυτός ο ίδιος ο Άδης που για χάρη του μαίνονται και βακχεύουν].
Στη χαρά του διονυσιακού γλεντιού δεν πρέπει να ξεχνιέται όλο αναίδια ο Άδης, αλλά ούτε τη χαρμολύπη να μετατρέπουν σ’ευδαίμονα χαρά μπεκρουλιάζοντας όπως ο Αρχίλοχος. Η τραγικότητα είναι διθυραμβική, γι’αυτό η αντιφατικότητα του υμνουμένου γεγονότος, πρέπει να τονίζεται. Πρέπει να βρίσκεται το Μέτρο της χαράς ως προς αυτό της λύπης, δηλαδή ο Λόγος τους:
ζωιρός και βαθύς, στη μάχη χορευτής
στους πολεμιστάδες ο ευθυμότερος
στους νικητάδες ο σκεπτικότερος… Νίτσε
Άραγε μπορεί ο Ηράκλειτος να προσφέρει σήμερα για να είναι ακόμα ζωντανός;
Όταν ο Νιλς Μπορ ονομάστηκε ιππότης από τον βασιλιά της Δανίας για την προσφορά του στην επιστήμη, ως οικόσημο επέλεξε μιαν ασπίδα που στο κέντρο της υπήρχε το χαρακτηριστικό ανατολίτικο σύμβολο της ενότητας των αντιθέτων. Αυτό αναμφίβολα θα μπορούσε να χαρακτηριστει ως Παρμενίδειο.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες οι οποίοι δέχονται ότι η κβαντομηχανική δίνει πλήρεις περιγραφές, οι δυναμικές ιδιότητες των κβαντικών αντικειμένων προ της μέτρησης, υπάρχουν εν δυνάμει και γίνονται εν ενεργεία, κατά τη διαδικασία της μέτρησης. Επί πλέον ισχυρίζονται ότι το μετρούμενο γεγονός, το μέσο μέτρησης και ο παρατηρητής, συνιστούν μια κβαντική ενότητα κατά τη διαδικασία της μέτρησης. Επίσης ισχυρίζονται ότι όλα εξελίσσονται σ’έναν εν δυνάμει κόσμο που ανταποκρίνεται μ’έναν υπερφωτεινό και αντιτερμινιστικό τρόπο στις πειραματικές διαδικασίες. Αυτός ο τρόπος ανταπόκρισης αφήνει υποψίες μιας ακαριαίας επικοινωνιακής δραστηριότητας ή αλληλεπίδρασης, που αντιστρατεύεται τη θεωρία της σχετικότητας στο θέμα της μέγιστης ταχύτητας. Έτσι οι ντετερμινιστές θεωρούν την κβαντομηχανική προς το παρόν ανεπαρκή, κρίνοντας ότι της διαφεύγουν κάποιες κρυφές μεταβλητές οι οποίες αν εγίνοντο γνωστές ο ντετερμινισμός θα αποκαθίστατο. Μολονότι ο Μπορ γνώρίζε την επισήμανση του Αϊνστάιν ότι η κβαντομηχανική δεν μπορεί παρά να αποδέχεται σιωπηρά την ύπαρξη ακαριαίων αλληλεπιδράσεων, δέχεται την συμπληρωματικότητα σωματίων και κυμάτων (εν δυνάμει και εν ενεργεία), που είναι ένα είδος υπαναχώρησης ή ελιγμού σχετικά μ’αυτήν την επισήμανση. Αν υπάρχει επίπεδο στα “υπόγεια” του κόσμου μας που αντιδρά ακαριαία, ο κόσμος μας έχει αντιφατική φύση (κάτι που επαληθεύει τον Ηράκλειτο), αν δεν υπάρχει ακαριαία δραστηριότητα, ο κόσμος έχει αντιθετική φύση (κάτι που επαληθεύει τον Παρμενίδη). Η αντιθετικότητα κι η συμπληρωματικότητα, προϋποθέτουν τ’αντίθετα να είναι στο βάθος αληθινά αυτόνομα και η ταυτότητα του ερευνουμένου στοιχείου με τον εαυτό του, αν και παροδική να είναι ουσιαστική και όχι συμβατική. Τότε οι αλληλεπιδράσεις, αν και θα μπορούσαν να υπερβαίνουν την ταχύτητα του φωτός, δεν θα μπορούσαν να είναι ακαριαίες. Ενώ αντιθέτως η αντιφατικότητα που θα συμβάδιζε με το ακαριαίο σ’αυτόν τον εν δυνάμει χώρο, θέλει τα αντίθετα να προεκτείνονται το ένα βαθιά μέσα στο άλλο, χωρίς να αφήνουν κάποιο έσχατο περιθώριο αυτονομίας ή απόλυτα συγκεκριμένης ταυτότητας.
Η αντιθετικότητα είναι το βάθρο επάνω στο οποίο στηρίζεται ο ορθολογισμός και με την προϋπόθεση αποδοχής του κλειστού συστήματος για τα ερευνούμενα γεγονότα ή τις σχέσεις τους και κατ’επέκταση της αποδοχής του κόσμου ως πεπερασμένου, γίνεται ντετερμινισμός.
Βλέπουμε όμως από τη μια τους αντιτερμινιστές να κάνουν σοβαρή προσπάθεια να αφεθεί μια μικρή πορτίτσα να μπορέσει στο μέλλον να εισδύσει ο ντετερμινισμός με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Από την άλλη οι ντετερμινιστές παρακάμπτουν τις αντιρρήσεις του Αϊνστάιν, αποδεχόμενοι τουλάχιστον υπερφωτεινές διαδικασίες στον κβαντικό κόσμο, δηλαδή την ύπαρξη “κρυφών παραμέτρων”, που όντας υπερφωτεινές, δεν είναι ανιχνεύσιμες, αφού μέχρι τώρα μόνο φωτονιακές διαδικασίες μπορούμε πειραματικά να διερευνήσουμε.
Ακόμα υπάρχουν ακραίοι αντιτερμινιστές επιστήμονες που κινούνται βίαια προς τον μυστικισμό. Πιστεύουν ότι τα όρια της ανθρώπινης σκέψης, φτάνουν ως εκεί, κι ότι η επιστήμη πρέπει να αποδεχτεί την αδυναμία της να εμηνεύσει πλήρως τα γεγονότα του κόσμου μας.
Όσο για τον παραδοσιακό ντετερμινισμό, ας δούμε τι ισχυρίζεται ο Αϊνστάιν που τάσσεται με το μέρος του, σε συνέντευξη στον Τζώρτζ Σ. Μπίρεκ το 1930: Η πορεία μας είναι προκαθορισμένη από παράγοντες που δεν ελέγχουμε. Ιδίως από μυστηριώδεις αδένες που η φύση έχει αποστάξει την αυθεντική ουσία της ζωής, τις εσωτερικές μας εκκρίσεις. Είμαι ντετερμινιστής, δεν πιστεύω στην ελεύθερη βούληση…
Αυτό σημαίνει ότι ο μεγάλος επιστήμονας και ανθρωπιστής, παραμερίζοντας ή παρανοώντας την φιλοσοφική αξία της “Θεωρίας της Σχετικότητας”, ήταν στο βάθος συνειδητά ή ασυνείδητα Παρμενίδειος, Αριστοτελικός και Καρτεσιανός. Δηλαδή δεν αποδέχτηκε ούτε κατανόησε την Ηρακλειτική διαλεκτική η οποία συμβαδίζει συνεπώς με την σχετικότητας των καταστάσεων και των πραγμάτων του κόσμου μας. Ο κόσμος του λοιπόν ως ντετερμινιστικός θα έπρεπε να είναι κλειστός προδιαγεγραμμένος και τετελεσμένος. Ο Νιλς Μπορ όμως μολονότι ήταν αντιτεμινιστής, με την επιλογή αυτού του συμβόλου ως έσχατο καταφύγιο της αλήθειας, δείχνει Παρμενίδεια αντίληψη, αντιθετική κι ορθολογική. Είναι φανερό ότι καί ο Μπορ δεν αποδέχεται την αντιφατικότητα.
Οι σύγχρονοι επιστήμονες, έχοντας επενδύσει τα πάντα στον ορθολογισμό και την τυπική λογική, η οποία φυσικά είναι η βάση της τεχνητής νόησης και του ηλεκτρονικού υπολογιστή, δεν είναι τόσο επαναστάτες να ξηλώσουν όλο αυτό το οικοδόμημα και να ορθώσουν ένα νέο. Γι’αυτό ο Ηράκλειτος έχει κάτι νέο να πει: Ο κόσμος έχει φύση αντιφατική, η Κίνηση είναι η Ουσία και τα πράγματα είναι ιδιότητές της. Ο Λόγος είναι ο τρόπος που έτσι ακριβώς λέγεται ο κόσμος. Η “ταυτότητα” είναι αυτοαναιρούμενη και αντιφατική. Ο “νόμος της αιτιότητας” είναι πολλαπλά και ίσως απειροστικά αμφίδρομος, ενώ η “αλυσίδα της αιτίας” απείρως πολυδιάστατη. Ο χώρος, ο χρόνος, το πλήρες και το κενό, η κίνηση και η ταχύτητα, το μεγάλο και το μικρό, το γίγνεσθαι και το όλλυσθαι παίρνουν άλλη μορφή καταλυτικο-συνθετική και θέλουν όλα μιαν άλλη νέα προσέγγιση, μια νέα μαθηματική περιγραφή, αντιφατική-ηρακλειτική.
Επίσης η νεοανερχόμενη “Θεωρία του Χάους” απ’ότι φαίνεται έχει πάρει λάθος δρόμο, μολονότι οι ενδείξεις είναι κατά της ορθολογικής νοητικής πρακτικής, συνεχίζει τη χρήση της μη έχοντας κατανοήσει ότι “μπήκε σε χωράφια”, που έχουν καλλιεργήσει οι αρχαίοι βάρδοι της διαλεκτικής. Το ονομαζόμενο “Χάος” είναι η αντιφατικότητα του Είναι και διέπεται από διαλεκτική και όχι από ορθολογισμό.
Ο Ηράκλειτος σαν Σύβιλλα χιλίων ετών εξικνείται τη φωνή, εξακοντίζει τη φωνή στο μέλλον. Η φωνή του δεν έφτασε ακόμη στο στόχο γιατί “δεν ξέρουμε ούτε να την ακούμε ούτε να την μιλάμε”, “είμαστε κοιμώμενοι καθένας στον δικό του κόσμο”.
Ο ΛΟΓΟΣ
Μολονότι έχουμε συζητήσει για την έννοια του Λόγου, είναι ανάγκη να ξαναδούμε το θέμα λόγω της μεγάλης του φόρτισης: Η ουσία, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, είναι σύμφυτη με το Νοείν και το Νοείν είναι πεφατισμένο σε κάθε Ον. Συμφωνούν λοιπόν ο Παρμενίδης και ο Ηράκλειτος ότι η παγκόσμια ενότητα βρίσκεται στο Λόγο. Ο Λόγος είναι συγχρόνως Νόηση Ουσία και Λέγειν. Η διαφορά τους όμως βρίσκεται στη Λογική. Ο Παρμενίδη λοιπόν και ο Ηράκλειτος επίσης συμφωνούν ότι ο άνθρωπος είναι πεφατισμένος με Νόηση και Λόγο. Άλλος όμως ο Λόγος του Ηράκλειτου και άλλος ο Λόγος του Παρμενίδη. Ο Λόγος του Παρμενίδη είναι αντιθετικός, έχοντας σαν ραχοκοκαλιά τον ορθολογισμό, ενώ του Ηράκλειτου αντιφατικός, έχοντας σαν ραχοκοκαλιά τη Διαλεκτική. Ο Λόγος του Παρμενίδη είναι ο Δρόμος που ο διανοητής φτάνει στο Εόν, το αληθώς υπάρχον, ενώ ο Λόγος του Ηράκλειτου είναι η ίδια η Ουσία, το Γίγνεσθαι και η Διαλεκτική Σκέψη. Ο Ηράκλειτος με την έννοια “Λόγος” μας οδηγεί στην λογική της φύσης, τη λογική του ζώντος, που κατ’αυτόν είναι το αντιφατικής πειθαρχίας συντεταγμένο λέγειν.
Ο Ξενοφάνης είχε ισχυριστεί ότι όλα στο απώτατο βάθος είναι ακατάληπτα. Δηλαδή
υπάρχουν πολλά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη που συνιστούν το Όλον αλλά καθένα απ’αυτά είναι άρρητο, αξίωμα, όντας μια ταυτότητα καθαυτή που ο Πλάτων όρισε ως Ιδέα. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι ο Ξενοφάνης όπως κι ο Παρμενίδης δέχονται τον κόσμο πεπερασμένο, τετελεσμένο και σφαιρικό. Ο Ηράκλειτος αντιστρατεύεται την έννοια του άρρητου, ό,τι μπορεί να υπάρχει είναι Λόγος και Ουσία που λέγεται αντιφατικά γιατί ο κόσμος “Είναι-ΜηΌντας”, δηλαδή είναι σε συνεχή εξέλιξη. Ο λόγος του Ηράκλειτου συμπίπτει με το αντιφατικό καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι-Ουσία. Γι’αυτόν κάθε τι αληθινό πρέπει να αντιλέγει τον εαυτό του, όντας αυτοαναιρούμενο. Κάθε αντίληψη που δέχεται Πολλά, έσχατα, αναλλοίωτα στοιχειώδη ή Ιδέες, δεν μπορεί παρά να γεννά
αντινομίες και αναπάντητα ερωτήματα. Η γλώσσα των “Αιωνίων Αξιών” δεν μπορεί σύμφωνα με τον Ηράκλειτο να πεί τον κόσμο όπως είναι, γι’αυτό τονίζει ότι αυτός μέσω του Λόγου (της αντιφατικής λογικο-γλωσσικής του σύνταξης) “λέει τα πάντα όπως είναι”.
Το πρόβλημα, "ποιά γλώσσα είναι η πιο αληθινή", έχει απασχολήσει τους κύκλους της επιστήμης και της φιλοσοφίας από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα. Ιδεολογίες και φιλοσοφικά ρεύματα από τον Ντεκάρτ, τον Χιουμ, τον Καντ, ως τον Χέγκελ, κλπ. διασταύρωσαν τα ξίφη τους. Η συζήτηση αυτή ξεκίνησε από τους μεγάλους βάρδους της νόησης, Ηράκλειτο και Παρμενίδη και ακόμα συνεχίζεται, όσο ο ντετερμινισμός θα αποκαθηλώνεται από την κβαντική επιστήμη, που γυρεύει έναν άλλο τρόπο σκέψης για την περιγραφή του κόσμου.
Γνώμη μου είναι ότι τα μαθηματικά δεν ανακλύφθηκαν για πρακτικούς λόγους αλλά για φιλοσοφικούς. Οι άνθρωποι ένοιωσαν την ανάγκη να ανακαλύψουν ιερές γλώσσες που θα μιλούσαν το λόγο του θεού. Γλώσσες που είναι ο ίδιος ο κόσμος.
Το πρόβλημα λοιπόν αυτό που θεωρείται απ’τη σύγχρονη φιλοσοφία νέο, είναι ίσως το αρχαιότερο και η αιτία της φιλοσοφικής σκέψης. Δηλαδή η ανακάλυψη του “Λόγου” που μαζί μ’αυτόν, αναδύεται η εγκυρότητα της όποιας λογικής και η δυνατότητά της να γονιμοποιήσει έγκυρα την εμπειρία.
Η γλώσσα των μαθηματικών, όπως οργανώθηκε έως σήμερα, προϋποθέτει ύπαρξη
Πολλών, στοιχειωδών, αξιωμάτων και Ιδεών, που είναι η “Πολυμάθεια” του Πυθαγόρα και ο Ορθολογισμός του Ξενοφάνη και του Παρμενίδη. Η προσπάθεια λοιπόν των σύγχρονων θετικιστών για τη σύνταξη μιας γλώσσας της αλήθειας, είναι αυτή η ίδια η προσπάθεια των αρχαίων που συνεχίζεται. Επειδή έχουμε τη συνήθεια να ξεχνάμε τις ρίζες κι έτσι την ουσία των κεκτημένων μας, χρειάζεται πάντα ένας επαναπροσδιορισμός για να τα θυμόμαστε τη βάση που πατάμε: Οι ορθολογικές γλώσσες που θα συντάσσονται θα έχουν πάντα καταβολές στον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη, και πάντα θα έχουν ένα μικρό έλλειμα αξιοπιστίας ειδικά όταν θα πέφτει επάνω τους η σκιά του απειροστικού. Ακόμα η βασική προϋπόθεση για την ακριβή λειτουργία αυτών των συστημάτων είναι ότι απραίτητα πρέπει να διαδραματίζονται μέσα σε κλειστά όρια. Δηλαδή σε ένα σύμπαν πεπερασμένο προδιαγεγραμμένο και τετελεσμένο. Αντίθετα ο Λόγος του Ηράκλειτου μολονότι δεν υπόσχεται κατορθώματα σαν αυτά του ντετερμινισμού, μπορεί να ισχυριστεί ότι μιλάει το λόγο της αλήθειας. Έτσι δεν χρειάζεται να δώσει απαντήσεις σαν αυτές που έχει ανάγκη ο ορθολογισμός, παρά μόνο να ορίσει πως φθέγγεται αυτή η αντιφατική γλώσσα, το Λόγο. Ο Λόγος του Ηράκλειτου αρθρώνει γλώσσα διθυραμβική, φθέγγεται όπως η Σύβιλλα· ο Ηράκλειτος μας δείχνει "πώς αυτός ο Λόγος μπορεί να πλέκεται ως επιστήμη".
Ο κόσμος του Πυθαγόρα, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο είναι ο κόσμος των πολλών αιωνίων, ενώ αντίθετα ο δικός του είναι ο κόσμος του Ενός-Γίγνεσθαι. Ο Παρμενίδης βρίσκεται ανάμεσα, θέλει τον κόσμο του Ενός με τη λογική των Πολλών, μας μπερδεύει.
Το Εόν του Παρμενίδη είναι το “Υπάρχον” κι εξ’ορισμού “είναι αυτό που είναι”, ενώ το “Μη Είναι” εξ’ορισμού δεν υπάρχει. Το Εόν του Παρμενίδη είναι το “Απόλυτο Είναι” του Χέγκελ, ενώ ο κόσμος της καθημερινότητας, ο φθαρτός, είναι ο αντιφατικός, ο φαινομενικός, ο “διάκοσμος”. Η φαινομενικότητα του Παρμενίδη περιέχει στο βάθος της το “αληθώς υπάρχον”, αλλά για να το αποκαθάρουμε από το ψεύδος του “Μη-Είναι”, (της αντιφατικότητας), πρέπει να στρέψουμε την αντιφατικότητα σε αντιθετικότητα. Δηλαδή να αποκαθάρουμε την νόηση από το “Μη-Είναι” με τον ορθολογισμό.
Ο Πλάτων στο έργο του “Παρμενίδης”, σκιαγραφεί την φαινομενικότητα της αντιφατικότητας της Ιδέας, την οποίαν ο Χέγκελ αναλαμβάνει να αναπτύξει σε μιαν ιδεαλιστικη φαινομενική διαλεκτική λογική. Γι’αυτό ο Χέγκελ καθίζει πάνω στο κεφάλι της διαλεκτικής το Απόλυτο και ενδόμυχα προσπαθεί να γεφυρώσει τη διαλεκτική με τον ορθολογισμό, δημιουργώντας ένα πανδαιμόνιο ασάφειας και ακατανοησίας και σε ορθολογιστές και σε διαλεκτικούς. Ο Καντ,προηγουμένως, ως νέος Παρμενίδης ή Αριστοτέλης, επαναπροσδιορίζει τον δρόμο του Είναι παραμερίζοντας το Μη-Είναι και την αντιφατικότητα οργανώνοντας εκ νέου ντη ορθολογική τάξη. Έτσι πατώντας στο Είναι μπορεί κι αυτός να βρεί το Καθαρό Είναι που βρίσκεται μέσα μας εκ των προτέρων.
Ο Ζήνων φίλος και μαθητής του Παρμενίδη, είναι φανερό ότι είχε αντιρρήσεις στις απόψεις του, αφού το υπάρχον του Ζήνωνα δεν ήταν ούτε ατρεμές ούτε πεπερασμένο, αλλά μηδενικό κι άπειρο, ακίνητο και ακαριαίο, αντιφατικό. Οι απόψεις που αναπτύσσει ο Πλάτων ως απόψεις του Παρμενίδη στο ομώνυμο έργο του ταιριάζουν περισσότερο στον Ζήνωνα παρά στον Παρμενίδη. Φαίνεται ότι ο Πλάτων παραβίαζε τις απόψεις ή τα κείμενα αυτών που “συμμετείχαν” στους διαλόγους του, κάτι παράνομο αλλά εκ του αποτελέσματος μεγαλοπρεπές.
Δεν θα μάθουμε ποτέ με βεβαιότητα τι συνέβει σ’αυτό το μαγικό ταξίδι της νόησης των προσωκρατικών διανοητών, μας έμειναν συντρίμμια και καμμένες βιβλιοθήκες. Η χριστιανική καλοσύνη κι ανεκτικότητα “έσωσαν τον κόσμο απ’την ελληνική βλασφημία της απιστίας”, της διανοητικής έριδας και της φιλονικίας:
«απιστίη διαφυγγάνει μη γιγνώσκεσθαι»
“Η απιστία, η αμφιβολία, αποτρέπει απ’την άγνοια”. Η πίστη αποτρέπει απ’τη γνώση. Η πίστη γεννά φανατισμό, ο ορθολογισμός και ειδικά ο ντετερμινισμός γεννά την ανελαστική σκέψη. Ο μυστικισμός πατά από τη μια στη πίστη και από την άλλη στην τυπικότητα του ορθολογισμού. Αφού πρώτα αποδεχτεί μια σειρά από αρχές, όπως σε κάθε ορθολογικό οικοδόμημα, ο μυστικιστής ανεβαίνει με την σκάλα του ορθολογισμού κι όταν φτάσει στο ύψος της αλαζονίας του την πετά στο βάραθρο, αφού πλέον δεν την χρειάζεται.
Το τρίπτυχο του Ορθολογισμού, του Φανατισμού (δηλαδή της αληθινής πίστης) και του Μυστικισμού, ανοίγουν τον δρόμο της απολυταρχίας και της βαρβαρότητας. Αντίθετα η αμφιβολία γεννά την έρευνα και η διαλεκτική σκέψη την δημοκρατία της ισότιμης μετοχής, ανεξαιρέτως όλων των πολιτών στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η διαλεκτική, η αμφιβολία και η ανεκτική σκέψη είναι ο πολιτισμός.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου