ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Η φιλοσοφία για τους προσωκρατικούς συμπίπτει με την επιστήμη, της οποίας καρδιά είναι η τέχνη του Νοείν, του Λέγειν και της Ηθικής, δηλαδή η συμπεριφορά μέσα σ’έναν κόσμο και μιαν ανθρώπινη κοινωνία, που είναι “ίδια για όλους”. Η έκφραση “ίδια για όλους”, από τη μια έχει οντολογική σημασία, όπου η Νόηση, το Είναι και η Εμπειρία συμπίπτουν έχοντας αντιστοιχία μεταξύ τους. Δηλαδή υπ'αυτή την έννοια, η Εμπειρία θεωρείται έγκυρη και η Λογική διαδικασία θεωρείται ότι μπορεί να είναι ένα έγκυρο εργαλείο νοητικών συμπερασμάτων, αλλά συγχρόνως, η αντίληψη αυτή ως ηθική και κοινωνική συμπεριφορά, προϋποθέτει όλα τα άτομα να έχουν ίδιες υποχρεώσεις και ίδια δικαιώματα.
Υπάρχουν εικασίες ότι η Διαλεκτική ως τέχνη της νόησης, είναι ο λογικός δρόμος που χάραξε ο Θαλής, ενώ ο Ορθολογισμός είναι ο δρόμος του Πυθαγόρα, δεν υπάρχουν όμως γραπτά κείμενά τους που να το βεβαιώνουν. Έτσι η Διαλεκτική ως συνειδητή κριτική πρακτική αναδύεται για πρώτη φορά στα οντολογικά αποσπάσματα του Αναξίμανδρου, όπου διακρίνεται σαφώς η Αντιφατικότητα των όντων του κόσμου και του Είναι, ως αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, η έννοια του Απείρου, του Γίγνεσθαι και της “Εξέλιξης των Ειδών”, ενώ ο Ορθολογισμός ως συνειδητή κριτική πρακτική, για πρώτη φορά, αναδύεται στο έργο του Ξενοφάνη.
Υπήρξε λοιπόν από τότε μια “πάλη” ανάμεσα στη Διαλεκτική και τον Ορθολογισμό η οποία κορυφώθηκε στη γιγαντομαχία των δύο μεγάλων βάρδων της Λογικής, Ηράκλειτου και Παρμενίδη. Η πάλη αυτή πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν κι ενώ κατά καιρούς έγερνε προς τη μια ή την άλλη άποψη, είναι φανερό ότι ακόμα και σήμερα δεν έχει κατασταλάξει.
[ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Τα περισσότερα κείμενα των προσωκρατικών μας έχουν παραδοθεί από άλλους συγγραφείς αποσπασματικά, πιθανόν απλουστευμένα, παρερμηνευμένα ή ακόμα τροποποιημένα όπως τα αντελήφθησαν ή όπως τα ήθελαν για τις ανάγκες των δικών τους συγγραμμάτων. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι με τη σειρά μας, να τα αποκαταστήσουμε στο ύψος τους κι έτσι πολλές φορές να εκμαιεύουμε τ’αληθινά τους νοήματα ή να συμπληρώνουμε τα κενά που έχει δημιουργήσει η αποσπασματική παράδοση και η απλοϊκή ερμηνεία τους από κατώτερους αυτών των κειμένων συγγραφείς. Αυτό βέβαια γεννά μια “δημιουργική δυναμική” παραβίασης αυτών των κειμένων, που έχουν ήδη παραβιαστεί κι παρερμηνευτεί εξαιτίας της προσπάθειας εξορθολογισμού της προσωκρατικής τους αμφισημίας απ’τους ερμηνευτές τους. Ο σύγχρονος ερμηνευτής πρέπει να πάρει την ευθύνη της δημιουργικής παραβίασης, μ’ενάρετο τρόπο και σεβασμό σ’αυτά τα κείμενα, κι αν η προσπάθειά του είναι πράγματι ενάρετη σίγουρα θα δικαιούται μερίδιο της αλήθειας. Η πρακτική αυτή δεν είναι ούτε καινούρια ούτε παράδοξη, αφού τ’αμφίσημα κείμενα περιέχουν μια δυναμική που προκαλεί τον ερμηνευτή να συμμετάσχει ακόμα και στη “δημιουργική" τους ανάπτυξη. Αυτό όμως ακριβώς είναι και το στοιχείο που τα κρατά ακόμα ζωντανά. Δηλαδή σε προκαλούν να ανέβεις από την αίθουσα των θεατών στη σκηνή και να συμμετάσχεις μέσα στη “θεατρική παράσταση” που παρακολουθείς].
Από την εποχή του Αριστοτέλη έως σήμερα, ο ορθολογισμός και η τυπική λογική, έχουν πάρει στη συνείδησή μας τη θέση της λογικής καθαυτής. Δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος, έχοντας αυτή τη λογική συνυφασμένη με την προσωπικότητά του, ακόμα κι αν θέλει να ακολουθήσει μιαν άλλη διαλογικότητα αντιφατικής πειθαρχίας, ασυνείδητα κυλά κατά τη διαδικασία των συλλογισμών του στον ορθολογισμό. Άλλωστε αυτό το είδαμε σε μεγάλους διανοητές όπως ο Χέγκελ ή ακόμα σε πολλούς διακεκριμένους μαρξιστές όπως ο Ένγκελς. Μάλιστα κάποιοι απ’αυτούς έχουν συνειδητά κυλήσει σε έναν ορθολογικο-διαλεκτικό εκλεκτικισμό, γιατί δεν μπορούν να αποκαθάρουν τη διαλεκτική τους απ’την ορθολογική τυπικότητα, ούτε μπορούν να δεχτούν την αντιφατικότητα σαν βασικό όρο μιας λογικής. Επίσης η πορεία των επιστημονικών εξελίξεων με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ως βασικό όργανο έρευνας, που είναι ένα κατεξοχήν τυπικό-ορθολογικό εργαλείο κι η αντιδιαλεκτική χρήση της διαλεκτικής απ’τις ηγεσίες των πρώην σοσιαλιστικών δημοκρατιών, είχαν ως αποτέλεσμα η διαλεκτική λογική να θεωρηθεί προς αποφυγήν, σαν μια κατάρα του Λόγου. Έτσι όλη αυτή η υπόθεση θα είχε πια τελειώσει αν δεν εμφανιζόταν η κβαντική αντίληψη περί κόσμου, η οποία κατά “διαβολεμένο” τρόπο ταιριάζει τόσο πολύ με την προσωκρατική διαλεκτική.
Η παρούσα εργασία δεν καμαρώνει για τα φιλολογικά της προτερήματα, ούτε καν για τη διαλογική της μέθοδο, ίσως ούτε νοιάζεται γι’αυτό. Επίσης η εργασία αυτή δεν θα είχε γραφτεί αν η ταφόπετρα του Αριστοτέλη δεν βρισκόταν ακόμα πάνω σ’αυτούς τους διανοητές ή αν οι προσπάθειες άλλων διανοητών είχαν κατά τη γνώμη μου επιτύχει να την ανασηκώσουν. Νομίζω λοιπόν ότι με το έργο αυτό “αναστηλώνω” την προσωκρατική διαλεκτική και στη συνέχεια με το έργο μου "Διαλεκτική Σκέψη" στο blog μου, οργανώνω μια νέα διαλεκτική η οποία βασίζεται στην προσωκρατική.
Ο ορθολογισμός είναι ένα εργαλείο που ώθησε για δυόμισι χιλιάδες χρόνια τον κόσμο από την εποχή του Αριστοτέλη στην εποχή του Νεύτωνα. Η θεωρία της σχετικότητας κι η θεωρία των κβάντα όμως έδειξαν, ότι το χαλύβδινο πλαίσιο της αντικειμενικότητας, του ντετερμινισμού και της ορθολογικής τυπικότητας δεν είναι ο μόνος τρόπος να οραματιζόμαστε τον κόσμο. Η φύση είναι πολύ πιο “δημοκρατική” από τον ορθολογισμό μας, για κάθε σημαντικό ερώτημα έχει πάντα περισσότερες από δύο έγκυρες απαντήσεις οι οποίες μπορεί να είναι καί αντίθετες. Ο κόσμος μπορεί να είναι αντιθετικός, αντικειμενικός και ορθολογικός, αλλά μπορεί να είναι διαλογικά συντεταγμένα αντιφατικός και αντιτερμινιστικός, έτσι που να έχει ανάγκη όχι μόνο την Αριστοτελική ορθολογική τυπικότητα, αλλά και την προσωκρατική διαλεκτική, η όποια απέχει από τον εγελιανο-πλατωνικό “διαλεκτικό ιδεαλισμό” και την εγελιανο-χριστιανο-ιουδαϊκή μεταφυσική.
Για να προχωρήσει απρόσκοπτα αυτή η εργασία και προς αποφυγήν παρανοήσεων, υπενθυμίζω την άποψη ότι υπάρχουν δύο ειδών διαλεκτικής σκέψης:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική (ορθολογική), η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας διαφορικά γλωσσικά συστήματα. Αυτά λοιπόν τα έσχατα που συνιστούν τα γλωσσικά συστήματα, δρώντας ως απόλυτοι όροι τους, προϋποθέτουν λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά, την επανάληψη μιας συγκεκριμένης και πεπερασμένης σειράς παιγνίων που θα μπορούσαν να ονομαστούν συνθετικά πρότυπα του τέλους, αφού βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από την ακολουθία της εξέλιξης της λειτουργίας των συστημάτων. Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας, κλειστός, τελεολογικός και φαινομενικός που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων της λειτουργίας του. Δηλαδή προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών, που υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν από τη λειτουργία του. Υπ’αυτή την έννοια, ένας τέτοιος κόσμος ιδεών πρέπει να υπάρχει πριν από τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας το αντικειμενικό, ντετερμινιστικό, αντιθετικό, κλειστό, τελεολογικό, φαινομενικό σύστημα που ξεκινά από την Αριστοτέλη και καταλήγει στον Νεύτωνα. Έτσι η συζήτηση αν «οι ιδέες είναι πριν ή μετά τα πράγματα» δεν έχει νόημα. Νόημα έχει η συζήτηση «αν ο κόσμος είναι ένα σύστημα κλειστό ή ανοικτό», «πως ένα σύστημα είναι λογικά δυνατόν να είναι κλειστό ή ανοικτό» και τι ικανοποιεί τον διανοητή που επιλέγει από κει και πέρα το γνωστικό του ήθος και τη λογική του.
Η προαναφερθήσα αντιθετική λογική είναι ένας Διαφορικός Ορθολογισμός, του οποίου η διαφορικότητα σταματά στα όρια των εσχάτων και αναλλοίωτων στοιχειωδών αυτού του υποθετικού αντιθετικού κόσμου. Η αποδοχή αυτού του τρόπου ύπαρξης για τον κόσμο, δηλαδή ως κλειστού συστήματος, που έχει μια πεπερασμένη σειρά εσχάτων αναλλοίωτων όρων λειτουργίας και απαράβατων ορίων του τέλους, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου λογικού αιτίου εκτός συστήματος. Αυτό το Λογικό Αίτιο, το οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτό ως Κόσμος των Ιδεών, τίποτα δεν μπορεί να μας απαγορεύσει λογικά να το ονομάσουμε Θεό.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική η οποία δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη· και αυτό είναι δυνατόν αν δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αυτοαναιρούμενα αντιφατικά στοιχειώδη που καταλύονται-συντιθέμενα όντας συνεχώς διαφορετικά. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, τα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το σύστημα λειτουργίας, αλληλεπιδρώντας-προεκτείνονται το ένα στο άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Έτσι το στοιχειώδες, που τα όριά του συνεχώς παραβιάζονται όντας αυτοαναιρούμενο, έχει αντιφατική φύση περιέχοντας το Όλον με έναν δικό του τρόπο, που είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλες τις στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. Υπ’αυτή την έννοια ο κόσμος είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα μια Γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου, όντας αποτέλεσμα του εαυτού του.
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΩ: ότι σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπώμ «Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται με βάση τη δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. ΄Ετσι κατά τη σκέδασή του προς άλλη κατεύθυνση ένα ηλεκτρόνιο, θεωρείται περιστατικό που περιγράφεται ως καταστροφή ενός ηλεκτρονίου σε μια θέση και δημιουργία άλλου σ’άλλη θέση. Εκεί γενικά η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή ενός σωματίου σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Η κίνηση γίνεται δεκτή σαν σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που ως γενικό αποτέλεσμα έχει συγχρόνως την αλλαγή». Η επισήμανση αυτή, μας θυμίζει την προσωκρατική διαλεκτική.
Λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, σκορπάνε-μαζεύοντας, αναχωρούν-επιστρέφοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Η φιλοσοφία για τους προσωκρατικούς συμπίπτει με την επιστήμη, της οποίας καρδιά είναι η τέχνη του Νοείν, του Λέγειν και της Ηθικής, δηλαδή η συμπεριφορά μέσα σ’έναν κόσμο και μιαν ανθρώπινη κοινωνία, που είναι “ίδια για όλους”. Η έκφραση “ίδια για όλους”, από τη μια έχει οντολογική σημασία, όπου η Νόηση, το Είναι και η Εμπειρία συμπίπτουν έχοντας αντιστοιχία μεταξύ τους. Δηλαδή υπ'αυτή την έννοια, η Εμπειρία θεωρείται έγκυρη και η Λογική διαδικασία θεωρείται ότι μπορεί να είναι ένα έγκυρο εργαλείο νοητικών συμπερασμάτων, αλλά συγχρόνως, η αντίληψη αυτή ως ηθική και κοινωνική συμπεριφορά, προϋποθέτει όλα τα άτομα να έχουν ίδιες υποχρεώσεις και ίδια δικαιώματα.
Υπάρχουν εικασίες ότι η Διαλεκτική ως τέχνη της νόησης, είναι ο λογικός δρόμος που χάραξε ο Θαλής, ενώ ο Ορθολογισμός είναι ο δρόμος του Πυθαγόρα, δεν υπάρχουν όμως γραπτά κείμενά τους που να το βεβαιώνουν. Έτσι η Διαλεκτική ως συνειδητή κριτική πρακτική αναδύεται για πρώτη φορά στα οντολογικά αποσπάσματα του Αναξίμανδρου, όπου διακρίνεται σαφώς η Αντιφατικότητα των όντων του κόσμου και του Είναι, ως αποτέλεσμα της καταλυτικής-συνθετότητας των όντων, η έννοια του Απείρου, του Γίγνεσθαι και της “Εξέλιξης των Ειδών”, ενώ ο Ορθολογισμός ως συνειδητή κριτική πρακτική, για πρώτη φορά, αναδύεται στο έργο του Ξενοφάνη.
Υπήρξε λοιπόν από τότε μια “πάλη” ανάμεσα στη Διαλεκτική και τον Ορθολογισμό η οποία κορυφώθηκε στη γιγαντομαχία των δύο μεγάλων βάρδων της Λογικής, Ηράκλειτου και Παρμενίδη. Η πάλη αυτή πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν κι ενώ κατά καιρούς έγερνε προς τη μια ή την άλλη άποψη, είναι φανερό ότι ακόμα και σήμερα δεν έχει κατασταλάξει.
[ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Τα περισσότερα κείμενα των προσωκρατικών μας έχουν παραδοθεί από άλλους συγγραφείς αποσπασματικά, πιθανόν απλουστευμένα, παρερμηνευμένα ή ακόμα τροποποιημένα όπως τα αντελήφθησαν ή όπως τα ήθελαν για τις ανάγκες των δικών τους συγγραμμάτων. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι με τη σειρά μας, να τα αποκαταστήσουμε στο ύψος τους κι έτσι πολλές φορές να εκμαιεύουμε τ’αληθινά τους νοήματα ή να συμπληρώνουμε τα κενά που έχει δημιουργήσει η αποσπασματική παράδοση και η απλοϊκή ερμηνεία τους από κατώτερους αυτών των κειμένων συγγραφείς. Αυτό βέβαια γεννά μια “δημιουργική δυναμική” παραβίασης αυτών των κειμένων, που έχουν ήδη παραβιαστεί κι παρερμηνευτεί εξαιτίας της προσπάθειας εξορθολογισμού της προσωκρατικής τους αμφισημίας απ’τους ερμηνευτές τους. Ο σύγχρονος ερμηνευτής πρέπει να πάρει την ευθύνη της δημιουργικής παραβίασης, μ’ενάρετο τρόπο και σεβασμό σ’αυτά τα κείμενα, κι αν η προσπάθειά του είναι πράγματι ενάρετη σίγουρα θα δικαιούται μερίδιο της αλήθειας. Η πρακτική αυτή δεν είναι ούτε καινούρια ούτε παράδοξη, αφού τ’αμφίσημα κείμενα περιέχουν μια δυναμική που προκαλεί τον ερμηνευτή να συμμετάσχει ακόμα και στη “δημιουργική" τους ανάπτυξη. Αυτό όμως ακριβώς είναι και το στοιχείο που τα κρατά ακόμα ζωντανά. Δηλαδή σε προκαλούν να ανέβεις από την αίθουσα των θεατών στη σκηνή και να συμμετάσχεις μέσα στη “θεατρική παράσταση” που παρακολουθείς].
Από την εποχή του Αριστοτέλη έως σήμερα, ο ορθολογισμός και η τυπική λογική, έχουν πάρει στη συνείδησή μας τη θέση της λογικής καθαυτής. Δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος, έχοντας αυτή τη λογική συνυφασμένη με την προσωπικότητά του, ακόμα κι αν θέλει να ακολουθήσει μιαν άλλη διαλογικότητα αντιφατικής πειθαρχίας, ασυνείδητα κυλά κατά τη διαδικασία των συλλογισμών του στον ορθολογισμό. Άλλωστε αυτό το είδαμε σε μεγάλους διανοητές όπως ο Χέγκελ ή ακόμα σε πολλούς διακεκριμένους μαρξιστές όπως ο Ένγκελς. Μάλιστα κάποιοι απ’αυτούς έχουν συνειδητά κυλήσει σε έναν ορθολογικο-διαλεκτικό εκλεκτικισμό, γιατί δεν μπορούν να αποκαθάρουν τη διαλεκτική τους απ’την ορθολογική τυπικότητα, ούτε μπορούν να δεχτούν την αντιφατικότητα σαν βασικό όρο μιας λογικής. Επίσης η πορεία των επιστημονικών εξελίξεων με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ως βασικό όργανο έρευνας, που είναι ένα κατεξοχήν τυπικό-ορθολογικό εργαλείο κι η αντιδιαλεκτική χρήση της διαλεκτικής απ’τις ηγεσίες των πρώην σοσιαλιστικών δημοκρατιών, είχαν ως αποτέλεσμα η διαλεκτική λογική να θεωρηθεί προς αποφυγήν, σαν μια κατάρα του Λόγου. Έτσι όλη αυτή η υπόθεση θα είχε πια τελειώσει αν δεν εμφανιζόταν η κβαντική αντίληψη περί κόσμου, η οποία κατά “διαβολεμένο” τρόπο ταιριάζει τόσο πολύ με την προσωκρατική διαλεκτική.
Η παρούσα εργασία δεν καμαρώνει για τα φιλολογικά της προτερήματα, ούτε καν για τη διαλογική της μέθοδο, ίσως ούτε νοιάζεται γι’αυτό. Επίσης η εργασία αυτή δεν θα είχε γραφτεί αν η ταφόπετρα του Αριστοτέλη δεν βρισκόταν ακόμα πάνω σ’αυτούς τους διανοητές ή αν οι προσπάθειες άλλων διανοητών είχαν κατά τη γνώμη μου επιτύχει να την ανασηκώσουν. Νομίζω λοιπόν ότι με το έργο αυτό “αναστηλώνω” την προσωκρατική διαλεκτική και στη συνέχεια με το έργο μου "Διαλεκτική Σκέψη" στο blog μου, οργανώνω μια νέα διαλεκτική η οποία βασίζεται στην προσωκρατική.
Ο ορθολογισμός είναι ένα εργαλείο που ώθησε για δυόμισι χιλιάδες χρόνια τον κόσμο από την εποχή του Αριστοτέλη στην εποχή του Νεύτωνα. Η θεωρία της σχετικότητας κι η θεωρία των κβάντα όμως έδειξαν, ότι το χαλύβδινο πλαίσιο της αντικειμενικότητας, του ντετερμινισμού και της ορθολογικής τυπικότητας δεν είναι ο μόνος τρόπος να οραματιζόμαστε τον κόσμο. Η φύση είναι πολύ πιο “δημοκρατική” από τον ορθολογισμό μας, για κάθε σημαντικό ερώτημα έχει πάντα περισσότερες από δύο έγκυρες απαντήσεις οι οποίες μπορεί να είναι καί αντίθετες. Ο κόσμος μπορεί να είναι αντιθετικός, αντικειμενικός και ορθολογικός, αλλά μπορεί να είναι διαλογικά συντεταγμένα αντιφατικός και αντιτερμινιστικός, έτσι που να έχει ανάγκη όχι μόνο την Αριστοτελική ορθολογική τυπικότητα, αλλά και την προσωκρατική διαλεκτική, η όποια απέχει από τον εγελιανο-πλατωνικό “διαλεκτικό ιδεαλισμό” και την εγελιανο-χριστιανο-ιουδαϊκή μεταφυσική.
Για να προχωρήσει απρόσκοπτα αυτή η εργασία και προς αποφυγήν παρανοήσεων, υπενθυμίζω την άποψη ότι υπάρχουν δύο ειδών διαλεκτικής σκέψης:
Α. Η Αντιθετική Διαλεκτική (ορθολογική), η οποία δέχεται ότι στο βάθος ο κόσμος κι η γλώσσα που τον περιγράφει συντίθεται από μια σειρά έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη (γνώσιμα ή όχι), που αλληλεπιδρούν χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους, συνιστώντας διαφορικά γλωσσικά συστήματα. Αυτά λοιπόν τα έσχατα που συνιστούν τα γλωσσικά συστήματα, δρώντας ως απόλυτοι όροι τους, προϋποθέτουν λειτουργώντας από μια στιγμή και μετά, την επανάληψη μιας συγκεκριμένης και πεπερασμένης σειράς παιγνίων που θα μπορούσαν να ονομαστούν συνθετικά πρότυπα του τέλους, αφού βρίσκονται εκ των προτέρων εκεί περιμένοντας την πραγματοποίησή τους από την ακολουθία της εξέλιξης της λειτουργίας των συστημάτων. Αυτός είναι ένας κόσμος αντικειμενικότητας, κλειστός, τελεολογικός και φαινομενικός που έχει προκαθορισμένα όρια ως αποτέλεσμα των όρων της λειτουργίας του. Δηλαδή προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόσμου ιδεών, που υπάρχει από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι του συστήματος, περιμένοντας να πραγματοποιηθούν από τη λειτουργία του. Υπ’αυτή την έννοια, ένας τέτοιος κόσμος ιδεών πρέπει να υπάρχει πριν από τα πράγματα, μαζί με τα πράγματα και μετά τα πράγματα, συνιστώντας το αντικειμενικό, ντετερμινιστικό, αντιθετικό, κλειστό, τελεολογικό, φαινομενικό σύστημα που ξεκινά από την Αριστοτέλη και καταλήγει στον Νεύτωνα. Έτσι η συζήτηση αν «οι ιδέες είναι πριν ή μετά τα πράγματα» δεν έχει νόημα. Νόημα έχει η συζήτηση «αν ο κόσμος είναι ένα σύστημα κλειστό ή ανοικτό», «πως ένα σύστημα είναι λογικά δυνατόν να είναι κλειστό ή ανοικτό» και τι ικανοποιεί τον διανοητή που επιλέγει από κει και πέρα το γνωστικό του ήθος και τη λογική του.
Η προαναφερθήσα αντιθετική λογική είναι ένας Διαφορικός Ορθολογισμός, του οποίου η διαφορικότητα σταματά στα όρια των εσχάτων και αναλλοίωτων στοιχειωδών αυτού του υποθετικού αντιθετικού κόσμου. Η αποδοχή αυτού του τρόπου ύπαρξης για τον κόσμο, δηλαδή ως κλειστού συστήματος, που έχει μια πεπερασμένη σειρά εσχάτων αναλλοίωτων όρων λειτουργίας και απαράβατων ορίων του τέλους, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου λογικού αιτίου εκτός συστήματος. Αυτό το Λογικό Αίτιο, το οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτό ως Κόσμος των Ιδεών, τίποτα δεν μπορεί να μας απαγορεύσει λογικά να το ονομάσουμε Θεό.
Β. Η Αντιφατική Διαλεκτική η οποία δέχεται ότι ο κόσμος και η γλώσσα που τον περιγράφει, είναι Όλον σε συνεχή εξέλιξη· και αυτό είναι δυνατόν αν δεν συντίθεται από έσχατα αναλλοίωτα στοιχειώδη, αλλά από αυτοαναιρούμενα αντιφατικά στοιχειώδη που καταλύονται-συντιθέμενα όντας συνεχώς διαφορετικά. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, τα στοιχειώδη που συνιστούν αυτό το σύστημα λειτουργίας, αλληλεπιδρώντας-προεκτείνονται το ένα στο άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους. Έτσι το στοιχειώδες, που τα όριά του συνεχώς παραβιάζονται όντας αυτοαναιρούμενο, έχει αντιφατική φύση περιέχοντας το Όλον με έναν δικό του τρόπο, που είναι ο κώδικας καταγραφής του κόσμου μέσα στο στοιχειώδες, όπως αυτό έχει εξελιχθεί ως τη στιγμή της μορφοποίησής του, περιέχοντας με τρόπο δαιδαλώδη και παράκεντρο όλες τις στιγμές και τα πρόσωπα του έως τότε κόσμου. Υπ’αυτή την έννοια ο κόσμος είναι Ένα-Όλον-Ανοικτό, μια Γλώσσα μια Γραφή σε συνεχές Γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχειώδες του περιέχει μέσα του τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου, όντας αποτέλεσμα του εαυτού του.
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΩ: ότι σύμφωνα με τον μεγάλο επιστήμονα και ανθρωπιστή Μπώμ «Στη θεωρία του πεδίου, κάθε κίνηση στην κβαντομηχανική, περιγράφεται με βάση τη δημιουργία-καταστροφή των στοιχειωδών σωματίων. ΄Ετσι κατά τη σκέδασή του προς άλλη κατεύθυνση ένα ηλεκτρόνιο, θεωρείται περιστατικό που περιγράφεται ως καταστροφή ενός ηλεκτρονίου σε μια θέση και δημιουργία άλλου σ’άλλη θέση. Εκεί γενικά η κίνηση ενός ελευθέρου σωματίου, περιγράφεται ως καταστροφή ενός σωματίου σ’ένα σημείο και δημιουργία άλλου-αλλού. Η κίνηση γίνεται δεκτή σαν σειρά θέσεων δημιουργίας-καταστροφής που ως γενικό αποτέλεσμα έχει συγχρόνως την αλλαγή». Η επισήμανση αυτή, μας θυμίζει την προσωκρατική διαλεκτική.
Λέει ο Ηράκλειτος: Στον ίδιο ποταμό δεν ξαναμπαίνουμε, ούτε την ίδια ουσία ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, σκορπάνε-μαζεύοντας, αναχωρούν-επιστρέφοντας, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου