ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΉ: ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
Ο Αναξίμανδρος και ο Ηράκλειτος ιστορούνται σαν εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες. Ο πρώτος ηγετική προσωπικότητα κατά την ακμή της Μιλήτου. Όπως γνωρίζουμε ήταν ηγέτης αποικιστής, που σημαίνει πολυτάλαντη προσωπικότητα. Δηλαδή σ’εκείνους τους σκοτεινούς χρόνους, όταν η Πόλις “ξεχείλιζε”, ένας πολυτάλαντος ηγέτης οδηγούσε μιαν ομάδα άξιων και τολμητών ανδρών να δημιουργήσουν προγεφύρωμα πρώτων κατοίκων για την ίδρυση αποικίας. Αυτοί έπρεπε να είναι έξυπνοι, γενναίοι και διπλωματικοί, ώστε να πείσουν αυτούς που πιθανόνο υπήρχαν εκεί κοντά ότι έρχονται ειρηνικά. Όταν όμως κάτι “πήγαινε στραβά” θα έπρεπε να σύρουν και το ξίφος. Ο Αναξίμανδρος λοιπόν ήταν ένας επιστήμονας-φιλόσοφος-στρατηγός. Αντίθετα μ’αυτόν ο Ηράκλειτος φέρεται σαν αντικοινωνικός και εχθρικός προς τους συμπολίτες του, τους οποίους θεωρούσε ανεπανόρθωτα διεφθαρμένους. Ίσως ο Αναξίμανδρος έζησε σε μια Μίλητο ακμής ενώ ο
Ηράκλειτος σε μια Έφεσο παρακμής. Παρόλα αυτά έχουν μεγάλη φιλοσοφική συγγένεια.
Φαίνεται πιθανόν ότι οι φιλοσοφικές απόψεις του Αναξίμανδρου δίδαξαν ή ενέπνευσαν τον Ηράκλειτο στο έργο του. Η φιλοσοφική τους συγγένεια αναδύεται από την κοινή τους αντίληψη για την “καταλυτική-συνθετότητα” των όντων και του κόσμου, δηλαδή την αντιφατικότητά τους. Αυτό όμως που κάνει τον Ηράκλειτο να ξεχωρίζει είναι η πρότασή του για την έννοια του Λόγου. Ο Λόγος είναι το λογικά συντεταγμένο αντιφατικό λέγειν, δηλαδή η συνειδητή πρόταση μιας αντιφατικής διαλογικότητας, μιας Διαλεκτικής Λογικής. Ο Λόγος όμως, ακόμα περισσότερο, ορίζεται από τον Ηράκλειτο ως Λογική, Γλώσσα και Ουσία που συμπίπτουν στο αέναο Γίγνεσθαι.
Το αντιφατικά συντεταγμένο αυτό λέγειν, είναι ένα είδος “αντιφατικής διαλεκτικής τυπικότητας”, που προτείνεται από τον Ηράκλειτο σαν ο μόνος τρόπος με τον οποίον μπορεί επ’ακριβώς να λέγεται ο εξελισσόμενος κόσμος. Οι ρίζες όμως της αντίληψης αυτής βρίσκονται στην άποψη του Αναξίμανδρου περί της καταλυτικής-συνθετότητας των Όντων, του Κόσμου, του Γίγνεσθαι και του Απείρου. Αφού σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο το Άπειρο είναι αποτέλεσμα του Γίγνεσθαι των όντων και των κόσμων και το Γίγνεσθαι αποτέλεσμα της αλληλουχίας γένεσης και φθοράς των όντων μέσα του.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ αποσπάσματα
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ Φυσικά 24, 13
εν και κινούμενον και άπειρον. . . .
αρχή τε και στοιχείον των όντων το άπειρον. . .
την εις άλληλα μεταβολήν των τεττάρων στοιχείων
ούτος ουκ ηξίωσεν εν τι τούτων υποκεἰμενον ποιήσαι,
αλλά τι άλλον παρά ταύτα.
ούτος δε ουκ αλλοιωμένου του στοιχείου την γένεσιν ποιεί,
αλλ᾽αποκρινομένων των εναντίων δια της αϊδίου κινήσεως
[Το σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και άπειρο. . .
Αρχή και στοιχειώδες των όντων είναι το άπειρο. . .
Στην αλληλομετατροπή των τεσσάρων στοιχείων της φύσης αυτός δεν αξίωσε ότι κάποιο απ’αυτά είναι το γενεσιουργό, αλλά κάτι άλλο από αυτά. Δεν δέχεται ότι η αιτία της γένεσης ωφείλεται στην αλλοίωση ή την μετατροπή των υπαρχόντων στοιχείων, αλλά δια του διαλόγου των αντιθέτων και δια μέσου της αέναης κίνησης].
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Α4 187α 20
οι δ᾽εκ του ενός τας εναντιότητας εκκρίνεσθαι ώσπερ
Αναξίμανδρός φησι και όσοι γ᾽εν και πολλά φασίν είναι.
[Ο Αναξιμανδρος και όσοι πιστεύουν ότι το Ένα είναι και Πολλά, ισχυρίζονται ότι οι εναντιότητες είναι σύμφυτες στο Ένα κι απορρέουν απ’αυτό].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ αἱρ. ἔλεγ. 16 1-7
ούτος αρχή των όντων έφη τινά του απείρου,
εξ᾽ης γίγνεσθαι τους ουρανούς και τον εν αυτοίς κόσμον περιέχειν.
λέγει δε χρόνον ως ωρισμένης της γενέσεως και της φθοράς . . .
ούτος μεν αρχήν και στοιχείον είρηκε των όντων το άπειρον,
πρώτος τούνομα καλέσας της αρχής.
προς δε τούτω κίνησιν αΐδιον είναι,
εν η συμβαίνει γίγνεσθαι τους ουρανούς
[Ο Αναξίμανδρος είπε ότι το όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, από το οποίο γίγνονται οι ουρανοί και ο κόσμος που περιέχουν. Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με την γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας . . . Επίσης όρισε ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο και είναι ο πρώτος που το ονόμασε έτσι. Όρισε επίσης ότι το άπειρο είναι η αέναη κίνηση που μέσα της συμβαίνει το ουράνιο γίγνεσθαι].
Κατά τον Αναξίμανδρο το Σύμπαν δεν συνίσταται από δύο κόσμους, δηλαδή τον υλικό και τον ιδεατό, αλλά τα πάντα συνιστούν μιαν ενότητα σε άπειρη εξελικτική πορεία, δηλαδή σε αέναο καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι. Αυτός επίσης απορρίπτει την ύπαρξη αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων, που συνθέτουν τον κόσμο χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους. Δέχεται ότι το σύμπαν συνίσταται από την αλληλεπίδραση των αντιθέτων που γεννούν την αέναη Κίνηση. Κατ’αυτόν λοιπόν το Σύμπαν συμπίπτει με το Άπειρο, το οποίο με τη σειρά του συμπίπτει με το αέναο Γίγνεσθαι. Κι επειδή ο Χρόνος σχετίζεται με τη γένεση και τη φθορά των όντων, άρα και ο Χρόνος σχετίζεται με το Γίγνεσθαι. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Αναξίμανδρος δέχεται την ενότητα Χώρου, Χρόνου, Κίνησης κι Απείρου που συμπίπτουν στο παγκόσμιο Γίγνεσθαι.
Για να μπορέσει όμως αυτός ο ισχυρισμός να είναι λογικά δυνατός προϋποτίθεται ότι υπάρχει διάλογος κατά τον οποίον τα αντίθετα αλληλοπροεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Για τον λόγο αυτό, μέσα σε κάθε αντιφατική ενότητα ο διάλογος παραβιάζοντας τα όρια των διαλεγομένων, μπορεί να ταξιδεύει μακριά έξω από τα όρια της αντιφατικής σχέσης που συνιστούν τα συγκεκριμένα γεγονότα και να διαλέγεται με το σύμπαν. Δηλαδή τα στοιχειώδη κάθε γεγονότος, ξεκινώντας από το διάλογο μέσα στον εαυτό, περνούν στο διάλογο με τις εγγύτερες αντιφατικές ενότητες του περιβάλλοντος, μετά με τις απώτερες και τελικά με το ίδιο το Σύμπαν, που είναι ο Άλλος, ο απώτατος, ο αντίθετος εαυτός κι η έσχατη αιτία της συνεχούς αλλαγής του γεγονότος που συνίσταται απ’τα πορευόμενα προς το σύμπαν στοιχειώδη. Με τον εσωτερικό και τον εξωτερικό διάλογο των στοιχειωδών του το γεγονός συνεχώς αλλάζει, αλλάζοντας και τ’άλλα με τα οποία διαλέγεται κατά την πορεία των στοιχειωδών του στο σύμπαν. Με τον τρόπο αυτό κάθε στοιχειώδες συνιστά πάντα μιαν αντιφατική σχέση που έχει φύση καταλυτικο-συνθετική-εξελικτική και περιέχει εν δυνάμει ένα πρόσωπο του απείρου. Έτσι το άπειρο δεν είναι μόνον το Μέγα που άρχει επί των όντων ως όλον, αλλά είναι και το Μικρό, το στοιχειώδες ως ελάχιστο γενεσιουργό μέρος τους.
ΕΡΜΕΊΑΣ
αρχήν είναι την αΐδιον κίνησιν και ταύτη τα μεν γεννάσθαι τα δε φθείρεσθαι.
[Αυτό που άρχει είναι η αιώνια κήνηση, μέσα στην οποία άλλα όντα γενώνται κι άλλα χάνονται].
Το Σύμπαν συνίσταται απ’τη συνεχή καταλυτική-σύνθεση όντων μέσα του, όπου αλλά γενώνται και άλλα χάνονται συνιστώντας το άπειρο παγκόσμιο γίγνεσθαι που είναι η Κίνηση ως Ουσία.
ΑΕΤΙΟΣ περί τ. αρεσ.
Αναξίμανδρός φησι των όντων αρχήν είναι το άπειρον
εν γαρ τούτου πάντα γίγνεσθαι και εις τούτο πάντα φθείρεσθαι…
αμαρτάνει δε ούτος μη λέγων τι έστι το άπειρον,
πότερον αήρ έστι ή ύδωρ ή γη ή τι άλλον.
αμαρτάνει ουν την μεν ύλην αποφαινόμενος, το δε ποιούν αίτιον αναιρών,
το γαρ άπειρον ουδέν άλλον ή Ύλη εστίν.
ου δύναται δε ή ύλη είναι ενέργεια, εάν μη το ποιούν υποκέηται
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζεται ότι το άπειρο είναι γενεσιουργός αρχή των όντων, αφού όλα γεννιώνται από αυτό και όλα φθείρονται μέσα του. Ξαστοχεί όμως αφού δεν ορίζει τι είναι το άπειρο, δηλαδή νερό, γη, αέρας ή ότι άλλο. Λαθεύει γιατί μιλά για την Ύλη παραλείποντας το αίτιο της ύπαρξής της, αφού το άπειρο δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από Ύλη. Η Ύλη δεν μπορεί να είναι ζωντανή αν μέσα της δεν υπάρχει αυτό που της δίνει ζωή (το άπειρο)].
Ο Αέτιος εδώ ασκεί αρνητική κριτική στον Αναξίμανδρο ξαστοχώντας, αφού ερμηνεύει εν μέρει ως αρνητική κριτική σωστά την πρόταση του Αναξίμανδρου: «αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον», δηλαδή ότι το Άπειρο περιέχει και περιέχεται από όλα τα όντα. Έτσι περιέχει και περιέχεται από την ύλη ως συγκεκριμένη ουσία και ως όλον, όντας η αντιφατικότητα καθαυτή, το Εν Δυνάμει Είναι.
Το Άπειρο ως αληθινό Γίγνεσθαι δεν μπορεί να συνίσταται από τον συνδιασμό των εσχάτων αναλλοίωτων καθαυτών οντοτήτων (ατόμων), όπως θεωρούντο την εποχή εκείνη τα υλικά στοιχειώδη «γαία, ύδωρ, πυρ, αιθήρ ή αήρ». Αν το άπειρο συνίστατο από αιώνια κι αναλλοίωτα έσχατα, τότε θα ήταν ένα είδος κλειστού αλγοριθμικού συστήματος, το οποίο ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του θα είχε μια τετελεσμένη προκαθορισμένη σειρά επανάληψης παιγνίων. Στο διάλογο αυτών των στοιχειωδών αυτά δεν θα παραβίαζαν τα όριά τους και τότε το “άπειρο” θα ήταν πεπερασμένο και το γίγνεσθαι τετελεσμένο και φαινομενικό (κακό άπειρο).
ΑΡΙΣΤΟΤΈΛΗΣ φυσ. γ. 7 207 b 35
ως ύλη το άπειρον εστίν αίτιον και ότι το μεν είναι αυτώ στέρησις
το δε καθ'αυτό υποκείμενον το συνεχές και αισθητόν
φαίνονται δε και οι άλλοι πάντες ως ύλην χρώμενοι τω απείρω
διό και άτοπον το περιέχειν, ποιείν αυτό, αλλά μη περιεχόμενον
[Το Άπειρο σαν ύλη είναι το αίτιο, κι ενώ φαίνεται διαφορετικό από την Ύλη συμπίπτει μ’αυτήν. Και όλοι όσοι θεωρούν το άπειρο ως ύλη δέχονται ότι είναι άτοπο το άπειρο να γεννά την ύλη και να την περιέχει αλλά να μην περιέχεται απ’αυτήν].
Το άπειρο δεν θεωρείται από τον Αναξίμανδρο απλά ποσοτικός προσδιορισμός της ύλης, αλλά συμπίπτοντας με το γίγνεσθαι, απ’τη μια περιέχει την ύλη ως Μέγα, απ’την άλλη περιέχεται από την ύλη ως Μικρό (ως γενεσιουργό καταλυτικό-συνθετικό αντιφατικό-στοιχειώδες).
Επίσης στο απόσπασμα από τον Ιππόλυτο (αἱρ. ἔλεγ. 16 1-7) τονίζει για τον χρόνο: τον δε χρόνον ως ωρισμένης της γενέσεως και της ουσίας και της φθοράς. . .(Ο χρόνος είναι σχετικός κι αποκτά νόημα από τη γένεση και τη φθορά των όντων). Η σχετικότητα του χρόνου με την γένεση και τη φθορά των όντων τα οποία παίζουν και τον ανάλογο ρόλο του χώρου, φαίνεται κι από την αντίληψή του για την εξέλιξη των όντων, αφού έτσι συνδέεται η έννοια του χρόνου και με το άπειρο γίγνεσθαι.
ΑΕΤΙΟΣ V 19. 4
Αναξίμανδρος έφασκεν εν υγρώ γεννηθήναι τα πρωτα ζώα
φλοιοίς περιεχόμενα ακανθώδεσι, προβαινούσης δε της ηλικίας
αποβαίνειν επί το ξηρότερον και του φλοιού περιρρηγνυμένου
επ'ολίγον χρόνον μεταβιώνται
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα πρώτα ζώα εγεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον έχοντας λέπια και όταν το περιβάλλον έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόστηκαν στο νέο περιβάλλον].
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ συμπ. VIII 8.4
Αναξίμανδρος αποφαίνεται εν ιχθύσι εγγενέσθαι πρώτον τους ανθρώπους
και τραφέντες ώσπερ οι γαλαίοι και γενομένους ικανούς εαυτούς βοηθείν
εκβήναι τίνικαύτα και γης λαβέσθαι
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια, τρεφόμενοι σαν τους γαλαίους κι όταν έγιναν ικανοί βγήκαν στην ξηρά].
Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζεται ότι η αντιφατικότητα του απείρου και του γίγνεσθαι έχουν ως αποτέλεσμα την εξέλιξη των ειδών. Αυτό διαπιστώνεται σαφέστερα και από τα αποσπάσματα περί απείρου που θα ακολουθήσουν.
“Η Θεωρία της Εξέλιξης των Ειδών” του Δαρβίνου, είναι ένα άρτιο κομψοτέχνημα παρατηρήσεων και ορθολογικών συμπερασμάτων που μπροστά του η πρόταση του Αναξίμανδρου, αν δεν λάβουμε υπόψιν ότι διατυπώθηκε 2500 χρονια πριν, ωχριά ως έχουσα χαρακτήρα αυθόρμητου πρωτογονισμού. Οι προτάσεις του Αναξίμανδρου όμως έφτασαν σε μας αποσπασματικά και έτσι δεν γνωρίζουμε τον τρόπο που είχαν αληθινά διατυπωθεί. Μόλαταύτα υπάρχει κάτι που η πρόταση του Δαρβίνου υπολείπεται σε σχέση με τ’αποσπάσματα του Αναξίμανδρου. Ο Αναξίμανδρος μαζί με τις παρατηρήσεις που τον οδήγησαν στην αποδοχή της εξέλιξης των όντων και του κόσμου, προχώρησε στη διατύπωση των βάσεων μιας Διαλεκτικής Λογικής, η οποία περιγράφει την αντιφατικότητα των όντων και του κόσμου ως αιτία της εξέλιξης των ειδών, κάτι για το οποίο απ’ότι γνωρίζω ο Δαρβίνος αδιαφορεί.
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ φυσ. 1121, 5
Οι μεν γαρ απείρους τω πλήθει τους κόσμους υποθέμενοι, ως περί
Αναξίμανδρον και Λεύκιππον και Δημόκριτον και ύστερον οι περί τον
Επίκουρον, γινομένους αυτούς και φθειρομένους υπέθετον επ'άπειρον,
άλλων μεν αεί φθειρομένων, άλλων δε γινομένων, και την κίνησιν αΐδιον
έλεγον, άνευ γαρ κινήσεως ουκ έστι γένεσις ή φθορά.
[Αυτοί που υποθέτουν ότι οι κόσμοι είναι κατά το πλήθος άπειροι, όπως οι περί τον Αναξίμανδρο, τον Λεύκιππο, τον Δημόκριτο και αργότερα περί τον Επίκουρο δέχονται ότι οι κόσμοι γεννώνται και φθείρονται επ’άπειρον και είναι αυτό που θεωρούν αέναη κίνηση. Διότι χωρίς γένεση και φθορά δεν υπάρχει κίνηση].
Από τις πληροφορίες που έχουμε για τις απόψεις του Αναξίμανδρου, συνάγουμε ότι η Κίνηση είναι η συνεχής αλλαγή, δηλαδή η συνεχής αλληλουχία γέννησης και θανάτου των όντων και των κόσμων, που ως αποτέλεσμα έχει το αέναο Γίγνεσθαι που είναι το Άπειρο. Η Ύλη δεν θα μπορούσε να είναι ζωντανή, δηλαδή να εξελίσσεται, αν μέσα σε κάθε στοιχειώδες της δεν υπήρχε εν δυνάμει το Άπειρο να την ενεργοποιεί, αφού το άπειρο άρχει περιέχοντας τα πάντα, όντας το μέγα και γενεσιουργό, ενώ συγχρόνως ως μικρό και στοιχειώδες περιέχει δυναμικά ένα πρόσωπο του Απείρου. Απ’αυτό συνάγουμε λοιπόν ότι η Ύλη, το Άπειρο, το Γίγνεσθαι και ο Χρόνος συμπίπτουν στην Κίνηση ως Ουσία και γι’αυτό όλα τα πράγματα ή τα γεγονότα είναι ιδιότητες της Κίνησης και όχι η κίνηση ιδιότητα των πραγμάτων. Όπως θα δούμε στην εξέλιξη της εργασίας, αυτό είναι κάτι με το οποίο συμφωνούν και ο Ηράκλειτος και ο Ζήνων.
Ο Ηράκλειτος δέχεται ότι κάθε πράγμα ή γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο, γιατί “υπογεγονότα” αείζωου πυρός διέρχονται μέσα του, κάνοντάς το πραγματικότητα. Έτσι κάθε σώμα αληθινά δεν έχει συγκεκριμένα όρια αλλά προεκτείνεται στο σύμπαν, ενώ συγχρόνως το σύμπαν βυθίζεται με αντίθετο τρόπο στο γεγονός. Έτσι κάθε γεγονός είναι σύμφυτο με το αέναο Γίγνεσθαι του κόσμου που είναι η Κίνηση ως Ουσία.
Ο Ζήνων πιστεύει ότι κανένα όν δεν μπορεί να έχει κάποιο έσχατο αναλλοίωτο στοιχειώδες μέρος, όπως το Άτομο των Δημόκριτου και Λεύκιππου. Σύμφωνα μ’αυτόν, το έσχατο τείνοντας προς το μηδέν, συγχρόνως τείνει προς το άπειρο (είναι μηδενικό και άπειρο). Αυτό είναι το αντιφατικό στοιχειώδες, το Εν Δυνάμει Είναι. Χωρίς την αποδοχή αυτού του είδους στοιχειώδους δεν μπορεί κανείς να δέχεται ότι το Είναι, το Γίγνεσθαι, το Άπειρο και γι’αυτό μαζί τους ο Χώρος, ο Χρόνος και η Κίνηση συνιστούν μιαν ενότητα ως Ουσία, που μπορεί μόνο να λέγεται και να περιγράφεται με τη Διαλεκτική.
Ορθολογικά όμως η Ύλη, η Κίνηση, το Άπειρο και το Γίγνεσθαι δεν υπάρχουν ως Ουσία Καθαυτή, αυτά θεωρούνται κατηγορίες της νόησης. Ορθολογικά, η Ύλη υπάρχει πάντα σαν ένα συγκεκριμένο πράγμα ή γεγονός, το Άπειρο υπάρχει σαν ατέλειωτη ποσοτική συσσώρευση στοιχειωδών που δεν συνιστούν Όλον-Ουσία, το Γίγνεσθαι είναι ιδιότητα φαινομενική της ύλης κι ο Χρόνος φανερώνει τη διάρκεια πεπερασμένων γεγονότων και καταστάσεων που τα αφορούν. Ορθολογικά λοιπόν καί αυτό το ίδιο το Είναι ως Καθαυτό δεν μπορεί να οριστεί ως ουσία, αλλά ούτε ως έννοια καθαυτή (κάτι που συζητήθηκε από τον Πλάτωνα ως τον Χάιντεγκερ, αλλά κανείς δεν οριοθέτησε ικανοποιητικά). Η άποψη λοιπόν περί Απείρου του Αναξίμανδρου ότι “κάθε σώμα είναι άπειρο, επειδή υπάρχουν άπειροι κόσμοι” κάνει τον ορθολογιστή Αριστοτέλη ν’απορεί ειρωνικά.
Ο Αριστοτέλης στο απόσπασμα των “φυσικών Γ4 203 b 6” περί απείρου, δεν μας πληροφορεί σωστά για τον τρόπου που αντιλαμβάνεται ο Αναξίμανδρος την έννοια του απείρου. Όλοι οι τρόποι που μας προτείνει δεν ταιριάζουν με τις απόψεις του εκτός αυτής που τον κάνει ν’απορεί ειρωνικά. Ακόμα και η ερμηνευτική εισαγωγή που κάνει περί απείρου είναι πτωχή και βέβαια μακριά από αυτήν του Αναξίμανδρου:
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Γ4 203 b 6.
άπαντα γαρ αρχή ή εξαρχής, του δε απείρου ουκ έστιν αρχή, είη γαρ αυτού
πέρας, έτι δ’αγένητον και άφθαρτον ως αρχή ούσα. το τε γαρ γενόμενο
ανάγκη τέλος λαβείν και τελευτή πάσης εστί φθοράς. διο καθάπερ λέγομεν,
ου ταύτης αρχή, αλλ'αυτή των άλλων είναι δοκεί και περιέχειν πάντα και
πάντα κυβερνάν ως φασιν όσοι μη ποιούσι παρά το άπειρον άλλας αιτίας,
οίον νουν ή φιλίαν. και τούτο είναι θείον. αθάνατον γαρ και ανώλεθρον,
ως φησίν Αναξίμανδρος και οι πλείστοι των φυσιολόγων. του δε είναι τι
άπειρον η πίστις εκ πέντε μάλιστ'αν συμβαίνοι σκοπούσιν:
[Όλα έχουν μιαν αρχή ή είναι αρχή κάποιου άλλου. Ότι γεννιέται πρέπει να έχει κάποιο τέλος ως αποτέλεσμα της φθοράς, αλλά το άπειρο όντας η Αρχή, είναι αγέννητο και άφθαρτο. Κι επειδή δεν έχει τίποτα άλλο σαν αρχή, αλλά αυτό είναι η αρχή όλων, τα περιέχει όλα και τα κυβερνά, όπως λένε όσοι δεν δέχονται άλλη γενεριουργό αίτια απ’το άπειρο, όπως τον Νου ή τον Έρωτα. Το άπειρο λοιπόν είναι θεϊκό αφού είναι αθάνατο και άφθαρτο, όπως ισχυρίζεται ο Αναξίμανδρος και οι περισσότεροι από τους φυσικούς φιλοσόφους].
Η αντίληψη του Αριστοτέλη περί ενός απείρου χωρίς αρχή και τέλος, αγέννητου και άφθαρτου, δεν συμφωνεί με το άπειρο του Αναξίμανδρου το οποίο είναι το αέναο καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Δηλαδή που έχει απεριόριστες αρχές και τέλη.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Γ4 203 b 6
Αναξίμανδρος και οι πλείστοι των φυσιολόγων, του δε είναι τι άπειρον
η πίστις εκ πέντε μάλιστ'αν συμβαίνει σκοπούσιν: Α. εκ του τε χρόνου,
ούτος γαρ άπειρος. Β. εκ τοις μεγέθεσι διαιρέσεως, χρώνται γαρ
οι μαθηματικοί τω απείρω. Γ. έτι τω ούτως αν μόνως μη υπολείπειν γένεσιν ή
φθοράν, ει άπειρον είη όθεν αφαιρείται το γινόμενον. Γ. έτι τω πεπερασμένον
αεί προς τι περαίνειν ανάγκη έτερον προς έτερον. Ε. μάλιστα δε και
κυριώτατον ο την κοινήν ποιεί απορίαν πάσιν, δια το γαρ εν τη νοήσει μη
υπολείπειν και ο αριθμός δοκεί άπειρος είναι και τα μαθηματικά μεγέθη και
το έξω του ουρανού. απείρου δε όντος του έξω και σώμα άπειρον είναι δοκεί
και οι κόσμοι.
[Λέγεται ότι ο Αναξίμανδρος και οι περισσότεροι των φυσικών φιλοσόφων, δέχονται την ύπαρξη του απείρου με πέντε τρόπους: Α. Απ’το χρόνο που είναι άπειρος. Β. Από τη διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών. Γ. Από το ότι μόνον έτσι θα μπορούσε να υπάρχει συνεχής γένεση και φθορά, αφού μόνον απ’το άπειρο θα μπορούσε να αντλείται κάτι τέτοιο. Δ. Από το ότι κάθε πεπερασμένο συνορεύει με κάποιο άλλο πεπερασμένο και αυτό ατελείωτα. Ε. Αλλά το σπουδαιότερο που προκαλεί απορία, γιατί καθένας που διαθέτει κοινό νουν, θα μπορούσε να αντιληφθεί το απειροστικό των μαθηματικών μεγεθών και την άπειρη προέκταση του ουρανού προς τα έξω, είναι ότι αφού το σύμπαν είναι άπειρο εξωτερικά και κάθε σώμα είναι άπειρο και οι κόσμοι είναι άπειροι]
Ας δούμε τώρα με κριτικό βλέμμα ποιοί από τους πέντε αυτούς τρόπους, συμφωνούν με το πνεύμα του Αναξίμανδρου.
Α. Από την έννοια του χρόνου που είναι άπειρος.
Η αντίληψη του Αριστοτέλη περί Χρόνου από αυτήν του Αναξίμανδρου, διαφέρει. Ο Χρόνος σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο είναι Άπειρος όχι γιατί είναι χωρίς αρχή και τέλος, αλλά αντίθετα γιατί έχει απεριόριστες αρχές και τέλη, όντας αντιφατικός, αφού "σχετίζεται με την γένεση και τη φθορά".
Σύμφωνα με τους προσωκρατικούς που χαρακτηρίζω διαλεκτικούς: Το χθές δεν υπάρχει, το αύριο δεν υπάρχει, το τώρα είναι μόνο, το τώρα που δεν είναι αφού είναι Πάντα Άλλο (συνεχώς Είναι-ΜηΌντας). Το τώρα είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, δηλαδή μια φθίνουσα αιχμή ανάμεσα απ’το παρελθόν και το μέλλον που είναι παντοτινή στην μηδενικότητά της. Ο χρόνος ως καθαυτός είναι σε κάθε του στιγμή μηδενικός και άπειρος, όντας η αντίφαση γυμνή.
Β. Από την διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών.
Το άπειρο ως διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών δεν γίνεται αντιληπτό από τον Αναξίμανδρο με τον τρόπο που θέλει ο Αριστοτέλης. Αυτό συνάγεται από τη φράση του Αναξίμανδρου «ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον» όπου το άπειρο είναι ως Αρχή το Μέγα περιέχοντας και ορίζοντας τα πάντα, αλλά ως Στοιχείο είναι συγχρόνως το Μικρό, που Εν Δυνάμει περιέχει τα πάντα περιεχόμενο από τα πάντα.
Η προσωκρατική αμφισημία αντιλαμβάνεται την διαιρετότητα με πιο σύνθετο τρόπο από αυτήν του Αριστοτέλη. Οι προσωκρατικοί πίστευαν ότι αυτό που διαιρείται, απ’τη μια μικραίνει και από την άλλη μεγαλώνει κι’όλας. Μικραίνουν τα τμήματα που το αποτελούν αλλά ο όγκος του μεγαλώνει, περιέχοντας περισσότερα κενά μεταξύ των τμημάτων. Έτσι σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τείνοντας τα τμήματα κάποιου προς το μηδέν, συγχρόνως τείνουν για το άπειρο (συνιστώντας αντιφατική ενότητα κενού και πλήρους). Αυτό βέβαια πίστευαν όσοι δεν εδέχοντο την ύπαρξη ατόμων (μη τεμνομένων εσχάτων) θεωρώντας την απλοϊκή αντίληψη.
Γ. Η συνεχής γένεση και φθορά θα μπορούσε να είναι ατέλειωτη, αφού μόνον από το άπειρο θα μπορούσε να αντλείται κάτι τέτοιο. Το άπειρο όμως που προτείνει ο Αριστοτέλης, ως ατελείωτη ποσοτική συσσώρευση πολλών, είναι πολύ πτωχό για να δώσει συγχρόνως και την απειροστική ποιότητα του γίγνεσθαι όπως το αντιλαμβάνεται ο Αναξίμανδρος.
Δ. "Κάθε πεπερασμένο τελειώνει σε κάποιο άλλο πεπερασμένο κι αυτό ατέλειωτα".
Αυτή η τυπική πρόταση περί απείρου, από τους προσωκρατικούς θεωρείτο μια απλοϊκή ποσοτική συσσώρευση που δεν δίνει αληθινό άπειρο. Το άπειρο των προσωκρατικών έχει τον ποιοτικό χαρακτήρα που απορρέει από την έννοια του γίγνεσθαι.
Οι προσωκρατικοί θεωρούν το γίγνεσθαι ως ένα άλλο πρόσωπο του απείρου. Έτσι λοιπόν νομίζω ότι το άπειρο που αποδέχεται ο Αναξίμανδρος είναι αυτό που αναφέρει ο Αριστοτέλης μ’έναν τόνο ελαφράς ειρωνίας:
Ε. "Αφού το σύμπαν είναι άπειρο εξωτερικά, κάθε σώμα είναι άπειρο και οι κόσμοι είναι άπειροι".
Ο Αριστοτέλης συχνά υποτιμά τους προσωκρατικούς απλουστεύοντας τις απόψεις τους. Οι τέσσερις πρώτοι τρόποι ύπαρξης του απείρου που αποδίδονται στους προσωκρατικούς και ειδικά στον Αναξίμανδρο, δεν έχουν καμιά σχέση με το Άπειρο-Γίγνεσθαι όπως το αντιλαμβάνεται ο Αναξίμανδρος.
Αντλώντας ο Αναξίμανδρος από την άποψή του περί καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, του Γίγνεσθαι και του Απείρου και την άποψή του ότι ο Χρόνος σχετίζεται με την γένεση και τη φθορά των όντων και των κόσμων, προεκτείνει αυτή του την άποψη και στα στοιχειώδη που συνιστούν τον κόσμο μας: Θεωρεί ότι το άπειρο δεν είναι μια απλή ποσοτική συσσώρευση, αλλά ένα αντιφατικό γίγνεσθαι που καταλύεται-συντιθέμενο από στοιχειώδη τα οποία καί αυτά καταλύονται-συντιθέμενα ως το έσχατο στοιχειώδες· αυτό τείνοντας προς το μηδενικό μέγεθος, τείνει συγχρόνως προς το άπειρο. Έτσι το στοιχειώδες του Αναξίμανδρου είναι δεκτό ως περιέχον δυναμικά το άπειρο. Δηλαδή το στοιχειώδες (ως εν δυνάμει άπειρο), όπως το αντιλαμβάνοντο ο Αναξίμανδρος, ο Ηράκλειτος και ο Ζήνων, το οποίο τείνοντας προς το μηδέν τείνει συγχρόνως προς το άπειρο, όντας το Εν Δυνάμει επίπεδο του κόσμου μας, το γενεσιουργό στοιχειώδες του απείρου γίγνεσθαι. Εκεί υπάρχει η αντιφατικότητα γυμνή, όπου το Ένα και τα Πολλά δεν έχουν τον χαρακτήρα της απλής διαίρεσης ή άθροισης. Εκεί το Ένα δεν είναι απλά αποτέλεσμα συσσώρευσης πολλών μονάδων, ούτε τα Πολλά αποτέλεσμα διαίρεσης του Ενός σε στοιχειώδη. Γι’αυτούς η σχέση Ενός-Πολλών ήταν βαθύτερη. Το Ένα προετείνεται πέρα μακριά στα Πολλά και τα Πολλά βυθίζονται στο Ένα συνιστώντας μιαν αντιφατική μονάδα, έτσι που η Ταυτότητα αυτής της μονάδας να μην είναι ανεξάρτητη από το Όλον.
Το άπειρο λοιπόν που ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι δεχόταν ο Αναξίμανδρος σαν σχέση του Ενός-Πολλών, θα έπρεπε μάλλον να είναι κάπως αλλιώς: «Κάθε υλικό γεγονός κατ’αρχήν διαλέγεται με τον εαυτό του, μετά με τα πλησιέστερα σ’αυτό γεγονότα, μετά με τα μακρύτερα και τελικά με το σύμπαν που είναι ο Άλλος ο αντίθετος εαυτός, που υποχρεώνει το γεγονός να αλλάζει. Τα όρια του εαυτού ξεκινούν πολύ βαθιά μέσα του, τόσο βαθιά που να μην μένει κάποιο μέρος του απαραβίαστο από τον όποιο διάλογο και ταξιδεύοντας πολύ μακρία έξω από τον εαυτό στο σύμπαν, επιστρέφουν κάποτε πίσω στον εαυτό διαταράσσοντας την ταυτότητα της ύπαρξής του. Έτσι το γεγονός μη έχοντας απόλυτα όρια αλλά συνεχώς διαταρασσόμενα και όντας σε συνεχή διάλογο με τα Πολλά, είναι καί αυτό άπειρο».
Για τον Αναξίμανδρο και τους άλλους προσωκρατικούς διαλεκτικούς, οι έννοιες του απείρως μικρού και του απείρως μεγάλου συμπίπτουν στην έννοια του Αιθέρα, που στον Ηράκλειτο ονομάζεται Πυρ. Αυτός ο αιθέρας δεν είναι το αδρανές υλικό που είχαν φανταστεί οι ευρωπαίοι επιστήμονες του 19ου αιώνα και το οποίο απέρριψε το πείραμα Μίκελσον-Μόρλυ· ο δυναμικός Αιθέρας των Μιλησίων ήταν η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι, το έσχατο αντιφατικό επίπεδο του κόσμου μας. Η σύγχρονη φυσική με την πιθανή αποδοχή της ύπαρξης ακαριαίων αλληλεπιδράσεων, ξαναφέρνει πίσω την έννοια του Αιθέρα ως ενεργό αντιφατικό ποιητικό αίτιο της ύλης. Ως «αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον» όπου το ακαριαίο είναι συγχρόνως ακίνητο, είναι μηδενικό και άπειρο, περιέχοντας δυναμικά όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα. Την ύπαρξη ενός τέτοιου εν δυνάμει υποκβαντικού υλικού επιπέδου, υποπτεύεται ο Χάιζενμπεργκ, αλλά και η κβαντική φυσική. Ακόμα είναι κάτι για το οποίο ο Αϊνστάιν κατηγορεί τη σχολή της Κοπενχαγης: δηλαδή ότι αποδέχεται στα υπόγεια του κόσμου μας ακαριαίες αλληλεπιδράσεις.
Οι πρόγονοι των σημερινών φυσικών Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων, έβλεπαν τον κόσμο αντίθετα από τους σύγχρονους επιστήμονες. Γι’αυτούς η κίνηση δεν ήταν ιδιότητα της ύλης ή των απεριορίστων συγκεκριμένων, όπως αξίωσε ο Αριστοτέλης και διαδόθηκε παγκοσμίως μέσα από τα μεσαιωνικά μοναστήρια. Γι’αυτούς τα πράγματα και τα γεγονότα του κόσμου είναι ιδιότητες της κίνησης ως γίγνεσθαι και ως ουσία.
ΕΙΣΑΓΩΓΉ: ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
Ο Αναξίμανδρος και ο Ηράκλειτος ιστορούνται σαν εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες. Ο πρώτος ηγετική προσωπικότητα κατά την ακμή της Μιλήτου. Όπως γνωρίζουμε ήταν ηγέτης αποικιστής, που σημαίνει πολυτάλαντη προσωπικότητα. Δηλαδή σ’εκείνους τους σκοτεινούς χρόνους, όταν η Πόλις “ξεχείλιζε”, ένας πολυτάλαντος ηγέτης οδηγούσε μιαν ομάδα άξιων και τολμητών ανδρών να δημιουργήσουν προγεφύρωμα πρώτων κατοίκων για την ίδρυση αποικίας. Αυτοί έπρεπε να είναι έξυπνοι, γενναίοι και διπλωματικοί, ώστε να πείσουν αυτούς που πιθανόνο υπήρχαν εκεί κοντά ότι έρχονται ειρηνικά. Όταν όμως κάτι “πήγαινε στραβά” θα έπρεπε να σύρουν και το ξίφος. Ο Αναξίμανδρος λοιπόν ήταν ένας επιστήμονας-φιλόσοφος-στρατηγός. Αντίθετα μ’αυτόν ο Ηράκλειτος φέρεται σαν αντικοινωνικός και εχθρικός προς τους συμπολίτες του, τους οποίους θεωρούσε ανεπανόρθωτα διεφθαρμένους. Ίσως ο Αναξίμανδρος έζησε σε μια Μίλητο ακμής ενώ ο
Ηράκλειτος σε μια Έφεσο παρακμής. Παρόλα αυτά έχουν μεγάλη φιλοσοφική συγγένεια.
Φαίνεται πιθανόν ότι οι φιλοσοφικές απόψεις του Αναξίμανδρου δίδαξαν ή ενέπνευσαν τον Ηράκλειτο στο έργο του. Η φιλοσοφική τους συγγένεια αναδύεται από την κοινή τους αντίληψη για την “καταλυτική-συνθετότητα” των όντων και του κόσμου, δηλαδή την αντιφατικότητά τους. Αυτό όμως που κάνει τον Ηράκλειτο να ξεχωρίζει είναι η πρότασή του για την έννοια του Λόγου. Ο Λόγος είναι το λογικά συντεταγμένο αντιφατικό λέγειν, δηλαδή η συνειδητή πρόταση μιας αντιφατικής διαλογικότητας, μιας Διαλεκτικής Λογικής. Ο Λόγος όμως, ακόμα περισσότερο, ορίζεται από τον Ηράκλειτο ως Λογική, Γλώσσα και Ουσία που συμπίπτουν στο αέναο Γίγνεσθαι.
Το αντιφατικά συντεταγμένο αυτό λέγειν, είναι ένα είδος “αντιφατικής διαλεκτικής τυπικότητας”, που προτείνεται από τον Ηράκλειτο σαν ο μόνος τρόπος με τον οποίον μπορεί επ’ακριβώς να λέγεται ο εξελισσόμενος κόσμος. Οι ρίζες όμως της αντίληψης αυτής βρίσκονται στην άποψη του Αναξίμανδρου περί της καταλυτικής-συνθετότητας των Όντων, του Κόσμου, του Γίγνεσθαι και του Απείρου. Αφού σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο το Άπειρο είναι αποτέλεσμα του Γίγνεσθαι των όντων και των κόσμων και το Γίγνεσθαι αποτέλεσμα της αλληλουχίας γένεσης και φθοράς των όντων μέσα του.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ αποσπάσματα
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ Φυσικά 24, 13
εν και κινούμενον και άπειρον. . . .
αρχή τε και στοιχείον των όντων το άπειρον. . .
την εις άλληλα μεταβολήν των τεττάρων στοιχείων
ούτος ουκ ηξίωσεν εν τι τούτων υποκεἰμενον ποιήσαι,
αλλά τι άλλον παρά ταύτα.
ούτος δε ουκ αλλοιωμένου του στοιχείου την γένεσιν ποιεί,
αλλ᾽αποκρινομένων των εναντίων δια της αϊδίου κινήσεως
[Το σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και άπειρο. . .
Αρχή και στοιχειώδες των όντων είναι το άπειρο. . .
Στην αλληλομετατροπή των τεσσάρων στοιχείων της φύσης αυτός δεν αξίωσε ότι κάποιο απ’αυτά είναι το γενεσιουργό, αλλά κάτι άλλο από αυτά. Δεν δέχεται ότι η αιτία της γένεσης ωφείλεται στην αλλοίωση ή την μετατροπή των υπαρχόντων στοιχείων, αλλά δια του διαλόγου των αντιθέτων και δια μέσου της αέναης κίνησης].
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Α4 187α 20
οι δ᾽εκ του ενός τας εναντιότητας εκκρίνεσθαι ώσπερ
Αναξίμανδρός φησι και όσοι γ᾽εν και πολλά φασίν είναι.
[Ο Αναξιμανδρος και όσοι πιστεύουν ότι το Ένα είναι και Πολλά, ισχυρίζονται ότι οι εναντιότητες είναι σύμφυτες στο Ένα κι απορρέουν απ’αυτό].
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ αἱρ. ἔλεγ. 16 1-7
ούτος αρχή των όντων έφη τινά του απείρου,
εξ᾽ης γίγνεσθαι τους ουρανούς και τον εν αυτοίς κόσμον περιέχειν.
λέγει δε χρόνον ως ωρισμένης της γενέσεως και της φθοράς . . .
ούτος μεν αρχήν και στοιχείον είρηκε των όντων το άπειρον,
πρώτος τούνομα καλέσας της αρχής.
προς δε τούτω κίνησιν αΐδιον είναι,
εν η συμβαίνει γίγνεσθαι τους ουρανούς
[Ο Αναξίμανδρος είπε ότι το όντα εξουσιάζονται από κάποιο είδος απείρου, από το οποίο γίγνονται οι ουρανοί και ο κόσμος που περιέχουν. Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος είναι σχετικός με την γέννηση και τη φθορά της κάθε συγκεκριμένης ουσίας . . . Επίσης όρισε ότι άρχων και στοιχείο όλων είναι το άπειρο και είναι ο πρώτος που το ονόμασε έτσι. Όρισε επίσης ότι το άπειρο είναι η αέναη κίνηση που μέσα της συμβαίνει το ουράνιο γίγνεσθαι].
Κατά τον Αναξίμανδρο το Σύμπαν δεν συνίσταται από δύο κόσμους, δηλαδή τον υλικό και τον ιδεατό, αλλά τα πάντα συνιστούν μιαν ενότητα σε άπειρη εξελικτική πορεία, δηλαδή σε αέναο καταλυτικο-συνθετικό Γίγνεσθαι. Αυτός επίσης απορρίπτει την ύπαρξη αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων, που συνθέτουν τον κόσμο χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους. Δέχεται ότι το σύμπαν συνίσταται από την αλληλεπίδραση των αντιθέτων που γεννούν την αέναη Κίνηση. Κατ’αυτόν λοιπόν το Σύμπαν συμπίπτει με το Άπειρο, το οποίο με τη σειρά του συμπίπτει με το αέναο Γίγνεσθαι. Κι επειδή ο Χρόνος σχετίζεται με τη γένεση και τη φθορά των όντων, άρα και ο Χρόνος σχετίζεται με το Γίγνεσθαι. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Αναξίμανδρος δέχεται την ενότητα Χώρου, Χρόνου, Κίνησης κι Απείρου που συμπίπτουν στο παγκόσμιο Γίγνεσθαι.
Για να μπορέσει όμως αυτός ο ισχυρισμός να είναι λογικά δυνατός προϋποτίθεται ότι υπάρχει διάλογος κατά τον οποίον τα αντίθετα αλληλοπροεκτείνονται χωρίς ν’αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Για τον λόγο αυτό, μέσα σε κάθε αντιφατική ενότητα ο διάλογος παραβιάζοντας τα όρια των διαλεγομένων, μπορεί να ταξιδεύει μακριά έξω από τα όρια της αντιφατικής σχέσης που συνιστούν τα συγκεκριμένα γεγονότα και να διαλέγεται με το σύμπαν. Δηλαδή τα στοιχειώδη κάθε γεγονότος, ξεκινώντας από το διάλογο μέσα στον εαυτό, περνούν στο διάλογο με τις εγγύτερες αντιφατικές ενότητες του περιβάλλοντος, μετά με τις απώτερες και τελικά με το ίδιο το Σύμπαν, που είναι ο Άλλος, ο απώτατος, ο αντίθετος εαυτός κι η έσχατη αιτία της συνεχούς αλλαγής του γεγονότος που συνίσταται απ’τα πορευόμενα προς το σύμπαν στοιχειώδη. Με τον εσωτερικό και τον εξωτερικό διάλογο των στοιχειωδών του το γεγονός συνεχώς αλλάζει, αλλάζοντας και τ’άλλα με τα οποία διαλέγεται κατά την πορεία των στοιχειωδών του στο σύμπαν. Με τον τρόπο αυτό κάθε στοιχειώδες συνιστά πάντα μιαν αντιφατική σχέση που έχει φύση καταλυτικο-συνθετική-εξελικτική και περιέχει εν δυνάμει ένα πρόσωπο του απείρου. Έτσι το άπειρο δεν είναι μόνον το Μέγα που άρχει επί των όντων ως όλον, αλλά είναι και το Μικρό, το στοιχειώδες ως ελάχιστο γενεσιουργό μέρος τους.
ΕΡΜΕΊΑΣ
αρχήν είναι την αΐδιον κίνησιν και ταύτη τα μεν γεννάσθαι τα δε φθείρεσθαι.
[Αυτό που άρχει είναι η αιώνια κήνηση, μέσα στην οποία άλλα όντα γενώνται κι άλλα χάνονται].
Το Σύμπαν συνίσταται απ’τη συνεχή καταλυτική-σύνθεση όντων μέσα του, όπου αλλά γενώνται και άλλα χάνονται συνιστώντας το άπειρο παγκόσμιο γίγνεσθαι που είναι η Κίνηση ως Ουσία.
ΑΕΤΙΟΣ περί τ. αρεσ.
Αναξίμανδρός φησι των όντων αρχήν είναι το άπειρον
εν γαρ τούτου πάντα γίγνεσθαι και εις τούτο πάντα φθείρεσθαι…
αμαρτάνει δε ούτος μη λέγων τι έστι το άπειρον,
πότερον αήρ έστι ή ύδωρ ή γη ή τι άλλον.
αμαρτάνει ουν την μεν ύλην αποφαινόμενος, το δε ποιούν αίτιον αναιρών,
το γαρ άπειρον ουδέν άλλον ή Ύλη εστίν.
ου δύναται δε ή ύλη είναι ενέργεια, εάν μη το ποιούν υποκέηται
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζεται ότι το άπειρο είναι γενεσιουργός αρχή των όντων, αφού όλα γεννιώνται από αυτό και όλα φθείρονται μέσα του. Ξαστοχεί όμως αφού δεν ορίζει τι είναι το άπειρο, δηλαδή νερό, γη, αέρας ή ότι άλλο. Λαθεύει γιατί μιλά για την Ύλη παραλείποντας το αίτιο της ύπαρξής της, αφού το άπειρο δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από Ύλη. Η Ύλη δεν μπορεί να είναι ζωντανή αν μέσα της δεν υπάρχει αυτό που της δίνει ζωή (το άπειρο)].
Ο Αέτιος εδώ ασκεί αρνητική κριτική στον Αναξίμανδρο ξαστοχώντας, αφού ερμηνεύει εν μέρει ως αρνητική κριτική σωστά την πρόταση του Αναξίμανδρου: «αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον», δηλαδή ότι το Άπειρο περιέχει και περιέχεται από όλα τα όντα. Έτσι περιέχει και περιέχεται από την ύλη ως συγκεκριμένη ουσία και ως όλον, όντας η αντιφατικότητα καθαυτή, το Εν Δυνάμει Είναι.
Το Άπειρο ως αληθινό Γίγνεσθαι δεν μπορεί να συνίσταται από τον συνδιασμό των εσχάτων αναλλοίωτων καθαυτών οντοτήτων (ατόμων), όπως θεωρούντο την εποχή εκείνη τα υλικά στοιχειώδη «γαία, ύδωρ, πυρ, αιθήρ ή αήρ». Αν το άπειρο συνίστατο από αιώνια κι αναλλοίωτα έσχατα, τότε θα ήταν ένα είδος κλειστού αλγοριθμικού συστήματος, το οποίο ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του θα είχε μια τετελεσμένη προκαθορισμένη σειρά επανάληψης παιγνίων. Στο διάλογο αυτών των στοιχειωδών αυτά δεν θα παραβίαζαν τα όριά τους και τότε το “άπειρο” θα ήταν πεπερασμένο και το γίγνεσθαι τετελεσμένο και φαινομενικό (κακό άπειρο).
ΑΡΙΣΤΟΤΈΛΗΣ φυσ. γ. 7 207 b 35
ως ύλη το άπειρον εστίν αίτιον και ότι το μεν είναι αυτώ στέρησις
το δε καθ'αυτό υποκείμενον το συνεχές και αισθητόν
φαίνονται δε και οι άλλοι πάντες ως ύλην χρώμενοι τω απείρω
διό και άτοπον το περιέχειν, ποιείν αυτό, αλλά μη περιεχόμενον
[Το Άπειρο σαν ύλη είναι το αίτιο, κι ενώ φαίνεται διαφορετικό από την Ύλη συμπίπτει μ’αυτήν. Και όλοι όσοι θεωρούν το άπειρο ως ύλη δέχονται ότι είναι άτοπο το άπειρο να γεννά την ύλη και να την περιέχει αλλά να μην περιέχεται απ’αυτήν].
Το άπειρο δεν θεωρείται από τον Αναξίμανδρο απλά ποσοτικός προσδιορισμός της ύλης, αλλά συμπίπτοντας με το γίγνεσθαι, απ’τη μια περιέχει την ύλη ως Μέγα, απ’την άλλη περιέχεται από την ύλη ως Μικρό (ως γενεσιουργό καταλυτικό-συνθετικό αντιφατικό-στοιχειώδες).
Επίσης στο απόσπασμα από τον Ιππόλυτο (αἱρ. ἔλεγ. 16 1-7) τονίζει για τον χρόνο: τον δε χρόνον ως ωρισμένης της γενέσεως και της ουσίας και της φθοράς. . .(Ο χρόνος είναι σχετικός κι αποκτά νόημα από τη γένεση και τη φθορά των όντων). Η σχετικότητα του χρόνου με την γένεση και τη φθορά των όντων τα οποία παίζουν και τον ανάλογο ρόλο του χώρου, φαίνεται κι από την αντίληψή του για την εξέλιξη των όντων, αφού έτσι συνδέεται η έννοια του χρόνου και με το άπειρο γίγνεσθαι.
ΑΕΤΙΟΣ V 19. 4
Αναξίμανδρος έφασκεν εν υγρώ γεννηθήναι τα πρωτα ζώα
φλοιοίς περιεχόμενα ακανθώδεσι, προβαινούσης δε της ηλικίας
αποβαίνειν επί το ξηρότερον και του φλοιού περιρρηγνυμένου
επ'ολίγον χρόνον μεταβιώνται
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζετο ότι τα πρώτα ζώα εγεννήθησαν σε υγρό περιβάλλον έχοντας λέπια και όταν το περιβάλλον έγινε ξηρότερο, απέβαλλαν τα λέπια και προσαρμόστηκαν στο νέο περιβάλλον].
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ συμπ. VIII 8.4
Αναξίμανδρος αποφαίνεται εν ιχθύσι εγγενέσθαι πρώτον τους ανθρώπους
και τραφέντες ώσπερ οι γαλαίοι και γενομένους ικανούς εαυτούς βοηθείν
εκβήναι τίνικαύτα και γης λαβέσθαι
[Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν κατ’αρχήν ανάμεσα στα ψάρια, τρεφόμενοι σαν τους γαλαίους κι όταν έγιναν ικανοί βγήκαν στην ξηρά].
Ο Αναξίμανδρος ισχυρίζεται ότι η αντιφατικότητα του απείρου και του γίγνεσθαι έχουν ως αποτέλεσμα την εξέλιξη των ειδών. Αυτό διαπιστώνεται σαφέστερα και από τα αποσπάσματα περί απείρου που θα ακολουθήσουν.
“Η Θεωρία της Εξέλιξης των Ειδών” του Δαρβίνου, είναι ένα άρτιο κομψοτέχνημα παρατηρήσεων και ορθολογικών συμπερασμάτων που μπροστά του η πρόταση του Αναξίμανδρου, αν δεν λάβουμε υπόψιν ότι διατυπώθηκε 2500 χρονια πριν, ωχριά ως έχουσα χαρακτήρα αυθόρμητου πρωτογονισμού. Οι προτάσεις του Αναξίμανδρου όμως έφτασαν σε μας αποσπασματικά και έτσι δεν γνωρίζουμε τον τρόπο που είχαν αληθινά διατυπωθεί. Μόλαταύτα υπάρχει κάτι που η πρόταση του Δαρβίνου υπολείπεται σε σχέση με τ’αποσπάσματα του Αναξίμανδρου. Ο Αναξίμανδρος μαζί με τις παρατηρήσεις που τον οδήγησαν στην αποδοχή της εξέλιξης των όντων και του κόσμου, προχώρησε στη διατύπωση των βάσεων μιας Διαλεκτικής Λογικής, η οποία περιγράφει την αντιφατικότητα των όντων και του κόσμου ως αιτία της εξέλιξης των ειδών, κάτι για το οποίο απ’ότι γνωρίζω ο Δαρβίνος αδιαφορεί.
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ φυσ. 1121, 5
Οι μεν γαρ απείρους τω πλήθει τους κόσμους υποθέμενοι, ως περί
Αναξίμανδρον και Λεύκιππον και Δημόκριτον και ύστερον οι περί τον
Επίκουρον, γινομένους αυτούς και φθειρομένους υπέθετον επ'άπειρον,
άλλων μεν αεί φθειρομένων, άλλων δε γινομένων, και την κίνησιν αΐδιον
έλεγον, άνευ γαρ κινήσεως ουκ έστι γένεσις ή φθορά.
[Αυτοί που υποθέτουν ότι οι κόσμοι είναι κατά το πλήθος άπειροι, όπως οι περί τον Αναξίμανδρο, τον Λεύκιππο, τον Δημόκριτο και αργότερα περί τον Επίκουρο δέχονται ότι οι κόσμοι γεννώνται και φθείρονται επ’άπειρον και είναι αυτό που θεωρούν αέναη κίνηση. Διότι χωρίς γένεση και φθορά δεν υπάρχει κίνηση].
Από τις πληροφορίες που έχουμε για τις απόψεις του Αναξίμανδρου, συνάγουμε ότι η Κίνηση είναι η συνεχής αλλαγή, δηλαδή η συνεχής αλληλουχία γέννησης και θανάτου των όντων και των κόσμων, που ως αποτέλεσμα έχει το αέναο Γίγνεσθαι που είναι το Άπειρο. Η Ύλη δεν θα μπορούσε να είναι ζωντανή, δηλαδή να εξελίσσεται, αν μέσα σε κάθε στοιχειώδες της δεν υπήρχε εν δυνάμει το Άπειρο να την ενεργοποιεί, αφού το άπειρο άρχει περιέχοντας τα πάντα, όντας το μέγα και γενεσιουργό, ενώ συγχρόνως ως μικρό και στοιχειώδες περιέχει δυναμικά ένα πρόσωπο του Απείρου. Απ’αυτό συνάγουμε λοιπόν ότι η Ύλη, το Άπειρο, το Γίγνεσθαι και ο Χρόνος συμπίπτουν στην Κίνηση ως Ουσία και γι’αυτό όλα τα πράγματα ή τα γεγονότα είναι ιδιότητες της Κίνησης και όχι η κίνηση ιδιότητα των πραγμάτων. Όπως θα δούμε στην εξέλιξη της εργασίας, αυτό είναι κάτι με το οποίο συμφωνούν και ο Ηράκλειτος και ο Ζήνων.
Ο Ηράκλειτος δέχεται ότι κάθε πράγμα ή γεγονός καταλύεται-συντιθέμενο, γιατί “υπογεγονότα” αείζωου πυρός διέρχονται μέσα του, κάνοντάς το πραγματικότητα. Έτσι κάθε σώμα αληθινά δεν έχει συγκεκριμένα όρια αλλά προεκτείνεται στο σύμπαν, ενώ συγχρόνως το σύμπαν βυθίζεται με αντίθετο τρόπο στο γεγονός. Έτσι κάθε γεγονός είναι σύμφυτο με το αέναο Γίγνεσθαι του κόσμου που είναι η Κίνηση ως Ουσία.
Ο Ζήνων πιστεύει ότι κανένα όν δεν μπορεί να έχει κάποιο έσχατο αναλλοίωτο στοιχειώδες μέρος, όπως το Άτομο των Δημόκριτου και Λεύκιππου. Σύμφωνα μ’αυτόν, το έσχατο τείνοντας προς το μηδέν, συγχρόνως τείνει προς το άπειρο (είναι μηδενικό και άπειρο). Αυτό είναι το αντιφατικό στοιχειώδες, το Εν Δυνάμει Είναι. Χωρίς την αποδοχή αυτού του είδους στοιχειώδους δεν μπορεί κανείς να δέχεται ότι το Είναι, το Γίγνεσθαι, το Άπειρο και γι’αυτό μαζί τους ο Χώρος, ο Χρόνος και η Κίνηση συνιστούν μιαν ενότητα ως Ουσία, που μπορεί μόνο να λέγεται και να περιγράφεται με τη Διαλεκτική.
Ορθολογικά όμως η Ύλη, η Κίνηση, το Άπειρο και το Γίγνεσθαι δεν υπάρχουν ως Ουσία Καθαυτή, αυτά θεωρούνται κατηγορίες της νόησης. Ορθολογικά, η Ύλη υπάρχει πάντα σαν ένα συγκεκριμένο πράγμα ή γεγονός, το Άπειρο υπάρχει σαν ατέλειωτη ποσοτική συσσώρευση στοιχειωδών που δεν συνιστούν Όλον-Ουσία, το Γίγνεσθαι είναι ιδιότητα φαινομενική της ύλης κι ο Χρόνος φανερώνει τη διάρκεια πεπερασμένων γεγονότων και καταστάσεων που τα αφορούν. Ορθολογικά λοιπόν καί αυτό το ίδιο το Είναι ως Καθαυτό δεν μπορεί να οριστεί ως ουσία, αλλά ούτε ως έννοια καθαυτή (κάτι που συζητήθηκε από τον Πλάτωνα ως τον Χάιντεγκερ, αλλά κανείς δεν οριοθέτησε ικανοποιητικά). Η άποψη λοιπόν περί Απείρου του Αναξίμανδρου ότι “κάθε σώμα είναι άπειρο, επειδή υπάρχουν άπειροι κόσμοι” κάνει τον ορθολογιστή Αριστοτέλη ν’απορεί ειρωνικά.
Ο Αριστοτέλης στο απόσπασμα των “φυσικών Γ4 203 b 6” περί απείρου, δεν μας πληροφορεί σωστά για τον τρόπου που αντιλαμβάνεται ο Αναξίμανδρος την έννοια του απείρου. Όλοι οι τρόποι που μας προτείνει δεν ταιριάζουν με τις απόψεις του εκτός αυτής που τον κάνει ν’απορεί ειρωνικά. Ακόμα και η ερμηνευτική εισαγωγή που κάνει περί απείρου είναι πτωχή και βέβαια μακριά από αυτήν του Αναξίμανδρου:
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Γ4 203 b 6.
άπαντα γαρ αρχή ή εξαρχής, του δε απείρου ουκ έστιν αρχή, είη γαρ αυτού
πέρας, έτι δ’αγένητον και άφθαρτον ως αρχή ούσα. το τε γαρ γενόμενο
ανάγκη τέλος λαβείν και τελευτή πάσης εστί φθοράς. διο καθάπερ λέγομεν,
ου ταύτης αρχή, αλλ'αυτή των άλλων είναι δοκεί και περιέχειν πάντα και
πάντα κυβερνάν ως φασιν όσοι μη ποιούσι παρά το άπειρον άλλας αιτίας,
οίον νουν ή φιλίαν. και τούτο είναι θείον. αθάνατον γαρ και ανώλεθρον,
ως φησίν Αναξίμανδρος και οι πλείστοι των φυσιολόγων. του δε είναι τι
άπειρον η πίστις εκ πέντε μάλιστ'αν συμβαίνοι σκοπούσιν:
[Όλα έχουν μιαν αρχή ή είναι αρχή κάποιου άλλου. Ότι γεννιέται πρέπει να έχει κάποιο τέλος ως αποτέλεσμα της φθοράς, αλλά το άπειρο όντας η Αρχή, είναι αγέννητο και άφθαρτο. Κι επειδή δεν έχει τίποτα άλλο σαν αρχή, αλλά αυτό είναι η αρχή όλων, τα περιέχει όλα και τα κυβερνά, όπως λένε όσοι δεν δέχονται άλλη γενεριουργό αίτια απ’το άπειρο, όπως τον Νου ή τον Έρωτα. Το άπειρο λοιπόν είναι θεϊκό αφού είναι αθάνατο και άφθαρτο, όπως ισχυρίζεται ο Αναξίμανδρος και οι περισσότεροι από τους φυσικούς φιλοσόφους].
Η αντίληψη του Αριστοτέλη περί ενός απείρου χωρίς αρχή και τέλος, αγέννητου και άφθαρτου, δεν συμφωνεί με το άπειρο του Αναξίμανδρου το οποίο είναι το αέναο καταλυτικο-συνθετικό γίγνεσθαι. Δηλαδή που έχει απεριόριστες αρχές και τέλη.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ φυσ. Γ4 203 b 6
Αναξίμανδρος και οι πλείστοι των φυσιολόγων, του δε είναι τι άπειρον
η πίστις εκ πέντε μάλιστ'αν συμβαίνει σκοπούσιν: Α. εκ του τε χρόνου,
ούτος γαρ άπειρος. Β. εκ τοις μεγέθεσι διαιρέσεως, χρώνται γαρ
οι μαθηματικοί τω απείρω. Γ. έτι τω ούτως αν μόνως μη υπολείπειν γένεσιν ή
φθοράν, ει άπειρον είη όθεν αφαιρείται το γινόμενον. Γ. έτι τω πεπερασμένον
αεί προς τι περαίνειν ανάγκη έτερον προς έτερον. Ε. μάλιστα δε και
κυριώτατον ο την κοινήν ποιεί απορίαν πάσιν, δια το γαρ εν τη νοήσει μη
υπολείπειν και ο αριθμός δοκεί άπειρος είναι και τα μαθηματικά μεγέθη και
το έξω του ουρανού. απείρου δε όντος του έξω και σώμα άπειρον είναι δοκεί
και οι κόσμοι.
[Λέγεται ότι ο Αναξίμανδρος και οι περισσότεροι των φυσικών φιλοσόφων, δέχονται την ύπαρξη του απείρου με πέντε τρόπους: Α. Απ’το χρόνο που είναι άπειρος. Β. Από τη διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών. Γ. Από το ότι μόνον έτσι θα μπορούσε να υπάρχει συνεχής γένεση και φθορά, αφού μόνον απ’το άπειρο θα μπορούσε να αντλείται κάτι τέτοιο. Δ. Από το ότι κάθε πεπερασμένο συνορεύει με κάποιο άλλο πεπερασμένο και αυτό ατελείωτα. Ε. Αλλά το σπουδαιότερο που προκαλεί απορία, γιατί καθένας που διαθέτει κοινό νουν, θα μπορούσε να αντιληφθεί το απειροστικό των μαθηματικών μεγεθών και την άπειρη προέκταση του ουρανού προς τα έξω, είναι ότι αφού το σύμπαν είναι άπειρο εξωτερικά και κάθε σώμα είναι άπειρο και οι κόσμοι είναι άπειροι]
Ας δούμε τώρα με κριτικό βλέμμα ποιοί από τους πέντε αυτούς τρόπους, συμφωνούν με το πνεύμα του Αναξίμανδρου.
Α. Από την έννοια του χρόνου που είναι άπειρος.
Η αντίληψη του Αριστοτέλη περί Χρόνου από αυτήν του Αναξίμανδρου, διαφέρει. Ο Χρόνος σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο είναι Άπειρος όχι γιατί είναι χωρίς αρχή και τέλος, αλλά αντίθετα γιατί έχει απεριόριστες αρχές και τέλη, όντας αντιφατικός, αφού "σχετίζεται με την γένεση και τη φθορά".
Σύμφωνα με τους προσωκρατικούς που χαρακτηρίζω διαλεκτικούς: Το χθές δεν υπάρχει, το αύριο δεν υπάρχει, το τώρα είναι μόνο, το τώρα που δεν είναι αφού είναι Πάντα Άλλο (συνεχώς Είναι-ΜηΌντας). Το τώρα είναι η μηδενική αιχμή του φθίνοντος παρόντος, δηλαδή μια φθίνουσα αιχμή ανάμεσα απ’το παρελθόν και το μέλλον που είναι παντοτινή στην μηδενικότητά της. Ο χρόνος ως καθαυτός είναι σε κάθε του στιγμή μηδενικός και άπειρος, όντας η αντίφαση γυμνή.
Β. Από την διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών.
Το άπειρο ως διαιρετότητα των μαθηματικών μεγεθών δεν γίνεται αντιληπτό από τον Αναξίμανδρο με τον τρόπο που θέλει ο Αριστοτέλης. Αυτό συνάγεται από τη φράση του Αναξίμανδρου «ἀρχή καὶ στοιχεῖον τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον» όπου το άπειρο είναι ως Αρχή το Μέγα περιέχοντας και ορίζοντας τα πάντα, αλλά ως Στοιχείο είναι συγχρόνως το Μικρό, που Εν Δυνάμει περιέχει τα πάντα περιεχόμενο από τα πάντα.
Η προσωκρατική αμφισημία αντιλαμβάνεται την διαιρετότητα με πιο σύνθετο τρόπο από αυτήν του Αριστοτέλη. Οι προσωκρατικοί πίστευαν ότι αυτό που διαιρείται, απ’τη μια μικραίνει και από την άλλη μεγαλώνει κι’όλας. Μικραίνουν τα τμήματα που το αποτελούν αλλά ο όγκος του μεγαλώνει, περιέχοντας περισσότερα κενά μεταξύ των τμημάτων. Έτσι σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τείνοντας τα τμήματα κάποιου προς το μηδέν, συγχρόνως τείνουν για το άπειρο (συνιστώντας αντιφατική ενότητα κενού και πλήρους). Αυτό βέβαια πίστευαν όσοι δεν εδέχοντο την ύπαρξη ατόμων (μη τεμνομένων εσχάτων) θεωρώντας την απλοϊκή αντίληψη.
Γ. Η συνεχής γένεση και φθορά θα μπορούσε να είναι ατέλειωτη, αφού μόνον από το άπειρο θα μπορούσε να αντλείται κάτι τέτοιο. Το άπειρο όμως που προτείνει ο Αριστοτέλης, ως ατελείωτη ποσοτική συσσώρευση πολλών, είναι πολύ πτωχό για να δώσει συγχρόνως και την απειροστική ποιότητα του γίγνεσθαι όπως το αντιλαμβάνεται ο Αναξίμανδρος.
Δ. "Κάθε πεπερασμένο τελειώνει σε κάποιο άλλο πεπερασμένο κι αυτό ατέλειωτα".
Αυτή η τυπική πρόταση περί απείρου, από τους προσωκρατικούς θεωρείτο μια απλοϊκή ποσοτική συσσώρευση που δεν δίνει αληθινό άπειρο. Το άπειρο των προσωκρατικών έχει τον ποιοτικό χαρακτήρα που απορρέει από την έννοια του γίγνεσθαι.
Οι προσωκρατικοί θεωρούν το γίγνεσθαι ως ένα άλλο πρόσωπο του απείρου. Έτσι λοιπόν νομίζω ότι το άπειρο που αποδέχεται ο Αναξίμανδρος είναι αυτό που αναφέρει ο Αριστοτέλης μ’έναν τόνο ελαφράς ειρωνίας:
Ε. "Αφού το σύμπαν είναι άπειρο εξωτερικά, κάθε σώμα είναι άπειρο και οι κόσμοι είναι άπειροι".
Ο Αριστοτέλης συχνά υποτιμά τους προσωκρατικούς απλουστεύοντας τις απόψεις τους. Οι τέσσερις πρώτοι τρόποι ύπαρξης του απείρου που αποδίδονται στους προσωκρατικούς και ειδικά στον Αναξίμανδρο, δεν έχουν καμιά σχέση με το Άπειρο-Γίγνεσθαι όπως το αντιλαμβάνεται ο Αναξίμανδρος.
Αντλώντας ο Αναξίμανδρος από την άποψή του περί καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, του Γίγνεσθαι και του Απείρου και την άποψή του ότι ο Χρόνος σχετίζεται με την γένεση και τη φθορά των όντων και των κόσμων, προεκτείνει αυτή του την άποψη και στα στοιχειώδη που συνιστούν τον κόσμο μας: Θεωρεί ότι το άπειρο δεν είναι μια απλή ποσοτική συσσώρευση, αλλά ένα αντιφατικό γίγνεσθαι που καταλύεται-συντιθέμενο από στοιχειώδη τα οποία καί αυτά καταλύονται-συντιθέμενα ως το έσχατο στοιχειώδες· αυτό τείνοντας προς το μηδενικό μέγεθος, τείνει συγχρόνως προς το άπειρο. Έτσι το στοιχειώδες του Αναξίμανδρου είναι δεκτό ως περιέχον δυναμικά το άπειρο. Δηλαδή το στοιχειώδες (ως εν δυνάμει άπειρο), όπως το αντιλαμβάνοντο ο Αναξίμανδρος, ο Ηράκλειτος και ο Ζήνων, το οποίο τείνοντας προς το μηδέν τείνει συγχρόνως προς το άπειρο, όντας το Εν Δυνάμει επίπεδο του κόσμου μας, το γενεσιουργό στοιχειώδες του απείρου γίγνεσθαι. Εκεί υπάρχει η αντιφατικότητα γυμνή, όπου το Ένα και τα Πολλά δεν έχουν τον χαρακτήρα της απλής διαίρεσης ή άθροισης. Εκεί το Ένα δεν είναι απλά αποτέλεσμα συσσώρευσης πολλών μονάδων, ούτε τα Πολλά αποτέλεσμα διαίρεσης του Ενός σε στοιχειώδη. Γι’αυτούς η σχέση Ενός-Πολλών ήταν βαθύτερη. Το Ένα προετείνεται πέρα μακριά στα Πολλά και τα Πολλά βυθίζονται στο Ένα συνιστώντας μιαν αντιφατική μονάδα, έτσι που η Ταυτότητα αυτής της μονάδας να μην είναι ανεξάρτητη από το Όλον.
Το άπειρο λοιπόν που ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι δεχόταν ο Αναξίμανδρος σαν σχέση του Ενός-Πολλών, θα έπρεπε μάλλον να είναι κάπως αλλιώς: «Κάθε υλικό γεγονός κατ’αρχήν διαλέγεται με τον εαυτό του, μετά με τα πλησιέστερα σ’αυτό γεγονότα, μετά με τα μακρύτερα και τελικά με το σύμπαν που είναι ο Άλλος ο αντίθετος εαυτός, που υποχρεώνει το γεγονός να αλλάζει. Τα όρια του εαυτού ξεκινούν πολύ βαθιά μέσα του, τόσο βαθιά που να μην μένει κάποιο μέρος του απαραβίαστο από τον όποιο διάλογο και ταξιδεύοντας πολύ μακρία έξω από τον εαυτό στο σύμπαν, επιστρέφουν κάποτε πίσω στον εαυτό διαταράσσοντας την ταυτότητα της ύπαρξής του. Έτσι το γεγονός μη έχοντας απόλυτα όρια αλλά συνεχώς διαταρασσόμενα και όντας σε συνεχή διάλογο με τα Πολλά, είναι καί αυτό άπειρο».
Για τον Αναξίμανδρο και τους άλλους προσωκρατικούς διαλεκτικούς, οι έννοιες του απείρως μικρού και του απείρως μεγάλου συμπίπτουν στην έννοια του Αιθέρα, που στον Ηράκλειτο ονομάζεται Πυρ. Αυτός ο αιθέρας δεν είναι το αδρανές υλικό που είχαν φανταστεί οι ευρωπαίοι επιστήμονες του 19ου αιώνα και το οποίο απέρριψε το πείραμα Μίκελσον-Μόρλυ· ο δυναμικός Αιθέρας των Μιλησίων ήταν η αντιφατικότητα γυμνή, το Εν Δυνάμει Είναι, το έσχατο αντιφατικό επίπεδο του κόσμου μας. Η σύγχρονη φυσική με την πιθανή αποδοχή της ύπαρξης ακαριαίων αλληλεπιδράσεων, ξαναφέρνει πίσω την έννοια του Αιθέρα ως ενεργό αντιφατικό ποιητικό αίτιο της ύλης. Ως «αρχή και στοιχείον των όντων το άπειρον» όπου το ακαριαίο είναι συγχρόνως ακίνητο, είναι μηδενικό και άπειρο, περιέχοντας δυναμικά όλα τα πρόσωπα του κόσμου και συγχρόνως κανένα. Την ύπαρξη ενός τέτοιου εν δυνάμει υποκβαντικού υλικού επιπέδου, υποπτεύεται ο Χάιζενμπεργκ, αλλά και η κβαντική φυσική. Ακόμα είναι κάτι για το οποίο ο Αϊνστάιν κατηγορεί τη σχολή της Κοπενχαγης: δηλαδή ότι αποδέχεται στα υπόγεια του κόσμου μας ακαριαίες αλληλεπιδράσεις.
Οι πρόγονοι των σημερινών φυσικών Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος και Ζήνων, έβλεπαν τον κόσμο αντίθετα από τους σύγχρονους επιστήμονες. Γι’αυτούς η κίνηση δεν ήταν ιδιότητα της ύλης ή των απεριορίστων συγκεκριμένων, όπως αξίωσε ο Αριστοτέλης και διαδόθηκε παγκοσμίως μέσα από τα μεσαιωνικά μοναστήρια. Γι’αυτούς τα πράγματα και τα γεγονότα του κόσμου είναι ιδιότητες της κίνησης ως γίγνεσθαι και ως ουσία.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου