ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Στον ομώνυμο διάλογό του ο Πλάτων, μας παρουσιάζει έναν Παρμενίδη διαφορετικό απ’αυτόν που ανακαλύπτουμε στο ποίημα του ιδίου του Παρμενίδη «Περί Φύσεως». Είναι πιθανόν ο Παρμενίδης να έγραψε αυτό το ποίημα σε νεαρή ηλικία (αφού η Μούσα φέρεται στο έργο αυτό να τον ονομάζει “κούρο”) και ίσως αργότερα για κάποιο λόγο ν’άλλαξε απόψεις. Ο Πλάτων στον διάλογό του, παρουσιάζει έναν Παρμενίδη μάλλον εμφορούμενο απ’τις απόψεις του Ζήνωνα και μολονότι οι δοξογράφοι θέλουν τον Ζήνωνα να είναι απολογητής και υπερασπιστής των απόψεων του Παρμενίδη να συμβαίνει το αντίθετο. Ίσως όμως ο Πλάτων για τους δικούς του λόγους, που δεν είναι ευκαταφρόνητοι, αφού το αποτέλεσμα είναι μεγαλοπρεπές, παραβίαζε τα κείμενα ή τις απόψεις προσώπων που συμμετείχαν στους διαλόγους του. Επίσης είναι παράδοξο ότι ο Πλάτων δεν μας παρουσιάζει τον Παρμενίδη, όπως αναδύεται απ’το ποίημά του “Περί Φύσεως”, δηλαδή ως ιδρυτή του συνειδητού ορθολογισμού, προάγγελο της τυπικής λογικής και του ντετερμινισμού.
Κατά τη γνώμη μου, οι σύγχρονοι ερμηνευτές του Παρμενίδη παρασύρονται από τον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο σε εξεζητημένους δρόμους μεταφυσικής που δεν φαίνονται στο δικό του έργο. Βέβαια το έργο αυτό μεταξύ όλων των άλλων είναι και ο γενέθλιος τόπος της μεταφυσικής, αφού γίνεται εκεί δεκτό ότι το Νοείν, το Είναι και το Λέγειν συμπίπτουν, που θα πει ότι το Είναι είναι γεγραμμένο (πεφατισμένο) στο Νοείν, συνιστώντας την “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του όντος”, που προσδιορίζεται από τον Καντ ως η επιστημονικότητα της μεταφυσικής.
Ο ίδιος ο Παρμενίδης όμως απλά ισχυρίζεται το προφανές, δηλαδή ότι μόνο το Είναι υπάρχει και ότι το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτό σημαίνει ότι το Είναι ως Όλον κινείται εντός εαυτού, αφού το Είναι ως έννοια καθαυτή δεν μπορεί να αλλάζει. Αυτό που αλλάζει είναι ο εφήμερος κόσμος, ο οποίος ως εφήμερος είναι φαινομενικός, ενώ το Είναι ως Όλον Καθαυτό υπάρχει πίσω απ’τα εφήμερα, ως αιώνια και αναλλοίωτα υπαρκτό. Κι εδώ αναφαίνεται ακόμα ο γενέθλιος τόπος της οντολογικής μεταφυσικής και της Φαινομενολογίας.
Η Κίνηση λοιπόν για τον Παρμενίδη, μπορεί να μην αφορά το Όλον, που είναι πάντα ακίνητο “αφού δεν έχει που να πάει”, αφορά όμως τα εφήμερα πράγματα που τα θεωρεί φαινομενικά γιατί αλλάζουν και κινούνται εντός του Όλου. Για την περιγραφή του φαινομενικού κόσμου ο Παρμενίδης πρότεινε μιαν αντιθετική διαλεκτική που συμπίπτει με έναν δυναμικό Ορθολογισμό. Αυτή περιγράφει διαφορικές καταστάσεις οι οποίες δεν αφορούν τα έσχατα αναλλοίωτα, δηλαδή την ταυτότητά τους. Έτσι ο ορθολογισμός παραμερίζοντας το Μη-Είναι και κάθε αντίφαση (αφού η αντίφαση περιέχει μέσα της το σφάλμα του Μη-Είναι), αποκαθάρει τη λογική από το Μη-Είναι αναζητώντας μόνο το Είναι, δηλαδή την “Καρδιά της Ολοστρόγγυλης Αλήθειας”.
Υπάρχει λοιπόν σοβαρή σύγχυση στην ερμηνεία του ποιήματος του Παρμενίδη «Περί Φύσεως», την οποία κατ’αρχήν έχει δημιουργήσει η προσέγγιση στην παρμενίδεια σκέψη ο διάλογος του Πλάτωνα «Παρμενίδης». Επειδή λοιπόν ο Πλάτων είναι ογκόλιθος της φιλοσοφίας παραμερίζουμε το ίδιο το έργο του Παρμενίδη «Περί Φύσεως» και προσπαθούμε να γνωρίσουμε το ποίημα του Παρμενίδη μέσα από τη ματιά του Πλάτωνα. Στη συνέχεια ξεχνάμε ότι είναι ένα κείμενο "περί φύσεως" και το οδηγούμε σε έναν αυθαίρετο δρόμο για μιαν αόριστη Μετα-Φυσική. Μπορεί το έργο αυτό του Παρμενίδη να είναι ο γενέθλιος τόπος της μεταφυσικής, αλλά σκοπός του ήταν η Λογική και ειδικά η Ορθολογική προσέγγιση της Φύσης. Το ποίημα του Παρμενίδη είναι μια συνειδητή Ορθολογική πρόταση που οργανώνεται με συνέπεια σε αντίθεση προς την Ηρακλειτική Διαλεκτική.
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ
Απόσπασμα 1, στ. 24-32
ω κούρ'αθανάτοισι συνάορος ηνιόχοισιν
ιπποις ται σε φέρουσιν ικάνων ημέτερον δω,
χαίρ'επεί ούτι σε μοίρα κακή προύπεμπε νέεσθαι
τήνδ'οδόν, η γαρ από ανθρώπων εκτός πάτου εστίν
αλλά θέμις και δίκη τε. χρεώ δε σε πάντα πυθέσθαι
ημέν αληθείης ευκυκλέος ατρεμές ήτορ
ηδέ βροτών δόξας, ταις ουκ ένι πίστις αληθής.
αλλ'έμπης και πάντα μαθήσεαι ως δοκούντα
χρήν δοκίμως είναι δια παντός πάντα περώντα
[Νέε, που σ’έφεραν στα δώματά μου αθάνατοι ηνίοχοι, χαίρε γιατί σ’αυτό το δρόμο, που είναι μακριά από τ'αχνάρια των ανθρώπων, τον δρόμο της Θέμιδος και Δίκης, (του πρέποντος και της αιτιότητας), δεν σ’έφερε κακή μοίρα. Είναι ανάγκη να τα μάθεις όλα, καί της ολοστρόγγυλης αλήθειας την αταλάντευτη ψυχή, καί τις δοξασίες των θνητών για τα εφήμερα, που δεν μπορεί κάποιος να πιστεύει με σιγουριά. Αλλά μαζί με τ’άλλα πρέπει να γνωρίσεις κι αυτά για να έχεις εμπειρία για όλα μ’όλους τους τρόπους].
Απόσπασμα 2
ει δ'αγ’εγών ερέω, κομίσαι δε συ μύθον ακούσας
αίπερ οδοί μούναι διζήσιός* εισί νοήσαι,
η μεν, όπως -έστιν τε και ουκ έστιν- μη είναι,
πειθούς ** εστι κέλευθος (αληθείη γαρ οπηδεί)***
η δ'ως ουκ έστιν, τε και ως χρεών εστι, μη είναι,
την δη τοι φράζω παναπευθέα έμμεν αταρπόν,
ούτε γαρ γνοίης το γε μη εόν, ου γαρ ανυστόν, ούτε φράσαις.
[Άκουσε με προσοχή τι θα σου πω· αυτοί μόνο οι δρόμοι έρευνας είναι προς αποφυγήν (αντιφατικοί): Ο πρώτος δρόμος, όπου δεν μπορεί κάτι να |Είναι―Μη-Όντας|, αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς, από τον οποίον η αλήθεια διαφεύγει. Ο άλλος δρόμος, κατά τον οποίον το |Μη-Είναι| θεωρείται υπαρκτό, πρέπει όπως έχει χρέος να αποφευχθεί. Απ’αυτόν τον δρόμο σε αποτρέπω τελείως, γιατί το |Μη-Είναι| δεν μπορεί ούτε να νοηθεί, ούτε να γνωστεί αλλά ούτε να ομιληθεί].
Liddell & Scott: δίζως: ο έχων διπλή φύση. δίζω: τελώ εν αμφιβολία. δίζημαι: ζητέω, αναζητώ, διερευνώ. δίζησις: εξέτασις, έρευνα. διζήσιος: ο αμφίβολος στην έρευνα (κατά τη γνώμη μου αντιφατικός). πείθω: α) με απατηλούς λόγους, β) διά δεήσεως, γ) διαφθείρω διά χρημάτων. οπηδεί, οπη-δέω: υποχρεούμαι να συμπεριφερθώ ανάλογα με την ύπαρξη οπής, (διαφεύγω-ακολουθώντας από οπή).
Εδώ φαίνεται ο Παρμενίδης με μια μονοκονδυλιά να θέτει τους όρους που προϋποθέτουν τις δύο πρώτες αρχές της τυπικής λογικής και του ορθολογισμού.
Α. Κάθε τι μπορεί μόνο να |Είναι| να υπάρχει. Β. Τίποτα δεν μπορεί να |Είναι―Μη-Όντας|.
Εδώ αναφαίνεται η “αρχή της Ταυτότητας” η οποία στη συνέχεια θα ενισχυθεί ως πρόταση, και φυσικά η “αρχή της μη ανίφασης”. Βέβαια ο ορθολογισμός ήταν σε μιαν ασυνεπή χρήση από αρχαιοτάτων χρόνων, αλλά εδώ φαίνεται η προσπάθεια οργάνωσης συνειδητού οργάνου το οποίο στρέφεται με συνέπεια ενάντια στην Ηρακλειτική Διαλεκτική.
Απόσπασμα 5
ξυνόν δε μοί εστι, οππόθεν αρξομαι τόθι γαρ πάλιν ίξομαι αύθεις.
[Εγώ νομίζω ότι απ’όπου ξεκινάμε εκεί ξαναγυρίζουμε].
(Ο κόσμος είναι κλειστός-πεπερασμένος κι έτσι τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει από την νόηση).
Σ’ένα κόσμο κλειστό και σφαιρικό, όπως ορίζεται απ’τον Παρμενίδη στο απόσπασμα 8 και στους στίχους 42-44 είναι φυσικό “όταν κάτι κινείται ευθύγραμμα και ομαλά, υποχεούται να γυρίσει κάποια στιγμή στη θέση που ξεκίνησε”, όπως ισχυρίζεται κι ο Αϊνστάιν. Βλέπουμε ότι παρά τη λογική προσπάθεια του Παρμενίδη να παραμερίσει την αντιφατικότητα από την λογική του, αυτή αναπάντεχα να ξαναεμφανίζεται: Σύμφωνα με τον Λάο-Τσε “η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή” και σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, “η ευθύγραμμη πορεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής”.
Απόσπασμα 3
το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και είναι
[Όταν ο κόσμος είναι κλειστό σύστημα, το Νοεί και το Είναι συμπίπτουν κι έτσι τίποτα απ’ότι υπάρχει δεν μπορεί να διαφύγει από την νόηση, άρα μπορούμε να έχουμε ασφαλή λογικά συμπεράσματα].
Απόσπασμα 4
λεύσσε δ'ομώς απεόντα νόω παρεόντα βεβαίως
ου γαρ αποτμήξει το εόν του εόντος έχεσθαι
ούτε σκιδνάμενον πάντη παντός κατά κόσμον
ούτε συνιστάμενον
[(Επειδή το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν), μπορείς να φωτίσεις με τον νου (τη λογική), δια μέσου των παρόντων με βεβαιότητα τα απόντα. Γιατί δεν μπορεί να αποκοπεί το υπάρχον του υπάρχοντος (ο Νους από το Είναι), ούτε ως Όλον, ούτε ως απεριόριστα συγκεκριμένα].
Ο Παρμενίδης τονίζει ότι οι λογικές αρχές που προτείνει για την μετάβαση από τα γνωστά στα άγνωστα, ισχύουν για τον κόσμο ως Όλον, αλλά και στις σχέσεις των συγκεκριμένων μερών του. Με την σωστή χρήση λοιπόν του ορθολογισμού, μπορούμε να αποκαθάρουμε τον εφήμερο κόσμο από την αντιφατικότητα, η οποία περιέχει το ψεύδος του Μη-Είναι, και να έχουμε βεβαιότητα στους συνειρμούς μας.
Απόσπασμα 6 στ, 1-2
χρή το λέγειν τε νοείν τ'εόν έμμαινε. έστι γαρ είναι,
μηδέν ουκ έστιν, τα σ'εγώ φράζεσθαι άνωγα
[Είναι ανάγκη το Νοείν και το Είναι να συμπίπτουν. Γιατί μόνο το Είναι υπάρχει, το μηδέν δεν υπάρχει. Έτσι σε συμβουλεύω να σκέπτεσαι και να μιλάς].
Εδώ ακόμα τονίζει ότι εκτός της Νόησης και του Είναι πρέπει να συμπίπτει και το λέγειν. Έτσι ούτε ο Λόγος μπορεί να διαφύγει από την λογική.
Απόσπασμα 6 στ 3-9
πρώτης γαρ σ'αφ'οδού ταύτης διζήσιος <είργω>
αυτάρ έπειτ'από της, ην δη βροτοί ειδόντες ουδέν
πλάττονται δίκρανοι, αμηχανίη γαρ εν αυτών στήθεσιν
ιθύνει πλαγκτόν νόον, οι δε φορούνται
κωφοί ομώς τυφλοί τε, τεθηπότες άκριτα φύλα,
οις το πέλειν* τε και ουκ, είναι ταυτόν νενόμισται κου
ταυτόν, πάντων δ παλίντροπός εστι κέλευθος
[Από τον δρόμο αυτόν, τον πρώτο, τον αντιφατικό σε αποτρέπω (είναι ο πρώτος από τους δύο δρόμους που παρουσιάζεται προς αποφυγήν στο απόσπασμα 2 στίχο 3). Οι θνητοί δεν έμαθαν τίποτα ακολουθώντας τον, γίνονται δίβουλοι γιατί η αμηχανία στα στήθια τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί, τυφλοί και χαμένοι, αφού δέχονται ότι όλα υπάρχουν και μ’έναν αντίδρομο τρόπο].
Liddell & Scott πέλλειν, πέλλω, πέλλομαι: διατελλώ εν κινήσει, επέρχομαι, πλησιάζω-υπάρχω είμαι, αλλά διακρίνεται από το είναι, καθόσον περιέχει κάποια έννοια συνέχειας, όντας και εν χρήσει παρομοιώσεων.
Στο απόσπασμα αυτό συνάγουμε ότι ο Παρμενίδης μετά τον υπαινιγμό για “την αρχή της ταυτότητας” και “την αρχή της μη αντίφασης” τονίζει και τον όρο “της αντιστοιχίας νόησης και Είναι”, αφού μόνον έτσι μπορεί απρόσκοπτα να λειτουργήσει η ορθολογική διαδικασία. Μετά μας εκπλήσσει, αφού κατηγορώντας την αντιφατική σκέψη ότι φέρνει σε σύγχυση τον διανοητή, δείχνει ότι γνωρίζει της συγκριτικές διαδικασίες τις οποίες η διαλεκτική θεωρεί συμβατικές (ότι είναι και δεν είναι έγκυρες ή ότι είναι έγκυρες υπό συνθήκες). Προτείνει λοιπόν την εγκυρότητα των συγκριτικών διαδικασιών, αφού μόνον μ’αυτές η λογική μπορεί να οργανώσει κατηγορίες για να μπορεί να φτάνει από τα γνωστά στα άγνωστα με βεβαιότητα.
Συγκριτική διαδικασία:
Αν Α όμοιο του Β και Β όμοιο του Γ, τότε και Α όμοιο του Γ
Αν Α όμοιο του Β και Β διάφορο του Γ, τότε και Α διάφορο του Γ
Απόσπασμα 7
ου γαρ μήποτε τούτο δαμή είναι μη εόντα.
αλλ'εσύ της δ'αφ'δού διζήσιος είργε νόημα,
μηδέ σ'έθος πολύπειρον οδόν κατα τήνδε βιάσθω
νομάν άσκοπον όμμα και ηχήεσαν ακοήν
και γλώσσαν, κρίνε δε λόγω πολύδηριν έλεγχον
εξ'εμέθεν ρηθέντα
Τη λέξη τούτο ερμηνεύω ταυτότητα
[Γιατί ποτέ μα ποτέ η ταυτότητα δεν θ’αναγκαστεί να Είναι –ΜηΌντας. Να είσαι λοιπόν μακριά απ’τον αντιφατικό δρόμο, να μην παρασύρεσαι από τη συνήθεια και ότι βλέπεις ή ακούς να το κρίνεις με τον τρόπο που σου έμαθα τον δοκιμασμένο].
Απόσπασμα 8 στ. 1-20
μόνος δ'έτι οδοίο λείπεται ως έστιν
ταύτη δ'επί σήματα έασι πολλά μάλα
ως αγέννητον και ανώλεθρόν εστιν.
ούλον μουνογενές τε και ατρεμές ουδ'ατέλστον
ουδέ ποτ'ην, ουδ'εσταί επεί νυν έστιν ομού παν εν συνεχές.
τίνα γαρ γέννα διζήσεαι αυτού;
πη πόθεν αυξηθέν; ούτ'εκ του μη εόντος
εάσσω φάσθαι σ'ουδ’ νοείν,
ου γαρ φατόν, ου νοητόν έστιν, όπως ουκ έστι.
τι δ'αν μιν και χρέος ώρσεν
ύστερον ή πρόσθεν του μηδενός αρξάμενο φυν;
ούτως ή πάνπαν πελέναι χρεών εστιν ή ουχί
ούτε ποτ'εκ του μη εόντος εφήσει πίστιος ισχύς
ούτε όλλυσθαι ανήκε δίκη χαλάσασα πέδισιν
γίγνεσθαι τι πάρ'αυτό, του είνεκεν ούτε γίγνεσθαι
αλλ'έχει. η δε κρίσις περί τούτων εν τώδ'έστιν,
έστιν ή ουκ έστιν. κέκριται δ'ουν ώσπερ ανάγκη
την μεν εάν ανόητον ανώνυμον, ου γαρ αληθής
έστι οδός, την δ'ώστε πέλειν και ετήτυμον* είναι.
[Ο μόνος δρόμος για τον οποίο μπορούμε να μιλάμε, μένει αυτός που αφορά το Είναι. Πάνω σ’αυτόν υπάρχουν πολλά στοιχεία για να μπορούμε να μιλήσουμε, όπως ότι όντας αθάνατο είναι αγέννητο, όλον, αταλάντευτο, τετελεσμένο, ποτέ δεν ήταν ούτε θα είναι, γιατί αυτό είναι όλο μαζί ένα συνεχές μόνο τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σε αυτό; Από που προς τα που να προεκταθεί; Αφού για το Μη Όν, το μη υπάρχον, δεν μπορείς να αντιληφθείς ούτε να πεις τίποτα, γιατί το μη υπάρχον, δε νοείται ούτε λέγεται. Δε μπορεί τίποτα ν’αναγκάσει κάτι να υπάρξει πριν ή μετά το μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με το Όλον, το Υπάρχον ή με το μηδέν που δεν υπάρχει. Από το μη υπάρχον δεν μπορεί κάποιος να περιμένει γίγνεσθαι ή όλλυσθαι, αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια, δηλαδή να Είναι ή να Μην Είναι. Όπως λοιπόν είναι αναγκαίο, ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα, (αναληθής), ενώ ο άλλος είναι ο δρόμος της βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών, όπου το όμοιο ανήκει σε συγγενή ομάδα].
Liddell & Scott ετήτυμον: ετήτυμβον, ανήκων στον αυτόν τύμβον, συγγενές
πέλλειν και ετήτυμον είναι: Το όμοιο ανήκει σε συγγενή ομάδα.
Απόσπασμα 8 στ, 35-44
ου γαρ άνευ του εόντος, εν ω πεφατισμένον εστίν
ευρήσεις το νοείν, ουδέν γαρ ήν, έστιν ή έσται
άλλο παρέξ του εόντος, επεί το γε μοίρ'επέδησεν
ούλον ακινητον τ'έμεναι, τω πάντ'όνομα έσται
όσα βροτοί κατέθετον πεποιθότες είν'αληθή
γίγνεσθαι τε και όλλυσθαι, είναι τε και ουχί,
και τόπον αλλάσσειν, δια τε χρώαν φανόν αμείβειν
αυτάρ επί πείρας πύματον, τετελεσμένον εστί
πάντοθεν ευκύκλου σφαίρης εναλίγκιον όγκω
μέσσοθεν ισοπαλές πάντη…
[Δέν μπορείς να βρείς το Νοείν παρά μέσα στο Είναι, γιατί εκεί είναι γεγραμμένο. Τίποτα άλλο εκτός από το Είναι δεν μπορεί να υπήρχε, να υπάρχει και να υπάρξει, γιατί είναι Όλον Ακίνητο. Όλα τα άλλα είναι ονόματα που του δίνουν οι θνητοί, γιατί πιστεύουν ότι υπάρχει γίγνεσθαι κι όλλυσθαι, Είναι-ΜηΌντας και γενικά κάθε είδους μετακίνηση ή αλλαγή. Αλλά αυτό είναι πεπερασμένο, τετελεσμένο, τέλεια σφαιρικό και πλήρως ισόρροπο].
Απόσπασμα 8 στ. 50-61
εν τω σοι παύω πιστόν λόγον ηδε νόημα,
αμφίς αληθείης δόξας από τούδε βροτείας
μάνθανε κόσμον, εμών έπεων απατηλών ακούων.
μορφάς γαρ κατέθεντο δύο γνώμας ονομάζειν
των μίαν ου χρεών εστιν, εν ω πεπλανημένοι εισίν
τ'άντια εκρίνατο δέμας και σήματ'έθεντο
χωρίς επ'αλλήλων, τη μεν φλογός αιθέριον πυρ
ήπιον ον, μέγ'ελαφρόν, εαυτώ πάντοσε τωυτόν
τω δ'ετέρω μη τωυτόν, ατάρ κακείνο καταυτό
τάντια, νύκτ'αδαή πυκινόν δέμας εμβριθές τε.
τον σοι εγώ διάκοσμον εοικότα φατίζω.
ως ου μη ποτέ τις σε βροτών γνώμη παρελάση.
[Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα και θα σου μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, τον φθαρτό, τον απατηλό. Νομίζουν ότι κάθε τι έχει δύο τρόπους να υπάρχει έχοντας δύο μορφές, η μία δεν τους αρκεί. Εδώ κάνουν λάθος. Τα αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’την μιά το αιθέριο πυρ της φλόγας ίδιο πάντα με τον εαυτό του, από την άλλη διάφορο από τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια προς τον εαυτό του, δηλαδή πυκνό σκοτάδι μπερδεμένο. Σου μιλώ για τον φαινομενικό κόσμο, τον διάκοσμο, για να μην ξεγελαστείς από την φθαρτή σκέψη].
Σ’αυτό το απόσπασμα ο Παρμενίδης στρέφεται σαφώς κατά της Ηρακλειτικής αντιφατικής διαλεκτικής, έχοντας θέσει άλλους όρους, που απορρίπτουν την ύπαρξη του μηδενός (αφού το υπάρχειν του μηδενός είναι η αντίφαση καθαυτή). Έτσι στη δική του πρόταση περί λογικής κάθε αντιφατικός συλλογισμός πρέπει να απορρίπτεται επειδή περιέχοντας το Μη-Είναι περιέχει μέσα του σφάλμα.
Απόσπασμα 9
αυτάρ επεί φαός και νυξ ονόμασται
και τα κατά σφετέρας δυνάμεις επί τοίσί και τοις
παν πλέον εστίν ομού φάεος και νυκτός αφάντου
ίσων αμφοτέρων επεί ουδετέρω μετά μηδέν
[Επειδή όλα έγιναν από φως και σκότος με τις δικές τους δυνάμεις και μετά από σκληρή πάλη πήραν διάφορες μορφές, ό,τι μπορεί να “περισσεύει”, είναι τόσο φως, όσο σκότος δηλαδή ίδια μεταξύ τους, γιατί πέραν κάθε ενός απ’αυτά δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα από το άλλο].
Ο Παρμενίδης τονίζει ότι το σύμπαν είναι κλειστό και τετελεσμένο και συνιστάμενο από φως και σκότος τα οποία είναι ίσα μεταξύ τους. Από τη σύνθεσή τους, τελικά δεν μπορεί να περισσέψει τίποτα, αφού όλα είναι ισόρροπα και καταλαμβάνουν όλον τον κόσμο. Έτσι δεν υπάρχει περιθώριο να περισσεύει κάτι. Επίσης δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κενός χώρος ούτε μηδέν.
Απόσπασμα 1 στ. 9-14 (συνοπτικά)
ηλιάδες κούραι προλιπούσαι δώματα νυκτός
εις φαός ωσάμεναι κράτων άπο χερσί καλύπτρας.
ένθα πύλαι νυκτός και ήματός εισι καλεύθων
αυταί δ'αιθέριαι πλήνται μεγάλοισιν θυρέτροις
των δε δίκη πολύποινος έχει κληίδας αμοιβούς
[Εδώ με οδήγησαν οι κόρες του ήλιου… όπου υπάρχει θύρα διπλή με εναλλασσόμενα κλειδιά, τα οποία κρατά η Δίκη (η αιτιότητα)… (Από κει ξεκινά ο δρόμος του φωτός και του σκότους, δηλαδή της σύνθεσης του κόσμου].
Ο Παρμενίδης ισχυρίζεται ότι ακολουθεί έναν νέο δρόμο, αυτόν της αιτιότητας, που τότε ήταν μακριά από τα βήματα των ανθρώπων. Κατ’αρχήν αποδέχεται το αυτονόητο, δηλαδή ότι μόνο το Είναι (το Εόν) υπάρχει. Η ύπαρξη του Μη-Είναι, του μη-υπάρχοντος, είναι η αντίφαση καθ’αυτή. Προτείνει λοιπόν μια λογική που απορρίπτει το Μη-Είναι σε κάθε της βήμα, θεωρώντας την αντιφατικότητα που είναι σύμφυτη με το γίγνεσθαι και την καθημερινότητα ως φαινομενική. Επίσης επειδή απορρίπτει το ΜηΕίναι και το Γίγνεσθαι, απορρίπτει και το Κενό, αφού ο κόσμος |μόνον υπάρχοντας| δεν έχει που αλλού να πάει (ούτε να κινηθεί, ούτε να εξελιχθεί). Για τον ίδιο λόγο το σύμπαν θεωρείται κλειστό, πεπερασμένο και τετελεσμένο κι έτσι το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν. Συμπίπτοντας όλ’αυτά μαζί μπορούν να δώσουν ένα όργανο βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών κι έτσι μπορούμε από τα γνωστά και παρόντα να πάμε με ασφάλεια στα άγνωστα και απόντα. Βλέπουμε λοιπόν σε λίγες αράδες, να ορθώνεται ο Ορθολογισμός και η τυπική λογική σαν συνειδητή πρακτική και στη συνέχεια να περιγράφεται ένα είδος ντετερμινισμού. Από την άλλη βλέπουμε την πιο συνειδητή και οργανωμένη πολεμική ενάντια στην Ηρακλειτική Διαλεκτική ως Λόγο και Ουσία.
Ήταν τότε που ο Ελληνικός κόσμος, έβγαινε μέσα από την τραγική πρακτική σαν ζωή, που για τους Πυθαγόρειους θεωρείτο βαρβαρότητα. Λέγεται ότι ο Πυθαγόρας και οι μαθητές του δεν έτρωγαν κρέας και για τον λόγο αυτό θεωρούσαν την τραγωδία μιαρή. Αφού η τραγωδία είχε ως βασικό χαρακτήρα τη σφαγή του ταύρου, την κρεατοφαγία και πολλές φορές την ιεροτελεστική ωμοφαγία. Ακόμα λέγεται ότι ο Πυθαγόρας θεωρούσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες μιαρούς, αφού πίστευε ότι παλαιότερα ήταν αιματηροί, δηλαδή είδος τραγωδίας. Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η πρώτη αντίθεση του Ηράκλειτου με το Πυθαγόρειο ρεύμα. Ο Ηράκλειτος ήταν συντηρητικός ακολουθούσε την παράδοση του τραγικού πνεύματος, του Διονυσιακού. Το Διονυσιακό πνεύμα την εποχή του είχε αρχίσει να παρακμάζει και να μετατρέπεται σένα σύνολο τυπολατρικών διαδικασιών και δεισιδαιμονιών (όπως διαπιστώνει η συγκριτική ανθρωπολογία στους καθυστερημένους λαούς).
Νομίζω ότι ο Ηράκλειτος με το έργο του επαναπροσανατολίζει το τραγικό πνεύμα μαχόμενος κατά του Πυθαγορείου νεωτερισμού, από την μια, και της ενδογενούς φθοράς της τραγικής σκέψης από την άλλη. Θέλει να επιστημονικοποιήσει το τραγικό πνεύμα, ως αντίβαρο στις ορθολογικές απόψεις του Πυθαγόρα και του Ξενοφάνη. Φαίνεται λοιπόν ότι η απάντηση που δίνει έχει απήχηση και γι’αυτό ο Παρμενίδης με τη σειρά του απαντά.
Στην πιθανή άποψη του Πυθαγόρα περί της ύπαρξης πολλών στοιχειωδών εσχάτων (πολυμάθεια), δηλαδή ιδεών, αριθμών ή αιώνιων στοιχείων, ο Ηράκλειτος προτείνει τον Λόγο, ο οποίος είναι το Ένα που συνεχώς αλλάζει όντας συγχρόνως Αυτό. Το Ένα που είναι και Πολλά, Μικρό και Μεγάλο, αντιφατικό και αυτοαναιρούμενο και εν τω γίγνεσθαι. Ο Παρμενίδης δεν μπορεί να δεχτεί κάτι τέτοιο. Το Ένα, το Εόν του Παρμενίδη είναι αταλάντευτο, χωρίς παρελθόν και μέλλον. Είναι μόνο Τώρα, τετελεσμένο, πεπερασμένο, αγένητο, άφθαρτο και αθάνατο. Σύμφωνα με τον Παρμενίδη, το Εόν αποτελείται από δύο άφθαρτα: το φως και το σκότος. Κατά τον Παρμενίδη λοιπόν υπάρχει από τη μια, ο αιώνιος κι αναλλοίωτος κόσμος, κι απ'την άλλη ο φθαρτός και φαινομενικός (ο διάκοσμος). Για τον φθαρτό κόσμο υπάρχει η Αντιθετική Διαλεκτική, που είναι οι συνθετικές και αναλυτικές διαδικασίες του ορθολογισμού, οι οποίες απορρίπτοντας την αντιφατικότητα οδηγούν με σταθερά βήματα στον κόσμο της “αταλάντευτης ψυχής της αιώνιας και ολοστρόγγυλης αλήθειας”.
Επειδή η διαλεκτική του Παρμενίδη απορρίπτει το αντιφατικό ως ψευδές, δεχόμενη έτσι την ύπαρξη αιωνίων και αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων, τ’αντίθετα διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους (αφού τα έσχατα προϋποτίθεται ότι δεν έχουν περαιτέρω δομή). Έτσι τ'αντίθετα του Παρμενίδη συνιστούν μια συμπληρωματική σχέση).
Αντίθετα η διαλεκτική του Ηράκλειτου είναι αντιφατική όπου τα αντίθετα δεν έχουν σαφή όρια μεταξύ τους. Δηλαδή αυτά αλληλοπροεκτείνονται το ένα στ’άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους ή απόλυτη αυτονομία, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Αυτά παραβιάζοντας τα όριά τους, από κει και πέρα, μπορούν να ταξιδεύουν στο Όλον, γυρίζοντας συνεχώς πίσω, και επαληθεύοντας τον εαυτό τους είναι εν εξελίξει.
Ο Παρμενίδης λοιπόν δέχεται ότι το σύμπαν είναι τετελεσμένο, κλειστό γεγραμμένο με Λογική και Λόγο. Ο Αϊνστάιν με κάποιον τρόπο συμφωνεί μαζί του αφού και αυτός ισχυρίζεται ότι ένα σώμα ευρισκόμενο σε κατάσταση αδρανείας, δηλαδή κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, κάποια στιγμή θα επιστρέψει στη θέση που ξεκίνησε. Όπως λέει κι ο Παρμενίδης οππόθεν άρξομαι τόθι γαρ πάλιν ίξομαι αύθις. Επίσης καί ο Αϊνστάιν δέχεται δογματικά την ντετερμινιστικά απόλυτη αντιστοιχία λογικής, πράξης και Είναι.
Ο κόσμος του Παρμενίδη είναι πεφατισμένος, γεγραμμένος με Λόγο, ο άνθρωπος νοεί, η νόηση και το Είναι συμπίπτουν, άρα ο άνθρωπος έχει μέσα του γεγραμμένο το Όλον, που είναι πεπερασμένο και τετελεσμένο, έτσι μπορεί δια του Ορθού Λόγου να κάνει βέβαιους συλλογισμούς και γι'αυτό να Γνωρίζει.
Βλέπουμε μεγάλη συγγένεια στους Παρμενίδη και Πλάτωνα. Οι Ιδέες, δεν μπορεί παρά να είναι αυτή η καταγραφή του Όλου μέσ’τον γνωστικό μηχανισμό του ανθρώπου. Ο Πλάτων με τις Ιδέες του, ακολουθεί τα χνάρια του “πεφατισμένου”, που μεσ’τη σκέψη αντανακλάται η "Ευκυκλέος αλήθεια του Εόντος". Ακόμα είναι φανετή η συγγένεια του Παρμενίδη με τον Αριστοτέλη στο θέμα της "τυπικής λογικής" και του Ορθολογισμού. Δεν μπορούμε βέβαια να μην παρατηρήσουμε ότι καί ο ντετερμινισμός έχει στοιχεία και Παρμενίδεια καταγωγή.
Εγώ πιστεύω ότι οι Ιδέες του Πλάτωνα είναι οι όροι του τετελεσμένου παιγνίου του πεφατισμένου κόσμου της Ολοστρόγγυλης Αλήθειας, που ο Αριστοτέλης θέλει να ανατρέψει. Οι Ιδέες, λέει, δεν υπάρχουν πριν από τα πράγματα και τον κόσμο αλλά μετά αντανακλώντας τη λειτουργία τους. Υποστηρίζει επίσης ότι κάθε πράγμα ή γεγονός περιέχει μέσα του την Εντελέχειά του, δηλαδή είναι πεφατισμένο ως προς το Τέλος του.
Η Εντελέχεια όμως προϋποθέτοντας κλειστό σύστημα, κατανάγκη μεταφέρει τις Ιδέες από το προδιαγεγραμμένο Τέλος, που είναι το αποτέλεσμα, στην αρχή που είναι η Αιτία. Γνωρίζουμε όμως ότι σ’ένα κλειστό και πεπερασμένο σύστημα, από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι λειτουργίας του αυτό λειτουργώντας, από κάποια στιγμή και μετά θ’αναπαράγει τον προκαθορισμένο αριθμό των προδιαγεγραμμενων παιγνίων του και θα τα επαναλαμβάνει επ’άπειρον. Στα κλειστά συστήματα οι όροι και τα όρια συνιστούν ένα δυναμικό ζεύγος που το ένα προϋποθέτει το άλλο.
Υπάρχει μια νοητή γραμμή που ξεκινά από τον Παρμενίδη και περνώντας από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, καταλήγει στον Καντ. Οι μεγάλοι αυτοί σοφοί, προσεγγίζουν το ίδιο θέμα με σχετικά διαφορετικούς τρόπους οι οποίοι είναι συμπληρωματικοί.
Ο λογικός άνθρωπος του 21ου αιώνα πρέπει να ξαναδεί τι είναι το Εόν και πως το οριοθετεί ο Παρμενίδης, γιατί υπάρχουν θέσεις, που θεωρώντας τις δεδομένες, τις προσπερνάμε ξεχνώντας που στηρίζονται και από που έρχονται, κι έτσι μπορεί να αποδεχτούμε συμπληρωματικές προς αυτές λογικές προτάσεις που αντιλέγουν τις βάσεις των προηγουμένων, δημιουργώντας σύγχυση. Ο Ορθολογισμός ως αδιάψευστο όργανο επαλήθευσης και παραγωγής αναμφισβήτητων συλλογισμών, προϋποθέτει κλειστά συστήματα και σύμπαν πεπερασμένο. Δηλαδή ο ορθολογισμός και ο ντετερμινισμός μιας εξαρχής απορρίπτουν την ύπαρξη του απείρου. Όμως αυτό δεν λαμβάνεται υπόψιν από πολλούς διανοητές που τον έχουν σαν εργαλείο σκέψης, κι έτσι είναι φορές που τσαλαβουτάνε ανάμεσα σε δρόμους που λογικά δε συμβιβάζονται. Αυτό ως αποτέλεσμα έχει τη δημιουργία λογικών αντινομιών και αδιεξόδων.
Βλέπουμε επίσης ότι η ερμηνεία του κβαντικού γίγνεσθαι ζητά έναν νέο τρόπο λογικής
προσέγγισης που παράδοξα είναι κι ο παλιότερος, δηλαδή τη λογική των Αναξίμανδρου,
Ηράκλειτου και Ζήνωνα. Αυτή είναι η διαλεκτική σκέψη που γεννήθηκε μέσα από την ψυχή του Διονυσιακού Διθύραμβου
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Στον ομώνυμο διάλογό του ο Πλάτων, μας παρουσιάζει έναν Παρμενίδη διαφορετικό απ’αυτόν που ανακαλύπτουμε στο ποίημα του ιδίου του Παρμενίδη «Περί Φύσεως». Είναι πιθανόν ο Παρμενίδης να έγραψε αυτό το ποίημα σε νεαρή ηλικία (αφού η Μούσα φέρεται στο έργο αυτό να τον ονομάζει “κούρο”) και ίσως αργότερα για κάποιο λόγο ν’άλλαξε απόψεις. Ο Πλάτων στον διάλογό του, παρουσιάζει έναν Παρμενίδη μάλλον εμφορούμενο απ’τις απόψεις του Ζήνωνα και μολονότι οι δοξογράφοι θέλουν τον Ζήνωνα να είναι απολογητής και υπερασπιστής των απόψεων του Παρμενίδη να συμβαίνει το αντίθετο. Ίσως όμως ο Πλάτων για τους δικούς του λόγους, που δεν είναι ευκαταφρόνητοι, αφού το αποτέλεσμα είναι μεγαλοπρεπές, παραβίαζε τα κείμενα ή τις απόψεις προσώπων που συμμετείχαν στους διαλόγους του. Επίσης είναι παράδοξο ότι ο Πλάτων δεν μας παρουσιάζει τον Παρμενίδη, όπως αναδύεται απ’το ποίημά του “Περί Φύσεως”, δηλαδή ως ιδρυτή του συνειδητού ορθολογισμού, προάγγελο της τυπικής λογικής και του ντετερμινισμού.
Κατά τη γνώμη μου, οι σύγχρονοι ερμηνευτές του Παρμενίδη παρασύρονται από τον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο σε εξεζητημένους δρόμους μεταφυσικής που δεν φαίνονται στο δικό του έργο. Βέβαια το έργο αυτό μεταξύ όλων των άλλων είναι και ο γενέθλιος τόπος της μεταφυσικής, αφού γίνεται εκεί δεκτό ότι το Νοείν, το Είναι και το Λέγειν συμπίπτουν, που θα πει ότι το Είναι είναι γεγραμμένο (πεφατισμένο) στο Νοείν, συνιστώντας την “εκ των προτέρων γνωστική δυνατότητα του όντος”, που προσδιορίζεται από τον Καντ ως η επιστημονικότητα της μεταφυσικής.
Ο ίδιος ο Παρμενίδης όμως απλά ισχυρίζεται το προφανές, δηλαδή ότι μόνο το Είναι υπάρχει και ότι το Μη-Είναι δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτό σημαίνει ότι το Είναι ως Όλον κινείται εντός εαυτού, αφού το Είναι ως έννοια καθαυτή δεν μπορεί να αλλάζει. Αυτό που αλλάζει είναι ο εφήμερος κόσμος, ο οποίος ως εφήμερος είναι φαινομενικός, ενώ το Είναι ως Όλον Καθαυτό υπάρχει πίσω απ’τα εφήμερα, ως αιώνια και αναλλοίωτα υπαρκτό. Κι εδώ αναφαίνεται ακόμα ο γενέθλιος τόπος της οντολογικής μεταφυσικής και της Φαινομενολογίας.
Η Κίνηση λοιπόν για τον Παρμενίδη, μπορεί να μην αφορά το Όλον, που είναι πάντα ακίνητο “αφού δεν έχει που να πάει”, αφορά όμως τα εφήμερα πράγματα που τα θεωρεί φαινομενικά γιατί αλλάζουν και κινούνται εντός του Όλου. Για την περιγραφή του φαινομενικού κόσμου ο Παρμενίδης πρότεινε μιαν αντιθετική διαλεκτική που συμπίπτει με έναν δυναμικό Ορθολογισμό. Αυτή περιγράφει διαφορικές καταστάσεις οι οποίες δεν αφορούν τα έσχατα αναλλοίωτα, δηλαδή την ταυτότητά τους. Έτσι ο ορθολογισμός παραμερίζοντας το Μη-Είναι και κάθε αντίφαση (αφού η αντίφαση περιέχει μέσα της το σφάλμα του Μη-Είναι), αποκαθάρει τη λογική από το Μη-Είναι αναζητώντας μόνο το Είναι, δηλαδή την “Καρδιά της Ολοστρόγγυλης Αλήθειας”.
Υπάρχει λοιπόν σοβαρή σύγχυση στην ερμηνεία του ποιήματος του Παρμενίδη «Περί Φύσεως», την οποία κατ’αρχήν έχει δημιουργήσει η προσέγγιση στην παρμενίδεια σκέψη ο διάλογος του Πλάτωνα «Παρμενίδης». Επειδή λοιπόν ο Πλάτων είναι ογκόλιθος της φιλοσοφίας παραμερίζουμε το ίδιο το έργο του Παρμενίδη «Περί Φύσεως» και προσπαθούμε να γνωρίσουμε το ποίημα του Παρμενίδη μέσα από τη ματιά του Πλάτωνα. Στη συνέχεια ξεχνάμε ότι είναι ένα κείμενο "περί φύσεως" και το οδηγούμε σε έναν αυθαίρετο δρόμο για μιαν αόριστη Μετα-Φυσική. Μπορεί το έργο αυτό του Παρμενίδη να είναι ο γενέθλιος τόπος της μεταφυσικής, αλλά σκοπός του ήταν η Λογική και ειδικά η Ορθολογική προσέγγιση της Φύσης. Το ποίημα του Παρμενίδη είναι μια συνειδητή Ορθολογική πρόταση που οργανώνεται με συνέπεια σε αντίθεση προς την Ηρακλειτική Διαλεκτική.
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ
Απόσπασμα 1, στ. 24-32
ω κούρ'αθανάτοισι συνάορος ηνιόχοισιν
ιπποις ται σε φέρουσιν ικάνων ημέτερον δω,
χαίρ'επεί ούτι σε μοίρα κακή προύπεμπε νέεσθαι
τήνδ'οδόν, η γαρ από ανθρώπων εκτός πάτου εστίν
αλλά θέμις και δίκη τε. χρεώ δε σε πάντα πυθέσθαι
ημέν αληθείης ευκυκλέος ατρεμές ήτορ
ηδέ βροτών δόξας, ταις ουκ ένι πίστις αληθής.
αλλ'έμπης και πάντα μαθήσεαι ως δοκούντα
χρήν δοκίμως είναι δια παντός πάντα περώντα
[Νέε, που σ’έφεραν στα δώματά μου αθάνατοι ηνίοχοι, χαίρε γιατί σ’αυτό το δρόμο, που είναι μακριά από τ'αχνάρια των ανθρώπων, τον δρόμο της Θέμιδος και Δίκης, (του πρέποντος και της αιτιότητας), δεν σ’έφερε κακή μοίρα. Είναι ανάγκη να τα μάθεις όλα, καί της ολοστρόγγυλης αλήθειας την αταλάντευτη ψυχή, καί τις δοξασίες των θνητών για τα εφήμερα, που δεν μπορεί κάποιος να πιστεύει με σιγουριά. Αλλά μαζί με τ’άλλα πρέπει να γνωρίσεις κι αυτά για να έχεις εμπειρία για όλα μ’όλους τους τρόπους].
Απόσπασμα 2
ει δ'αγ’εγών ερέω, κομίσαι δε συ μύθον ακούσας
αίπερ οδοί μούναι διζήσιός* εισί νοήσαι,
η μεν, όπως -έστιν τε και ουκ έστιν- μη είναι,
πειθούς ** εστι κέλευθος (αληθείη γαρ οπηδεί)***
η δ'ως ουκ έστιν, τε και ως χρεών εστι, μη είναι,
την δη τοι φράζω παναπευθέα έμμεν αταρπόν,
ούτε γαρ γνοίης το γε μη εόν, ου γαρ ανυστόν, ούτε φράσαις.
[Άκουσε με προσοχή τι θα σου πω· αυτοί μόνο οι δρόμοι έρευνας είναι προς αποφυγήν (αντιφατικοί): Ο πρώτος δρόμος, όπου δεν μπορεί κάτι να |Είναι―Μη-Όντας|, αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς, από τον οποίον η αλήθεια διαφεύγει. Ο άλλος δρόμος, κατά τον οποίον το |Μη-Είναι| θεωρείται υπαρκτό, πρέπει όπως έχει χρέος να αποφευχθεί. Απ’αυτόν τον δρόμο σε αποτρέπω τελείως, γιατί το |Μη-Είναι| δεν μπορεί ούτε να νοηθεί, ούτε να γνωστεί αλλά ούτε να ομιληθεί].
Liddell & Scott: δίζως: ο έχων διπλή φύση. δίζω: τελώ εν αμφιβολία. δίζημαι: ζητέω, αναζητώ, διερευνώ. δίζησις: εξέτασις, έρευνα. διζήσιος: ο αμφίβολος στην έρευνα (κατά τη γνώμη μου αντιφατικός). πείθω: α) με απατηλούς λόγους, β) διά δεήσεως, γ) διαφθείρω διά χρημάτων. οπηδεί, οπη-δέω: υποχρεούμαι να συμπεριφερθώ ανάλογα με την ύπαρξη οπής, (διαφεύγω-ακολουθώντας από οπή).
Εδώ φαίνεται ο Παρμενίδης με μια μονοκονδυλιά να θέτει τους όρους που προϋποθέτουν τις δύο πρώτες αρχές της τυπικής λογικής και του ορθολογισμού.
Α. Κάθε τι μπορεί μόνο να |Είναι| να υπάρχει. Β. Τίποτα δεν μπορεί να |Είναι―Μη-Όντας|.
Εδώ αναφαίνεται η “αρχή της Ταυτότητας” η οποία στη συνέχεια θα ενισχυθεί ως πρόταση, και φυσικά η “αρχή της μη ανίφασης”. Βέβαια ο ορθολογισμός ήταν σε μιαν ασυνεπή χρήση από αρχαιοτάτων χρόνων, αλλά εδώ φαίνεται η προσπάθεια οργάνωσης συνειδητού οργάνου το οποίο στρέφεται με συνέπεια ενάντια στην Ηρακλειτική Διαλεκτική.
Απόσπασμα 5
ξυνόν δε μοί εστι, οππόθεν αρξομαι τόθι γαρ πάλιν ίξομαι αύθεις.
[Εγώ νομίζω ότι απ’όπου ξεκινάμε εκεί ξαναγυρίζουμε].
(Ο κόσμος είναι κλειστός-πεπερασμένος κι έτσι τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει από την νόηση).
Σ’ένα κόσμο κλειστό και σφαιρικό, όπως ορίζεται απ’τον Παρμενίδη στο απόσπασμα 8 και στους στίχους 42-44 είναι φυσικό “όταν κάτι κινείται ευθύγραμμα και ομαλά, υποχεούται να γυρίσει κάποια στιγμή στη θέση που ξεκίνησε”, όπως ισχυρίζεται κι ο Αϊνστάιν. Βλέπουμε ότι παρά τη λογική προσπάθεια του Παρμενίδη να παραμερίσει την αντιφατικότητα από την λογική του, αυτή αναπάντεχα να ξαναεμφανίζεται: Σύμφωνα με τον Λάο-Τσε “η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή” και σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, “η ευθύγραμμη πορεία είναι αποτέλεσμα περιστροφής”.
Απόσπασμα 3
το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και είναι
[Όταν ο κόσμος είναι κλειστό σύστημα, το Νοεί και το Είναι συμπίπτουν κι έτσι τίποτα απ’ότι υπάρχει δεν μπορεί να διαφύγει από την νόηση, άρα μπορούμε να έχουμε ασφαλή λογικά συμπεράσματα].
Απόσπασμα 4
λεύσσε δ'ομώς απεόντα νόω παρεόντα βεβαίως
ου γαρ αποτμήξει το εόν του εόντος έχεσθαι
ούτε σκιδνάμενον πάντη παντός κατά κόσμον
ούτε συνιστάμενον
[(Επειδή το Νοείν και το Είναι συμπίπτουν), μπορείς να φωτίσεις με τον νου (τη λογική), δια μέσου των παρόντων με βεβαιότητα τα απόντα. Γιατί δεν μπορεί να αποκοπεί το υπάρχον του υπάρχοντος (ο Νους από το Είναι), ούτε ως Όλον, ούτε ως απεριόριστα συγκεκριμένα].
Ο Παρμενίδης τονίζει ότι οι λογικές αρχές που προτείνει για την μετάβαση από τα γνωστά στα άγνωστα, ισχύουν για τον κόσμο ως Όλον, αλλά και στις σχέσεις των συγκεκριμένων μερών του. Με την σωστή χρήση λοιπόν του ορθολογισμού, μπορούμε να αποκαθάρουμε τον εφήμερο κόσμο από την αντιφατικότητα, η οποία περιέχει το ψεύδος του Μη-Είναι, και να έχουμε βεβαιότητα στους συνειρμούς μας.
Απόσπασμα 6 στ, 1-2
χρή το λέγειν τε νοείν τ'εόν έμμαινε. έστι γαρ είναι,
μηδέν ουκ έστιν, τα σ'εγώ φράζεσθαι άνωγα
[Είναι ανάγκη το Νοείν και το Είναι να συμπίπτουν. Γιατί μόνο το Είναι υπάρχει, το μηδέν δεν υπάρχει. Έτσι σε συμβουλεύω να σκέπτεσαι και να μιλάς].
Εδώ ακόμα τονίζει ότι εκτός της Νόησης και του Είναι πρέπει να συμπίπτει και το λέγειν. Έτσι ούτε ο Λόγος μπορεί να διαφύγει από την λογική.
Απόσπασμα 6 στ 3-9
πρώτης γαρ σ'αφ'οδού ταύτης διζήσιος <είργω>
αυτάρ έπειτ'από της, ην δη βροτοί ειδόντες ουδέν
πλάττονται δίκρανοι, αμηχανίη γαρ εν αυτών στήθεσιν
ιθύνει πλαγκτόν νόον, οι δε φορούνται
κωφοί ομώς τυφλοί τε, τεθηπότες άκριτα φύλα,
οις το πέλειν* τε και ουκ, είναι ταυτόν νενόμισται κου
ταυτόν, πάντων δ παλίντροπός εστι κέλευθος
[Από τον δρόμο αυτόν, τον πρώτο, τον αντιφατικό σε αποτρέπω (είναι ο πρώτος από τους δύο δρόμους που παρουσιάζεται προς αποφυγήν στο απόσπασμα 2 στίχο 3). Οι θνητοί δεν έμαθαν τίποτα ακολουθώντας τον, γίνονται δίβουλοι γιατί η αμηχανία στα στήθια τους σαλεύει το νου. Φαντάζουν κουφοί, τυφλοί και χαμένοι, αφού δέχονται ότι όλα υπάρχουν και μ’έναν αντίδρομο τρόπο].
Liddell & Scott πέλλειν, πέλλω, πέλλομαι: διατελλώ εν κινήσει, επέρχομαι, πλησιάζω-υπάρχω είμαι, αλλά διακρίνεται από το είναι, καθόσον περιέχει κάποια έννοια συνέχειας, όντας και εν χρήσει παρομοιώσεων.
Στο απόσπασμα αυτό συνάγουμε ότι ο Παρμενίδης μετά τον υπαινιγμό για “την αρχή της ταυτότητας” και “την αρχή της μη αντίφασης” τονίζει και τον όρο “της αντιστοιχίας νόησης και Είναι”, αφού μόνον έτσι μπορεί απρόσκοπτα να λειτουργήσει η ορθολογική διαδικασία. Μετά μας εκπλήσσει, αφού κατηγορώντας την αντιφατική σκέψη ότι φέρνει σε σύγχυση τον διανοητή, δείχνει ότι γνωρίζει της συγκριτικές διαδικασίες τις οποίες η διαλεκτική θεωρεί συμβατικές (ότι είναι και δεν είναι έγκυρες ή ότι είναι έγκυρες υπό συνθήκες). Προτείνει λοιπόν την εγκυρότητα των συγκριτικών διαδικασιών, αφού μόνον μ’αυτές η λογική μπορεί να οργανώσει κατηγορίες για να μπορεί να φτάνει από τα γνωστά στα άγνωστα με βεβαιότητα.
Συγκριτική διαδικασία:
Αν Α όμοιο του Β και Β όμοιο του Γ, τότε και Α όμοιο του Γ
Αν Α όμοιο του Β και Β διάφορο του Γ, τότε και Α διάφορο του Γ
Απόσπασμα 7
ου γαρ μήποτε τούτο δαμή είναι μη εόντα.
αλλ'εσύ της δ'αφ'δού διζήσιος είργε νόημα,
μηδέ σ'έθος πολύπειρον οδόν κατα τήνδε βιάσθω
νομάν άσκοπον όμμα και ηχήεσαν ακοήν
και γλώσσαν, κρίνε δε λόγω πολύδηριν έλεγχον
εξ'εμέθεν ρηθέντα
Τη λέξη τούτο ερμηνεύω ταυτότητα
[Γιατί ποτέ μα ποτέ η ταυτότητα δεν θ’αναγκαστεί να Είναι –ΜηΌντας. Να είσαι λοιπόν μακριά απ’τον αντιφατικό δρόμο, να μην παρασύρεσαι από τη συνήθεια και ότι βλέπεις ή ακούς να το κρίνεις με τον τρόπο που σου έμαθα τον δοκιμασμένο].
Απόσπασμα 8 στ. 1-20
μόνος δ'έτι οδοίο λείπεται ως έστιν
ταύτη δ'επί σήματα έασι πολλά μάλα
ως αγέννητον και ανώλεθρόν εστιν.
ούλον μουνογενές τε και ατρεμές ουδ'ατέλστον
ουδέ ποτ'ην, ουδ'εσταί επεί νυν έστιν ομού παν εν συνεχές.
τίνα γαρ γέννα διζήσεαι αυτού;
πη πόθεν αυξηθέν; ούτ'εκ του μη εόντος
εάσσω φάσθαι σ'ουδ’ νοείν,
ου γαρ φατόν, ου νοητόν έστιν, όπως ουκ έστι.
τι δ'αν μιν και χρέος ώρσεν
ύστερον ή πρόσθεν του μηδενός αρξάμενο φυν;
ούτως ή πάνπαν πελέναι χρεών εστιν ή ουχί
ούτε ποτ'εκ του μη εόντος εφήσει πίστιος ισχύς
ούτε όλλυσθαι ανήκε δίκη χαλάσασα πέδισιν
γίγνεσθαι τι πάρ'αυτό, του είνεκεν ούτε γίγνεσθαι
αλλ'έχει. η δε κρίσις περί τούτων εν τώδ'έστιν,
έστιν ή ουκ έστιν. κέκριται δ'ουν ώσπερ ανάγκη
την μεν εάν ανόητον ανώνυμον, ου γαρ αληθής
έστι οδός, την δ'ώστε πέλειν και ετήτυμον* είναι.
[Ο μόνος δρόμος για τον οποίο μπορούμε να μιλάμε, μένει αυτός που αφορά το Είναι. Πάνω σ’αυτόν υπάρχουν πολλά στοιχεία για να μπορούμε να μιλήσουμε, όπως ότι όντας αθάνατο είναι αγέννητο, όλον, αταλάντευτο, τετελεσμένο, ποτέ δεν ήταν ούτε θα είναι, γιατί αυτό είναι όλο μαζί ένα συνεχές μόνο τώρα. Τι είδους γέννα να αναζητήσεις σε αυτό; Από που προς τα που να προεκταθεί; Αφού για το Μη Όν, το μη υπάρχον, δεν μπορείς να αντιληφθείς ούτε να πεις τίποτα, γιατί το μη υπάρχον, δε νοείται ούτε λέγεται. Δε μπορεί τίποτα ν’αναγκάσει κάτι να υπάρξει πριν ή μετά το μηδέν. Έτσι λοιπόν κάθε τι πρέπει να συμπέσει με το Όλον, το Υπάρχον ή με το μηδέν που δεν υπάρχει. Από το μη υπάρχον δεν μπορεί κάποιος να περιμένει γίγνεσθαι ή όλλυσθαι, αφού αυτό ορίζει η λογική. Κάθε κρίση πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’αυτά τα όρια, δηλαδή να Είναι ή να Μην Είναι. Όπως λοιπόν είναι αναγκαίο, ο ένας δρόμος κρίνεται ανώνυμος και χωρίς νόημα, (αναληθής), ενώ ο άλλος είναι ο δρόμος της βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών, όπου το όμοιο ανήκει σε συγγενή ομάδα].
Liddell & Scott ετήτυμον: ετήτυμβον, ανήκων στον αυτόν τύμβον, συγγενές
πέλλειν και ετήτυμον είναι: Το όμοιο ανήκει σε συγγενή ομάδα.
Απόσπασμα 8 στ, 35-44
ου γαρ άνευ του εόντος, εν ω πεφατισμένον εστίν
ευρήσεις το νοείν, ουδέν γαρ ήν, έστιν ή έσται
άλλο παρέξ του εόντος, επεί το γε μοίρ'επέδησεν
ούλον ακινητον τ'έμεναι, τω πάντ'όνομα έσται
όσα βροτοί κατέθετον πεποιθότες είν'αληθή
γίγνεσθαι τε και όλλυσθαι, είναι τε και ουχί,
και τόπον αλλάσσειν, δια τε χρώαν φανόν αμείβειν
αυτάρ επί πείρας πύματον, τετελεσμένον εστί
πάντοθεν ευκύκλου σφαίρης εναλίγκιον όγκω
μέσσοθεν ισοπαλές πάντη…
[Δέν μπορείς να βρείς το Νοείν παρά μέσα στο Είναι, γιατί εκεί είναι γεγραμμένο. Τίποτα άλλο εκτός από το Είναι δεν μπορεί να υπήρχε, να υπάρχει και να υπάρξει, γιατί είναι Όλον Ακίνητο. Όλα τα άλλα είναι ονόματα που του δίνουν οι θνητοί, γιατί πιστεύουν ότι υπάρχει γίγνεσθαι κι όλλυσθαι, Είναι-ΜηΌντας και γενικά κάθε είδους μετακίνηση ή αλλαγή. Αλλά αυτό είναι πεπερασμένο, τετελεσμένο, τέλεια σφαιρικό και πλήρως ισόρροπο].
Απόσπασμα 8 στ. 50-61
εν τω σοι παύω πιστόν λόγον ηδε νόημα,
αμφίς αληθείης δόξας από τούδε βροτείας
μάνθανε κόσμον, εμών έπεων απατηλών ακούων.
μορφάς γαρ κατέθεντο δύο γνώμας ονομάζειν
των μίαν ου χρεών εστιν, εν ω πεπλανημένοι εισίν
τ'άντια εκρίνατο δέμας και σήματ'έθεντο
χωρίς επ'αλλήλων, τη μεν φλογός αιθέριον πυρ
ήπιον ον, μέγ'ελαφρόν, εαυτώ πάντοσε τωυτόν
τω δ'ετέρω μη τωυτόν, ατάρ κακείνο καταυτό
τάντια, νύκτ'αδαή πυκινόν δέμας εμβριθές τε.
τον σοι εγώ διάκοσμον εοικότα φατίζω.
ως ου μη ποτέ τις σε βροτών γνώμη παρελάση.
[Εδώ σταματώ το λόγο που έχει αληθινό νόημα και θα σου μιλήσω για τον κόσμο της αμφίδρομης αλήθειας, τον φθαρτό, τον απατηλό. Νομίζουν ότι κάθε τι έχει δύο τρόπους να υπάρχει έχοντας δύο μορφές, η μία δεν τους αρκεί. Εδώ κάνουν λάθος. Τα αντίθετα θεωρούν ενωμένα, ενώ συγχρόνως έβαλαν διαχωριστικά όρια μεταξύ τους. Απ’την μιά το αιθέριο πυρ της φλόγας ίδιο πάντα με τον εαυτό του, από την άλλη διάφορο από τον εαυτό του, αυτό το ίδιο ενάντια προς τον εαυτό του, δηλαδή πυκνό σκοτάδι μπερδεμένο. Σου μιλώ για τον φαινομενικό κόσμο, τον διάκοσμο, για να μην ξεγελαστείς από την φθαρτή σκέψη].
Σ’αυτό το απόσπασμα ο Παρμενίδης στρέφεται σαφώς κατά της Ηρακλειτικής αντιφατικής διαλεκτικής, έχοντας θέσει άλλους όρους, που απορρίπτουν την ύπαρξη του μηδενός (αφού το υπάρχειν του μηδενός είναι η αντίφαση καθαυτή). Έτσι στη δική του πρόταση περί λογικής κάθε αντιφατικός συλλογισμός πρέπει να απορρίπτεται επειδή περιέχοντας το Μη-Είναι περιέχει μέσα του σφάλμα.
Απόσπασμα 9
αυτάρ επεί φαός και νυξ ονόμασται
και τα κατά σφετέρας δυνάμεις επί τοίσί και τοις
παν πλέον εστίν ομού φάεος και νυκτός αφάντου
ίσων αμφοτέρων επεί ουδετέρω μετά μηδέν
[Επειδή όλα έγιναν από φως και σκότος με τις δικές τους δυνάμεις και μετά από σκληρή πάλη πήραν διάφορες μορφές, ό,τι μπορεί να “περισσεύει”, είναι τόσο φως, όσο σκότος δηλαδή ίδια μεταξύ τους, γιατί πέραν κάθε ενός απ’αυτά δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα από το άλλο].
Ο Παρμενίδης τονίζει ότι το σύμπαν είναι κλειστό και τετελεσμένο και συνιστάμενο από φως και σκότος τα οποία είναι ίσα μεταξύ τους. Από τη σύνθεσή τους, τελικά δεν μπορεί να περισσέψει τίποτα, αφού όλα είναι ισόρροπα και καταλαμβάνουν όλον τον κόσμο. Έτσι δεν υπάρχει περιθώριο να περισσεύει κάτι. Επίσης δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κενός χώρος ούτε μηδέν.
Απόσπασμα 1 στ. 9-14 (συνοπτικά)
ηλιάδες κούραι προλιπούσαι δώματα νυκτός
εις φαός ωσάμεναι κράτων άπο χερσί καλύπτρας.
ένθα πύλαι νυκτός και ήματός εισι καλεύθων
αυταί δ'αιθέριαι πλήνται μεγάλοισιν θυρέτροις
των δε δίκη πολύποινος έχει κληίδας αμοιβούς
[Εδώ με οδήγησαν οι κόρες του ήλιου… όπου υπάρχει θύρα διπλή με εναλλασσόμενα κλειδιά, τα οποία κρατά η Δίκη (η αιτιότητα)… (Από κει ξεκινά ο δρόμος του φωτός και του σκότους, δηλαδή της σύνθεσης του κόσμου].
Ο Παρμενίδης ισχυρίζεται ότι ακολουθεί έναν νέο δρόμο, αυτόν της αιτιότητας, που τότε ήταν μακριά από τα βήματα των ανθρώπων. Κατ’αρχήν αποδέχεται το αυτονόητο, δηλαδή ότι μόνο το Είναι (το Εόν) υπάρχει. Η ύπαρξη του Μη-Είναι, του μη-υπάρχοντος, είναι η αντίφαση καθ’αυτή. Προτείνει λοιπόν μια λογική που απορρίπτει το Μη-Είναι σε κάθε της βήμα, θεωρώντας την αντιφατικότητα που είναι σύμφυτη με το γίγνεσθαι και την καθημερινότητα ως φαινομενική. Επίσης επειδή απορρίπτει το ΜηΕίναι και το Γίγνεσθαι, απορρίπτει και το Κενό, αφού ο κόσμος |μόνον υπάρχοντας| δεν έχει που αλλού να πάει (ούτε να κινηθεί, ούτε να εξελιχθεί). Για τον ίδιο λόγο το σύμπαν θεωρείται κλειστό, πεπερασμένο και τετελεσμένο κι έτσι το Είναι, το Νοείν και το Λέγειν συμπίπτουν. Συμπίπτοντας όλ’αυτά μαζί μπορούν να δώσουν ένα όργανο βεβαιότητας των συγκριτικών διαδικασιών κι έτσι μπορούμε από τα γνωστά και παρόντα να πάμε με ασφάλεια στα άγνωστα και απόντα. Βλέπουμε λοιπόν σε λίγες αράδες, να ορθώνεται ο Ορθολογισμός και η τυπική λογική σαν συνειδητή πρακτική και στη συνέχεια να περιγράφεται ένα είδος ντετερμινισμού. Από την άλλη βλέπουμε την πιο συνειδητή και οργανωμένη πολεμική ενάντια στην Ηρακλειτική Διαλεκτική ως Λόγο και Ουσία.
Ήταν τότε που ο Ελληνικός κόσμος, έβγαινε μέσα από την τραγική πρακτική σαν ζωή, που για τους Πυθαγόρειους θεωρείτο βαρβαρότητα. Λέγεται ότι ο Πυθαγόρας και οι μαθητές του δεν έτρωγαν κρέας και για τον λόγο αυτό θεωρούσαν την τραγωδία μιαρή. Αφού η τραγωδία είχε ως βασικό χαρακτήρα τη σφαγή του ταύρου, την κρεατοφαγία και πολλές φορές την ιεροτελεστική ωμοφαγία. Ακόμα λέγεται ότι ο Πυθαγόρας θεωρούσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες μιαρούς, αφού πίστευε ότι παλαιότερα ήταν αιματηροί, δηλαδή είδος τραγωδίας. Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η πρώτη αντίθεση του Ηράκλειτου με το Πυθαγόρειο ρεύμα. Ο Ηράκλειτος ήταν συντηρητικός ακολουθούσε την παράδοση του τραγικού πνεύματος, του Διονυσιακού. Το Διονυσιακό πνεύμα την εποχή του είχε αρχίσει να παρακμάζει και να μετατρέπεται σένα σύνολο τυπολατρικών διαδικασιών και δεισιδαιμονιών (όπως διαπιστώνει η συγκριτική ανθρωπολογία στους καθυστερημένους λαούς).
Νομίζω ότι ο Ηράκλειτος με το έργο του επαναπροσανατολίζει το τραγικό πνεύμα μαχόμενος κατά του Πυθαγορείου νεωτερισμού, από την μια, και της ενδογενούς φθοράς της τραγικής σκέψης από την άλλη. Θέλει να επιστημονικοποιήσει το τραγικό πνεύμα, ως αντίβαρο στις ορθολογικές απόψεις του Πυθαγόρα και του Ξενοφάνη. Φαίνεται λοιπόν ότι η απάντηση που δίνει έχει απήχηση και γι’αυτό ο Παρμενίδης με τη σειρά του απαντά.
Στην πιθανή άποψη του Πυθαγόρα περί της ύπαρξης πολλών στοιχειωδών εσχάτων (πολυμάθεια), δηλαδή ιδεών, αριθμών ή αιώνιων στοιχείων, ο Ηράκλειτος προτείνει τον Λόγο, ο οποίος είναι το Ένα που συνεχώς αλλάζει όντας συγχρόνως Αυτό. Το Ένα που είναι και Πολλά, Μικρό και Μεγάλο, αντιφατικό και αυτοαναιρούμενο και εν τω γίγνεσθαι. Ο Παρμενίδης δεν μπορεί να δεχτεί κάτι τέτοιο. Το Ένα, το Εόν του Παρμενίδη είναι αταλάντευτο, χωρίς παρελθόν και μέλλον. Είναι μόνο Τώρα, τετελεσμένο, πεπερασμένο, αγένητο, άφθαρτο και αθάνατο. Σύμφωνα με τον Παρμενίδη, το Εόν αποτελείται από δύο άφθαρτα: το φως και το σκότος. Κατά τον Παρμενίδη λοιπόν υπάρχει από τη μια, ο αιώνιος κι αναλλοίωτος κόσμος, κι απ'την άλλη ο φθαρτός και φαινομενικός (ο διάκοσμος). Για τον φθαρτό κόσμο υπάρχει η Αντιθετική Διαλεκτική, που είναι οι συνθετικές και αναλυτικές διαδικασίες του ορθολογισμού, οι οποίες απορρίπτοντας την αντιφατικότητα οδηγούν με σταθερά βήματα στον κόσμο της “αταλάντευτης ψυχής της αιώνιας και ολοστρόγγυλης αλήθειας”.
Επειδή η διαλεκτική του Παρμενίδη απορρίπτει το αντιφατικό ως ψευδές, δεχόμενη έτσι την ύπαρξη αιωνίων και αναλλοίωτων στοιχειωδών εσχάτων, τ’αντίθετα διαλέγονται χωρίς να παραβιάζουν τα όρια μεταξύ τους (αφού τα έσχατα προϋποτίθεται ότι δεν έχουν περαιτέρω δομή). Έτσι τ'αντίθετα του Παρμενίδη συνιστούν μια συμπληρωματική σχέση).
Αντίθετα η διαλεκτική του Ηράκλειτου είναι αντιφατική όπου τα αντίθετα δεν έχουν σαφή όρια μεταξύ τους. Δηλαδή αυτά αλληλοπροεκτείνονται το ένα στ’άλλο χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους ή απόλυτη αυτονομία, συνιστώντας αντιφατικές ενότητες. Αυτά παραβιάζοντας τα όριά τους, από κει και πέρα, μπορούν να ταξιδεύουν στο Όλον, γυρίζοντας συνεχώς πίσω, και επαληθεύοντας τον εαυτό τους είναι εν εξελίξει.
Ο Παρμενίδης λοιπόν δέχεται ότι το σύμπαν είναι τετελεσμένο, κλειστό γεγραμμένο με Λογική και Λόγο. Ο Αϊνστάιν με κάποιον τρόπο συμφωνεί μαζί του αφού και αυτός ισχυρίζεται ότι ένα σώμα ευρισκόμενο σε κατάσταση αδρανείας, δηλαδή κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά στο σύμπαν, κάποια στιγμή θα επιστρέψει στη θέση που ξεκίνησε. Όπως λέει κι ο Παρμενίδης οππόθεν άρξομαι τόθι γαρ πάλιν ίξομαι αύθις. Επίσης καί ο Αϊνστάιν δέχεται δογματικά την ντετερμινιστικά απόλυτη αντιστοιχία λογικής, πράξης και Είναι.
Ο κόσμος του Παρμενίδη είναι πεφατισμένος, γεγραμμένος με Λόγο, ο άνθρωπος νοεί, η νόηση και το Είναι συμπίπτουν, άρα ο άνθρωπος έχει μέσα του γεγραμμένο το Όλον, που είναι πεπερασμένο και τετελεσμένο, έτσι μπορεί δια του Ορθού Λόγου να κάνει βέβαιους συλλογισμούς και γι'αυτό να Γνωρίζει.
Βλέπουμε μεγάλη συγγένεια στους Παρμενίδη και Πλάτωνα. Οι Ιδέες, δεν μπορεί παρά να είναι αυτή η καταγραφή του Όλου μέσ’τον γνωστικό μηχανισμό του ανθρώπου. Ο Πλάτων με τις Ιδέες του, ακολουθεί τα χνάρια του “πεφατισμένου”, που μεσ’τη σκέψη αντανακλάται η "Ευκυκλέος αλήθεια του Εόντος". Ακόμα είναι φανετή η συγγένεια του Παρμενίδη με τον Αριστοτέλη στο θέμα της "τυπικής λογικής" και του Ορθολογισμού. Δεν μπορούμε βέβαια να μην παρατηρήσουμε ότι καί ο ντετερμινισμός έχει στοιχεία και Παρμενίδεια καταγωγή.
Εγώ πιστεύω ότι οι Ιδέες του Πλάτωνα είναι οι όροι του τετελεσμένου παιγνίου του πεφατισμένου κόσμου της Ολοστρόγγυλης Αλήθειας, που ο Αριστοτέλης θέλει να ανατρέψει. Οι Ιδέες, λέει, δεν υπάρχουν πριν από τα πράγματα και τον κόσμο αλλά μετά αντανακλώντας τη λειτουργία τους. Υποστηρίζει επίσης ότι κάθε πράγμα ή γεγονός περιέχει μέσα του την Εντελέχειά του, δηλαδή είναι πεφατισμένο ως προς το Τέλος του.
Η Εντελέχεια όμως προϋποθέτοντας κλειστό σύστημα, κατανάγκη μεταφέρει τις Ιδέες από το προδιαγεγραμμένο Τέλος, που είναι το αποτέλεσμα, στην αρχή που είναι η Αιτία. Γνωρίζουμε όμως ότι σ’ένα κλειστό και πεπερασμένο σύστημα, από τη στιγμή που ετέθησαν οι όροι λειτουργίας του αυτό λειτουργώντας, από κάποια στιγμή και μετά θ’αναπαράγει τον προκαθορισμένο αριθμό των προδιαγεγραμμενων παιγνίων του και θα τα επαναλαμβάνει επ’άπειρον. Στα κλειστά συστήματα οι όροι και τα όρια συνιστούν ένα δυναμικό ζεύγος που το ένα προϋποθέτει το άλλο.
Υπάρχει μια νοητή γραμμή που ξεκινά από τον Παρμενίδη και περνώντας από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, καταλήγει στον Καντ. Οι μεγάλοι αυτοί σοφοί, προσεγγίζουν το ίδιο θέμα με σχετικά διαφορετικούς τρόπους οι οποίοι είναι συμπληρωματικοί.
Ο λογικός άνθρωπος του 21ου αιώνα πρέπει να ξαναδεί τι είναι το Εόν και πως το οριοθετεί ο Παρμενίδης, γιατί υπάρχουν θέσεις, που θεωρώντας τις δεδομένες, τις προσπερνάμε ξεχνώντας που στηρίζονται και από που έρχονται, κι έτσι μπορεί να αποδεχτούμε συμπληρωματικές προς αυτές λογικές προτάσεις που αντιλέγουν τις βάσεις των προηγουμένων, δημιουργώντας σύγχυση. Ο Ορθολογισμός ως αδιάψευστο όργανο επαλήθευσης και παραγωγής αναμφισβήτητων συλλογισμών, προϋποθέτει κλειστά συστήματα και σύμπαν πεπερασμένο. Δηλαδή ο ορθολογισμός και ο ντετερμινισμός μιας εξαρχής απορρίπτουν την ύπαρξη του απείρου. Όμως αυτό δεν λαμβάνεται υπόψιν από πολλούς διανοητές που τον έχουν σαν εργαλείο σκέψης, κι έτσι είναι φορές που τσαλαβουτάνε ανάμεσα σε δρόμους που λογικά δε συμβιβάζονται. Αυτό ως αποτέλεσμα έχει τη δημιουργία λογικών αντινομιών και αδιεξόδων.
Βλέπουμε επίσης ότι η ερμηνεία του κβαντικού γίγνεσθαι ζητά έναν νέο τρόπο λογικής
προσέγγισης που παράδοξα είναι κι ο παλιότερος, δηλαδή τη λογική των Αναξίμανδρου,
Ηράκλειτου και Ζήνωνα. Αυτή είναι η διαλεκτική σκέψη που γεννήθηκε μέσα από την ψυχή του Διονυσιακού Διθύραμβου
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου